Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2019

ΤΟ ΠΑΘΗΜΑ ΤΟΥ ΖΕΥΓΟΛΑΤΗ


              

                                                                                Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου

  Πάρε ένα σβόλο Μήτρο, και διώξ΄ εκείνα τα σκυλιά, που μου χαλούν το φύτρο.  Ο χερουλάτης έφαγε, τ΄ άχαρα δάχτυλά μου και στην αλετροπόδα μου, έλιωσαν τα ήπατά μου. Δυο μήνες έρεψα εδεδώ,  εσάπισα  στην νώπη, μ΄ αρρώστια με γεράματα, βάσανα, νήστεια, κόποι,     γι΄ αυτό το έρμο το ψωμί!!                      ΑΛ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ 

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2019

Η κυρά Διαμάντω της Κερπινής

                                                    Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου
Καθόταν στο πεζούλι του σπιτιού του Δήμου Οικονομόπουλου κάτω απόν την κληματαριά με τα κιτρινοκόκκινα φύλλα , του παρθενόκισσου ,  όταν την αντίκρισα.
__Καλημέρα θειά της φώναξα πάνω από τον Δημόσιο δρόμο. Πώς είσαι; Σηκώθηκε από το πεζούλι με κοίταξε και μου απεύθυνε τον δικό της χαιρετισμό.

Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2019

ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ ( Το Πεσκέσι)

                                                                    Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου

31/10/2015 ημέρα Σάββατο. Ο καιρός μουντός. Η  γάτα μου είναι  κουλουριασμένη  στην ψάθινη καρέκλα,  έξω στην βεράντα.
Θαρρώ πως  είναι και γκαστρωμένη. Σαν με είδε σηκώθηκε νωχελικά  και νιαούρισε.
Κάτω στην αυλή , πάνω στο τσίγκινο τραπεζάκι είδα δυο τσάντες.
__Μα εγώ δεν άφησα τίποτα  εχθές εκεί. Πώς βρέθηκαν;  Έτσι σκέφθηκα και κατέβηκα να τις δω. Η μία ήταν γεμάτη ραδίκια και η άλλη είχε μια καρτέλα με αυγά.
Α! Εδώ κάτι γίνεται! Είπα.  Άρα δεν είναι τσάντες που άφησε η γυναίκα μου χθες.

Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2019

Η Γιώτα η ξαδέρφη μου


                 Πέρασαν εξήντα τρία   περίπου χρόνια από τότε που την πρωτοείδα.  Την θυμόμουν σαν μέτραγα στα δάχτυλα με τα ονόματά τους, τα δεκατρία αδέρφια του πατέρα μου και ύστερα μέτραγα όσα ήξερα από τα παιδιά τους. Έτσι έβαζα στον λογαριασμό και την ξαδέρφη μου την Γιώτα. Που λέτε θα ήταν στο τέλος   Θεριστή του 1956 που της έκανα την πρώτη επίσκεψη με την αδελφή της την Σταυρούλα (μια γυναικάρα μέχρι κει πάνω , χαμογελαστή,  με γαλάζια μάτια και κάτασπρο πρόσωπο ίδια η Αφροδίτη, που δυστυχώς δεν έχει χρόνο που έφυγε από την ζωή).

Με συνόδεψε στην ύπανδρη αδερφή της και ξαδέλφη μου την Γιώτα στις κάτω Δαβιές.

Παρασκευή 9 Αυγούστου 2019

Η ΜΑΡΙΟΛΩ


                                                Του Βαγγέλη Κων/νου Χριστοπούλου

( Η θεια Ντρούλιαινα- Φωτεινή Γιαννοπούλου)
Ήταν κόρη της Κωνσταντίνας  και  του εμπειρικού γιατρού  Πανέα (Πολυχρονόπουλου Πάνου του Χρόνη),  ο οποίος , με τα βότανα που μάζευε στα καταράχια της Γλανιτσιάς,  γιάτρευε  τις αρρώστιες όχι μόνο στο χωριό,  αλλά σε όλη την Γορτυνία και τα καλαβρυτοχώρια.

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2019

Ο Θερισμός


                                        Του  Πάνου Σπηλιώτη Πολύδερα
Μεστώσαν τα γεννήματα και γέρνουνε τα στάχυα
ο γεωργός  ‘τοιμάζεται να πάει για να θερίσει,
για να μαζέψει τον καρπό, των κόπων του ρεγάλο.
Έχει να θρέψει φαμελιά και ζώα να ταΐσει,

Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2018

ΤΟ ΜΑΙΝΑΛΟ ΚΑΙ ΟΙ ΓΛΑΝΙΤΣΙΩΤΕΣ




  Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου                                  
Σήμερα  θα συνταξιδέψουμε στο Μαίναλο,   με τους κοντινούς ανθρώπους του. Τους Αρκάδες και δει τους Γλανιτσιώτες. Πριν λίγες δεκαετίες τους συναντάμε στον ορεινό όγκο του Μαινάλου, μέσα στην αγκαλιά της φύσης. Στα δύσβατα μονοπάτια του, στις πλαγιές και τις χούνες του, στις κορυφές και τα φαράγγια του.

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΑΝΕΚΔΔΟΤΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΟΥ


 ΣΥΛΛΟΓΗ ΑΠΟ ΒΑΓΓΕΛΗ Κ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟ
ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟΥΣ ΠΑΤΡΙΩΤΕΣ ΜΟΥ ΓΛΑΝΙΤΣΙΩΤΕΣ.
Π Ρ Ο Λ Ο Γ Ο Σ

Μέσα από αυτές τις αληθινές  ιστορίες των χωριανών μου, παρουσιάζεται ο τρόπος  ζωής τους,  η αγωνία τους, τα πάθη τους, και τα καλαμπούρια τους που διασκέδαζαν για πολλές  πολλές δεκαετίες.  Θα ήθελα στα κείμενα να βάλω πολλές φωτογραφίες προσώπων και τόπων, για να μας φέρουν κοντά στο οικογενειακό περιβάλλον και στο χώρο που ειπώθηκαν και πήραν σάρκα και οστά οι ιστορίες τους.

ΤΑ ΣΥΝΝΟΡΑ ΤΟΥ ΧΩΡΑΦΙΟΥ


Του Βαγγέλη Κ. Χριτοπούλου 
Τράβαγε για το χωριό καβάλα στο μουλάρι του. Με τον  “ κούκο”  στο ολοστρόγγυλο κεφάλι του  να γέρνει λίγο δεξιά, να μην τον στραβώνει ο ήλιος. Τα πόδια του, με τα τσαρούχια  και  τις ολόμαυρες φούντες τους,  κρέμονταν κάτω από το σαμάρι. Το γελέκο απέξω  από το κάτασπρο πουκάμισο, με τα φαρδιά μανίκια, του έδιναν γοητεία, αρχοντιά και δύναμη. Ήταν  καλοδιατηρημένος, με όμορφο χαμόγελο, μεγάλο και  περιποιημένο μουστάκι  και με κρυστάλλινη  φωνή. 

ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΘΥΜΗΣΕΣ

Του Βαγγέλη Κ Χριστοπούλου
             «Ένας λόγος που με παρακίνησε να γράψω αυτά τα λίγα , με τις παιδικές αναμνήσεις, είναι να μάθουν οι σημερινοί  μαθητές , που θα τις διαβάσουν,  πόσο δύσκολη ήταν τότε (1950-1963 περίπου) η ζωή. Και για τα πριν χρόνια πολύ πιο δύσκολα. 

ΟΙ ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΕΣ


 Του Βαγγέλη Κ Χριστοπούλου
Η Ασήμω λογάριαζε με τα δάχτυλά της, οχτώ αυγά και άλλα οχτώ κάνουν δέκα έξι. Με αυτά έλεγε κάνω δυο οκάδες χυλοπίτες  και με άλλα δέκα έξι κάνω άλλες δυο οκάδες . Τα αυγά τα είχε στο κασόνι που ήταν γεμάτο γέννημα, απλωμένα να μην χαλάνε από την ζέστη.

ΤΟ ΛΕΒΕΤΙ ΤΗΣ ΜΗΤΡΑΙΝΑΣ


 Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου
 «Αν φύγει το λεβέτι από το σπίτι μου, μου φαίνεται πως διώχνω την μάνα μου».                     Είπε η Μήτραινα!!
Είχε βγει στην βεράντα της να ποτίσει τις  γλάστρες . Μίλαγε και έλεγε την καλημέρα της  με όλους που πέρναγαν από το δρόμο, που είναι κοντά στο σπίτι της. Είναι ένας χαρούμενος άνθρωπος με έναν  καλό λόγο και ένα χαμόγελο στο στόμα. Έτσι κάπως έγινε κείνη την μέρα που την είδε η Δέσπω στο μπαλκόνι της.   Την προσκάλεσε:
__Έλα, Μαρία, να πιούμε καφέ  στην αυλή τ’ αδερφού μου.

ΤΑΞΙΔΙΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ (Η Δάφνη)


                        Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου            

 Δεν νομίζω, για την ιστορία που θα διηγηθώ, ότι είναι απαραίτητο να γράψω το όνομά της. 

Χθες είχα ένα τηλεφώνημα.  Έκανε τον  χρόνο να κυλήσει πίσω και μου το  θύμισε.  Είχαν περάσει πολλά χρόνια και σχεδόν  την είχα ξεχάσει.
Μου συστήθηκε  η ίδια.  Αλλά  τί σας λέω; Και γιατί να μην πω το όνομά της;  Πέστε ότι την λένε ΔΑΦΝΗ. Και ας μην  την λένε Δάφνη.  Εσείς δεν έχετε να χάσετε τίποτε.  Εχθές   πάντως με ρώταγε, αν την θυμάμαι!

Η Υ Π Ο Σ Χ Ε Σ Η


                 Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου

Ο Γιάννης Βρέννος  πολλές φορές αθέτησε την υπόσχεση, που έδωσε στην  Μαριγώ Πουρνάρα.  Είχε συμφωνήσει μαζί της πως  τον Οκτώβριο, που θα τέλειωνε  η σπορά και ο τρύγος ,  θα την ζήταγε σε γάμο.

Ο ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ


 Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου  
Πόσα παράξενα κι ανέλπιστα πράγματα γίνονται κάθε ημέρα γύρω μας! Αυτά σκεπτόταν η θεια Γιαννούλα, ανεβαίνοντας σκεφτική τον φαρδύ δρόμο που πήγαινε στο σπίτι της. Μπαίνοντας μέσα στην είσοδο  της αυλής, είδε τον   άντρα της και όλο χαρά του είπε:
__Πού θα πάει, θα τον βρω.

ΜΙΑ ΤΡΑΪΣΤΙΝΑ* ΧΟΡΤΑ


                       Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου                

Πρωί πρωί, φάγανε τον τραχανά και  μικροί και μεγάλοι σκορπίσανε για δουλειές. Άλλος για ξύλα, άλλος για νερό, στα πρόβατα και στις κατσίκες. Έτσι γινότανε στο χωριό ο καθένας πήγαινε στο πόστο του. 

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΝΤΙΝΟΥ

 Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου

Το σπίτι του,  ήταν φτιαγμένο από τον  παππού του, δηλαδή τον προπάππου μου.   Τότε  μαζί με τους παππούδες μου, συγκατοικούσαν οι γονείς μου, τα αδέρφια του πατέρα μου, οι  ανύπαντρες αδελφές τους και ένα σωρό κουτσούβελα και άλλο συγγενολόι που είχε ανάγκη βοήθειας. 

Ο Ι Κ Λ Ε φ Τ Ε Σ


          Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου

 Δεν ήθελαν να τους βγαίνει κανένας άλλος  πρώτος  στην κλεψιά. Σάλταραν, νύχτα στις ράχες, μια πηδουλιά τόπος από το χωριό, όπου κοιμόσανται τα γιδοπρόβατα και άρπαζαν πότε αρνί, πότε κατσίκι, πότε βετούλες, και πότε γίδες στέρφες, τετράπαχες.

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ


              

Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου                                                 

Στο σπίτι του χρόνια μπαινόβγαινα.  Τρώγαμε, πίναμε, γελάγαμε και λέγαμε τις φτώχιες μας. Τέτοια κουβέντα δεν είχε ξαναγίνει: Αν  δηλαδή έγινε ποτέ  κλέφτης, σαν τσοπάνος που ήταν στα βουνά με τα πρόβατα.
Κείνη τη φορά η κουβέντα  ήτανε για κάποιους πολιτικούς, άρχοντες του τόπου:  Δήμαρχους, Εργολάβους κλπ, που κατάκλεψαν τον τόπο.