Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2019

Η Γιώτα η ξαδέρφη μου


                 Πέρασαν εξήντα τρία   περίπου χρόνια από τότε που την πρωτοείδα.  Την θυμόμουν σαν μέτραγα στα δάχτυλα με τα ονόματά τους, τα δεκατρία αδέρφια του πατέρα μου και ύστερα μέτραγα όσα ήξερα από τα παιδιά τους. Έτσι έβαζα στον λογαριασμό και την ξαδέρφη μου την Γιώτα. Που λέτε θα ήταν στο τέλος   Θεριστή του 1956 που της έκανα την πρώτη επίσκεψη με την αδελφή της την Σταυρούλα (μια γυναικάρα μέχρι κει πάνω , χαμογελαστή,  με γαλάζια μάτια και κάτασπρο πρόσωπο ίδια η Αφροδίτη, που δυστυχώς δεν έχει χρόνο που έφυγε από την ζωή).

Με συνόδεψε στην ύπανδρη αδερφή της και ξαδέλφη μου την Γιώτα στις κάτω Δαβιές.
Με την Σταυρούλα πρωί πρωί φύγαμε από το χωριό Θάνα  που ήταν η κατοικία της,  με λεωφορείο και ήρθαμε στην Τρίπολη να προφτάσουμε το λεωφορείο στο πρακτορείο  που είχε ανταπόκριση και θα πήγαινε  στο χωριό της  Γιώτας.
Καθώς φτάσαμε στην Τρίπολη  δεν είχα ιδεί τέτοια μεγαλεία στο χωριό μου! Αυτοκίνητα, πλατείες,  δρόμους, όμορφα κτίσματα, μαγαζιά γεμάτα κόσμο, καλοντυμένους ανθρώπους, ζωηρή κίνηση και χαρούμενες φωνές.
Έτσι σε είκοσι πέντε λεπτά διαδρομή  φτάσαμε στο σπίτι της Γιώτας που ήταν κοντά στο δημόσιο δρόμο . Ήταν μοναχικό και ξεχώριζε από το μεγάλο χαγιάτι που είχε.
Ο ήλιος ολόλαμπρος είχε βγει από το Αρτεμίσιο και μείωνε τ’  απόσκια  από τα δέντρα και τα ψηλά αραποσίτια.  Ο κάμπος ήταν καταπράσινος με περιβόλια και οπωροφόρα δέντρα.  Μεγάλη χαρά ένοιωθα  που πήγαινα στης ξαδέρφης μου το σπίτι, σαν να την ήξερα χρόνια. Λυπάμαι που δεν θυμάμαι να αποθανατίσω το σπίτι της. Εκείνο που με εντυπωσίαζε ήταν το μεγάλο μπαλκόνι , όπως φαινόταν από τον δρόμο με τις δυο μπαλκονόπορτες που από κει έβλεπες , από την μια πλευρά το Μαίναλο και από την άλλη τον φιδίσιο δρόμο και δεξιά κι αριστερά μποστάνια με φασόλια , πατάτες , κολοκύθια, καλαμπόκια, δαμασκηνιές με τους ώριμους μοβ καρπούς των.  Τα μάτια  δεν χόρταιναν  να αγναντεύουν.
Έκατσα για λίγο κοντά στις ξαδέρφες  και δεν έχασα χρόνο, μέσα από τις καλαμποκιές ήρθα στην μεγάλη δαμασκηνιά.  Σαν ακροβάτης, μαθημένος από το χωριό μου που ανέβαινα στις συκιές και τις μυγδαλιές  ανέβηκα σαν αίλουρος στην δαμασκηνιά.
Οι γινωμένοι καρποί της άφηναν το βαθύ  χρώμα τους  στο άσπρο πουκαμισάκι μου.  Ντράπηκα με την απροσεξία μου που θα με έβλεπαν χάλια και δειλά, δειλά ήρθα κοντά τους.
Εκείνες χαμογέλασαν με το παιδικό μου πάθημα, μα δεν άργησαν να βάλουν το πουκάμισο  στην μπουγάδα. Το κοντό παντελονάκι που φορούσα ήταν σκούρο και να ήθελε πλύσιμο δεν θα δεχόμουν με τίποτε να μείνω γυμνός και φυλακισμένος.
 Από τότε έχω να ιδώ την ξαδέρφη μου!! 
Το δεκαπενταύγουστο η φίλη μου η Ελένη στο FB  με έκανε άνω κάτω!!
Ξύπνησε κόσμους παλιούς μέσα μου. Με πήγε πίσω, σε κείνα τα χρόνια, που οι περισσότεροι δρόμοι ήταν χωματόδρομοι, στα χωριά οι άνθρωποι άνοιγαν τα παράθυρα και γελαστοί έλεγαν καλημέρα. Αν κάποιος ήταν κρυωμένος οι πρακτικές γιάτρισσες έριχναν βεντούζες και έφτιαχναν λογής λογής μαντζούνια για τις αρρώστιες.
Εμείς τα παιδιά κυκλοφορούσαμε ελεύθερα στις αυλές των σπιτιών στις αλάνες και τους δρόμους.  Καθώς ξεφύλλιζα το FB και ακολουθούσα τους δρόμους του,  μπήκα στο προφίλ της πρόσφατα γενόμενης φίλης μου της Ελένης.  Και έγγραφε « Χρόνια πολλά στην υπέροχη μαμά μου σε αυτή την ευλογημένη μέρα και σε όσους γιορτάζουν σήμερα» και είχε αναρτήσει και την φωτογραφία της αγαπημένης μάνας της.
Έμεινα ενθουσιασμένος καθώς είδα μια γλυκιά  γυναικεία μορφή  και ψαχούλευα στο πρόσωπό της να βρω , τι έκρυβε μέσα της.
Συλλογίστηκα, πόσες λύπες, πόσες οδύνες πέρασε στην ζωή της. Ήταν ένα πλάσμα λιγνό, χλωμό,  με γερασμένο πρόσωπο που στα μάτια της έφεγγε μια φλόγα. Τα χρόνια πήραν την γυναικεία της γοητεία.  Ήταν μια κουρασμένη ασκητική μορφή, που ο χρόνος είχα ξαπλώσει επάνω της και τις άφησε ρυτίδες στο πρόσωπο και σημάδια στα κουρασμένα χεράκια της.
‘Έστειλα ένα Λαικ και ευχήθηκα χρόνια πολλά για την γιορτή τους  και για την φίλη μου την Ελένη. Δεν ήξερα ποια ακριβώς ήταν.  Η απάντηση ήρθε απρόσμενα από την Ελένη.
--Ευχαριστώ πολύ Θείε για τις ευχές σου. Στο άλλο ταξίδι που θα έρθω στην Ελλάδα πρέπει να συναντηθούμε.
Ξανακοίταξα την φωτογραφία με δέος . ‘Ήταν η  ξαδέρφη μου η Γιώτα που έζησε στην Αμερική και ή ανιψιά μου η Ελένη κόρη της που μου έστειλε το ευχάριστο μήνυμα.
Αγαπημένη μου ξαδέρφη η χαρά μου είναι απερίγραφτη και ας  σε  συνάντησα στα τούνελ του FB . Τα μάτια σου γίνανε στα δικά μου μάτια  ακόμη πιο ωραιότερα όπως τα θυμάμαι.  Η ψυχή μου ρόδισε σαν ανοιξιάτικη μέρα και η καρδιά μου χτύπησε ξέφρενα.
Πολύ θα ήθελα να σου σφίξω το χέρι, να σε φιλήσω και να σου ειπώ πόσο σε αγαπώ για κείνες τις αλησμόνητες στιγμές κοντά σου.
Εύχομαι καλή δύναμη , υγεία , και οικογενειακή ευτυχία σε σένα και την όμορφη οικογένειά σου.
Με αγάπη ο Πρωτοξάδερφος,  Βαγγέλης!!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου