Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2018

Ο Ι Κ Λ Ε φ Τ Ε Σ


          Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου

 Δεν ήθελαν να τους βγαίνει κανένας άλλος  πρώτος  στην κλεψιά. Σάλταραν, νύχτα στις ράχες, μια πηδουλιά τόπος από το χωριό, όπου κοιμόσανται τα γιδοπρόβατα και άρπαζαν πότε αρνί, πότε κατσίκι, πότε βετούλες, και πότε γίδες στέρφες, τετράπαχες.
 Μέχρι πρόπερση,  σμίγαμε  τα πρόβατά τους στη βοσκή και τα συμφωνούσαν  μυστικά μόνοι τους. Ο ένας ήταν ο Νασιο –Θανάσης, παλιός και έμπειρος κλέφτης  στα ανατολικά μέρη του Λάδωνα και ο άλλος, ο Γιάννης ο Κούρλας,  κι αυτός ζωοκλέφτης,  που η φήμη του έφθανε μέχρι την Βάχλια, Κοντοβάζαινα, το Βελιμάχι κι βάλε!.  Τα καλύβια τους ήταν  το ένα απέναντι από το άλλο σε δυο κοντινές  πλαγιές.   Και  να, πώς ξεκίνησαν και έγιναν συνεργάτες στην κλεψιά και αχώριστοι φίλοι.
Ο Νασιο- Θανάσης  βρέθηκε μια μέρα  στο Κάτω Νερό, όπου έτρεχε  το κρύο γάργαρο νεράκι στην  ξύλινη κοριτούλα .

Έβγαλε από το τράστιο του ένα κομμάτι ξερό ψωμί, το έβρεξε καλά στο νερό και…  έκανε όρεξη  κι έτρωγε.

 Από κει  πέρναγε την ώρα κείνη με το κοπάδι του ο Περαμερήσιος Γιάννης Κούρλας.

Παλιότερα οι δυο τους είχαν κάνει κάποια καριέρα μαζί στη ζωοκλοπή, αλλά τώρα ο Νασιο-Θανάσης είχε γυρίσει στον ίσιο δρόμο.
Ο Γιάννης Κούρλας βλέποντάς τον να τρώγει  ξερό ψωμί, τον συμπόνεσε και του είπε:

__Θα μπορούσες Νασιο- Θανάση, το ψωμί να το έτρωγες  και με προσφάι. 
Εκείνος εννόησε πού το πήγαινε ο Γιάννης  Κούρλας και, χωρίς να χάσει την ευκαιρία,  του απάντησε:
__Και τί να κάνω Γιάννη;
__Να,  κοίταξε! Τα  πλάϊα είναι γεμάτα  λιανοκούδουνα. Βόσκουν λογής-λογής σφαχτά.  Συνεταιρικώς θα μπορούσαμε πού και πού να κλέβουμε κανένα γίδι, κανένα τραγί… Εγώ θα έφερνα  πληροφορίες για  δικούς μου τσοπάνηδες:  Πού  ξενυχτούν τα σφαχτά τους  τα βράδια,  πότε κοιμούνται μαζί τους, πότε   είναι μόνα τους τα ζωντανά και γενικά τις κινήσεις των τσοπάνηδων.  Το ίδιο αν  έκανες  και συ για τους γνωστούς  σου τσοπάνηδες, ποιος θα μας εμπόδιζε  να κλέβουμε και να τρώμε;   Βλέπεις ούτε συ μπορείς να κλέβεις μόνος σου , ούτε εγώ. 
Το «μικρόβιο» ξύπνησε μέσα στο Νασιο-Θανάση!
__Δεν είναι άσχημη η ιδέα σου, του είπε.  Δεν το είχα σκεφθεί . Πάεικαιρός που ξέκοψα απ’ αυτό το  χούϊ. Όμως Πρόσεξε! Λένε ότι ο Λύκος δεν  κυνηγάει κοντά στη φωλιά του.

 Συμφώνησαν σε όλα! Είχαν γνώσεις και εμπειρία της δουλειάς και έτσι έκλεβαν σφαχτά  στην αρχή από τα μακρινά  μαντριά και βοσκοτόπια,  με ευκολία.  Από την Περαμεριά,  τα Σύμπαινα, τον Παλιόπυργο και απ’ αλλού….
Πήρε να βραδιάζει. Τα γίδια του γερο- Βλάση, βόσκοντας, κατέβαιναν σιγά-σιγά στην πλαγιά των Σελών, πηγαίνοντας   για το καλύβι του. Καλά είχαν βοσκήσει όλη μέρα στον Τράφο,  στη Μακριά Λάκκα, στον Άγιο Θόδωρο. Μερικές γίδες θα είχαν και το δώρο τους. Στους κήπους, γύρω απ’ το καλύβι του, είχε πολλά  γρασίδια σπείρει ο γέρος. Κάποιες γίδες που είχαν γεννήσει, θα τις απόλαγε μέσα να φάνε, να χορτάσουν και να κατεβάσουν γάλα για τα μικρά τους. Μπήκε μπροστά απ΄το κοπάδι του ο Γερο-Βλάσης και μόλις  είχε φθάσει κοντά στο καλύβι του. Πριν μπει μέσα, έριξε μια τελευταία ματιά στην πλαγιά που ροβόλαγαν  τα γίδια για το κονάκι τους.
Ακούγονταν, χονδροκούδουνα, ψιλοκούδουνα, βελάσματα. Οι ρεματιές και οι πλεύρες  κουνιόσαντε  από το ηχοβολητό του κοπαδιού .
Αιφνης! Τα γίδια αλαφιασμένα, πισωγύρισαν προς τον ζυγό, πήραν το μονοπάτι το ένα πίσω από το άλλο, σαν σε πορεία στρατού, ανέβηκαν ψηλά στην ρεματιά και κόλλησαν  στην απέναντι πλαγιά.
__Τί τρέχει πατέρα, με τα γίδια; Γιατί τρέχουν προς τ’ πάνου;
__ ‘Η  κλέφτες,  ή  ζούδια,  τους άλλαξαν την πορεία,   απάντησε στην κόρη του, αιφνιδιασμένος ο Γερο-Βλάσης!.
Ο γέρο Βλάσης , τετραπέρατος, κοντός, με την μακρυμάνικη πουκαμίσα του, την τραγιάσκα του, τα καουτσουκένια παπούτσια του, τις προβατόμαλλες κάλτσες του, γύρεψε λίγο νερό από την κόρη του, ήπιε και έφυγε βιαστικός. Δεν πρόλαβε να ξεκουραστεί. Το στόμα του ήταν πικρό σαν φαρμάκι.
Θα τράβαγε τον ανήφορο, είκοσι λεπτά δρόμο, θα έπαιρνε την μεγάλη στροφή του δρόμου,  που θα  τον έβγαζε κοντά στο καλύβι του Νασιο- Θανάση. Από κει υπήρχε στο ρίζωμα του λόφου μονοπάτι μέχρι την κορυφή.  Εκεί θα έβρισκε τα γίδια.
Ο Νασιο- Θανάσης, δεν μπόρεσε να κρυφτεί και να τον αποφύγει ,μόλις έφθασε κοντά του. Ο γέρο Βλάσης πολλές φορές του είχε συμπαρασταθεί.  Είχε μαζέψει και χάρες για δαύτον. Συνέβη τότε που ήταν σμίχτης με τον Γιάννη τον Κούρλα και είχαν διακόσια σφαχτά κάτω από τα μεγάλα πρίνια της Παναγιάς. Μια ανατριχίλα  έπιασε το γέρο, σαν θυμήθηκε  καρβουνιασμένα όλα τα  γιδοπρόβατά τους, από τον κεραυνό, που πρώτος εκείνος είδε. Τους μάζεψε  τότε πενήντα  δύο σφαχτά, χάρισμα των τσοπάνηδων . Και ο Θανάσης και ο Γιάννης  είχαν τότε μεγάλη υποχρέωση στο Γερο-Βλάση.
Τώρα όμως οι δυο συνεργάτες  δεν είχαν να φάνε. Μα και φαϊ να μην τους έλειπε, η συνήθεια δεν κοβόταν. Μόλις νύχτωνε, έπαιρναν τα βουνά και τα λαγκάδια και κλέβανε γίδες και πρόβατα. Πότε δυο, πότε τρία , έσφαζαν αβέρτα και έτρωγαν. Η κλεψιά τούς έγινε πάθος! . Αργότερα ,  έκλεβαν, και ας είχαν δικές τους στάνες. «Το κλεφτό κρέας είναι γλυκότερο από το δικό μας», έλεγαν.
Ο Νασιο- Θανάσης , σαν είδε το γέρο Βλάση από την μια, την γίδα να βελάζει από την άλλη, μια ντροπή τον έπιασε και ένας φόβος. Λαχτάρησε,  νομίζοντας  πως  ερχόταν  για το δικό του κονάκι και θα έβλεπε την γίδα, που λίγο πριν του είχε κλέψει.
Ο γέρο Βλάσης, άκουσε το βέλαγμα της γίδας, μα δεν έδωσε σημασία. Τα μελίγγια του χτύπαγαν δυνατά, ασκόφερνε από το περπάτημα στον ανήφορο. Πέρασε κοντά του,  είπε ένα «γεια» και τράβηξε το δρόμο του.
Ο Νασιο -Θανάσης μισόστριψε μηχανικά το μουστάκι του, ανοιγόκλεισε τα έξυπνα μάτια του και αγνάντευε με ένα αινιγματικό χαμόγελο τον γερο- Βλάση, που ανέβαινε με κόπο τον ανήφορο. Πρώτη φορά έκλεψε γίδα του.
__Μαγάρισα  την στάνη του, ψιθύρισε, και θα μαγαρίσω και το αίμα μου με την γίδα του.
Σκέφθηκε να την αφήσει ελεύθερη. Μα σαν ήρθε στο καλύβι ο Γιάννης Κούρλας, όλα άλλαξαν. Έσφαξε κείνος την γίδα και, σε λίγο,  έβραζε μέσα σε μια τεντζέρα.
__Ώσπου να πάρει είδηση ο Βλάσης για τη γίδα του, θα έχει γίνει χώμα, είπε ο Κούρλας γελώντας.
__Ας γίνει το θέλημα του Θεού, είπε με την καρδιά του ο Νασιο -Θανάσης.Εμείς έτσι κι αλλιώς  κολασμένοι είμαστε

Ο γερο-Βλάσης , με πολλή κούραση, έφερε και άρμεξε τα γίδια στο καλύβι του. Η γκέσα γίδα του,  που ερχότανε στα χέρια του με μια μπουκιά ψωμί,  κείνο το βράδυ δεν παρουσιάστηκε!.
Ήρθε στο μυαλό του το βέλαγμα, εκεί στο καλύβι του Νασιο- Θανάση. Σαν να την έβλεπε μπροστά του.  Αλλά πάλι συλλογιζόταν πως εκείνος πάντα τον καλούσε στο καλύβι του, όταν πέρναγε από κοντά του και ας μην είχε τίποτα  να τον φιλέψει. Ως τόσο οι υποψίες που μπήκαν στο μυαλό του, έγιναν φόβος και οργή.  
__ Θα μου χαλάσουν τη γίδα, είπε στην κόρη του.

Ας ήταν αργά, καβάλληκε το άλογό του και κίνησε για κει.
Οι δυο συνεταίροι είχαν  ρίξει  το μπροστινό κομμάτι της γίδας στην πουρναρόθρακα και περίμεναν να ψηθεί .Το υπόλοιπο  έβραζε στην τεντζέρα.  Η τσίκνα μοσκοβόλαγε και τα σάλια τους τρέχανε. Η μυρουδιά έφτασε και στην μύτη του γερο- Βλάση που πλησίαζε και στα σκυλιά που φύλαγαν εκεί κοντά, να φάνε το μερτικό τους. « Πάει η γίδα μου», συλλογίστηκε με φρίκη!

__Η κλεψιά είναι για τους λεβέντες, έλεγε ο Νασιο-Θανάσης. Όσοι δεν κλέβουν δεν είναι άξιοι να ζήσουν τις οικογένειές τους, είναι κιοτήδες.
__Άστους αυτούς, συμπλήρωσε ο Κούρλας. Δεν είναι για ζωή. Και όπως βγάλανε μισοάψητο ένα κομμάτι κρέας από τα κάρβουνα να φάνε, ξεπρόβαλε ξαφνικά μπροστά τους ο Γερο- Βλάσης. Ξεγέλασε τα σκυλιά ,που τους φύλαγαν, και τους έπιασε στα πράσα.
Τον καλωσόρισαν με προσποιητή ευγένεια και ψυχραιμία.
__Καλώς τον προστάτη μας, είπε ο ένας.
__Καλώς ήρθες γερο- Βλάση, είπε ο άλλος.
__Δεν ξέρω αν ήρθα για καλό, είπε κείνος αγριεμένα.
__Για καλό ήρθες. Ψένουμε απόψε, να φας και συ ένα κοψίδι και μετά ότι ώρα θέλεις φεύγεις.
 Όσο κι αν θύμωσε μέσα του στην αρχή ο γέρος, τόση απάθεια έδειξε στην συνέχεια. Του έκοψαν ένα μεγάλο κομμάτι ψητό και το έβαλαν μπροστά του. Τη γίδα μου την έχασα, που την έχασα, σκέφθηκε. Τουλάχιστον ας έχω κέρδος  ό,τι θα φάω. Δεν έχασε καιρό. Πήρε το κρέας, το δάγκωσε με τα δόντια του σαν τανάλια και με τα δυο χέρια τράβαγε να κοπεί και να μείνει στο στόμα του κομμάτι. Το κρέας ,άψητο όπως ήταν, τέντωσε σαν λάστιχο, κόπηκε και απλώθηκε στα γκρίζα μουστάκια του και την μύτη του,αφήνοντας στα χείλη και την γλώσσα του τον γλυκό χυμό του. Και σαν το κατάπινε, ύστερα αναγλυφότανε.  Συνέχισε με την ίδια τεχνική, μέχρι που το τελείωσε. Το δεύτερο κομμάτι ήταν καλύτερα ψημένο, ήταν εύκολη υπόθεση. Ωστόσο πέρασε αρκετή ώρα, συνδαύλισαν δυο τρείς φορές τ’ απόδαυλα κάτω στην μεγάλη τεντζέρα, που έβραζε. Έβγαζαν κι από κει πολλές φορές μισοάβραστα κομμάτια κρέας και έτρωγαν.

__Το κρέας άμα κρατάει είναι πιο γλυκό, είπε ο Νασιο- Θανάσης.

__Γι αυτό κοντεύει να τελειώσει, είπε ο Γιάννης ο Κούρλας. Φάε γέρο Βλάση, τον παρακίνησε. Έχεις δρόμο να κάνεις μέχρι το καλύβι σου.

Σαν χόρτασαν, είχαν τελειώσει και τα κοψίδια. Σε ένα σαγάνι και στο καπάκι της τενζτέρας έβαλαν δυο φορές ζουμί, ήπιε ο καθένας όσο ήθελε. Και σαν χόρτασε το στομάχι τους,  ο γερο- Βλάσης  γύρισε προς τον Νασιο- Θανάση,  με αγριεμένα μάτια.

__Τέτοιο παχύ σφαχτό εσύ δεν είχες. Πού το βρήκες;

__Γερο-Βλάση δεν σε καταλαβαίνω!  Τι θέλεις να ειπείς;

__Καταλαβαίνεις!  Αλλά πες μου γιατί έκλεψες την γίδα μου;

__Δεν είσαι καλά, γερο- Βλάση. Αυτό ήρθες να μας πεις;  Εγώ έκλεψα δικιά σου γίδα;
__Πάμε στον Άγιο Ταξιάρχη να ορκιστείς, ότι δεν την έκλεψες. Αλλά τί λέω εγώ! Από όρκους κάνεις όσους θέλεις.  Σάματι έχεις πίστη μέσα σου;
__Μη με ογρατίζεις βραδιάτικα γερο- Βλάση. Την υποχρέωση που σου  έχω την ξέρεις.Εγώ ποτέ δεν θα έκλεβα σφαχτό δικό σου.
__Γιάννη, φωνάζει του Κούρλα. Πήγαινε φέρτο εδώ. Συνεννοήθηκαν με τα μάτια. Ο Κούρλας πήγε, το έφερε και το έριξε μπροστά στα πόδια τους.  Τα ξύλα είχαν ακόμα λάμπαδο και το κερί, από τον Άγιο Ταξιάρχη, που έκαιγε , φώταγε αρκετά το χώρο του καλυβιού. Ο γερο- Βλάσης, έπιασε το τομάρι στα χέρια του, είδε το κεφάλι με τα κέρατα. Δεν είχε καμιά ομοιότητα με την γκέσα του. Προς στιγμή αμφέβαλε και χωρίς να χαιρετήσει σηκώθηκε να φύγει.
__Γερο- Βλάση, σε σένα δεν θα κάναμε τέτοια ατιμία, του φώναξε ο Νασιο- Θανάσης, πριν απομακρυνθεί πολύ. 

__Διαβόλου κάλτσα, δεν πιάνεσαι από πουθενά, σιγοψιθύρισε ο γερο- Βλάσης και   πήρε τραβώντας  το άλογο,  για το καλύβι του.

__Περίφημα τα κατάφερες,  του είπε ο Κούρλας.

__Αν δεν μπορώ να κοροϊδέψω και σαν του λόγου του, τότε δεν θα ήμουν για τίποτα.  Κοίτα μόνο να παίρνεις μαθήματα.
Οι δυο τσοπάνηδες, για πολυν καιρό, έφαγαν και γίδες μεστές και μουνούχια τραγιά και βετούλια και άλλα σφαχτά.  Όσα έκλεβαν, τα έφερναν κοντά στο καλύβι του Κούρλα, σε μια μικρή κρυφοσπηλιά. Η πλαγιά εκεί κοντά είχε γεμίσει με άντερα , πατσιές, πόδια και γιδοτόμαρα. Τα κοράκια, οι αητοί και  τα όρνια γύριζαν δεξιά κι αριστερά του καλυβιού , έκαναν κύκλους , εντόπιζαν  εντόσθια και κεφάλια των σκοτωμένων ζώων και ορμούσαν προς τα κει.  Άλλοτε κάθονταν και τα ξεκοκάλιζαν επί τόπου και άλλοτε τα έπαιρναν με τα νύχια τους και τα έτρωγαν με την ησυχία τους πιο μακριά. Ο τόπος ανέδυε μια δυσοσμία και ο αέρας ερχόταν αποπνικτικός στα ρουθούνια των περαστικών.
Απ’ αυτή την κατάσταση και από μερικές άλλες ενδείξεις είχαν υποπτευθεί οι άλλοι τσοπάνηδες ποιος έκλεβε τα ζώα  και γι αυτό έπαιρναν τα μέτρα τους. Έτσι και ο Κούρλας με τον Νασιο- Θανάση είχαν πάνω από μήνα να γευθούν κοψίδι και να οσφρανθούν την τσίκνα ψητού κρέατος.
__Τέτοια γκίνια, Νασιο- Θανάση, δεν την περίμενα. Όπου πηγαίνουμε, αστοχούμε. Άλλοι φυλάνε τα μαντριά με τους γκράδες. Άλλοι πηγαίνουν τα βράδια  κοντά στα πράματά τους,  αλλού τα σκυλιά μας οσμίζονται με την πρώτη.

__ Ευτυχώς με το προχθεσινό τραγί θα φάμε καλά, Γιάννη.

__ Πρέπει να προσέχουμε όμως, μας έχουν βάλει στο μάτι.
Ο ουρανός ήταν βαριά συννεφιασμένος, όσο συζητούσαν περί μέτρων προφύλαξης, όταν ξαφνικά έφτασε κουστωδία τσοπάνηδων στο καλύβι του Νασιο-Θανάση.  Είχαν καταλάβει ότι οι γείτονες  τους  είχαν ταράξει  στην κλοπή τα γίδια τους.  Ήρθαν λοιπόν απρόσκλητοι, με το σκοτάδι στο καλύβι και απροειδοποίητα,  να τους πιάσουν επ’ αυτοφώρω,  ή να σφάζουν ή να βράζουν  το κρέας από τα ζώα τους. Αργά το απόγευμα είχαν ακούσει το βέλαγμα γίδας στην μικρή χαράδρα και έτσι υποπτεύθηκαν  την κλοπή.  Θεώρησαν ότι ήταν η κατάλληλη ώρα και ημέρα να τους πιάσουν «με τη γίδα στην πλάτη», όπως λέει ο λαός.

__Πού θα μας πάνε;  Θα τους πιάσουμε τους άτιμους, είπε ένας της συντροφιάς των τσοπάνηδων.
__Είναι καπάτσοι και δύσκολα θα μπορέσουμε να  αποκαλύψουμε τις κλοπές. Έχουν δυο καλύβια, δεν ξέρουμε πού θα τους βρούμε και πού τα κρύβουν.
__Αύριο πρωί θα  ‘ρθούμε να ψάξουμε στην πλαγιά για κόκκαλα και αποφάγια. Είπε  κάποιος .
__Αυτό είναι το καλύτερο που σκέφθηκες, απάντησε άλλος.  Αυτά έλεγε η συντροφιά των τσοπάνηδων , όσο ήταν μακριά από το καλύβι.
Πριν μια ώρα ο Κούρλας και ο Νασιο- Θανάσης είχαν ξεκοκαλίσει  μια πλάτη ο κάθε ένας τους από ένα τραγί. Είχαν πετάξει τ’ αποφάγια στα σκυλιά και κάθονταν στο παραγώνι,  πάνω σε μια στρωμένη αντρομίδα  από μαλλί τράγου. Η τσίκνα ήταν έντονη ακόμη στο καλύβι, όταν φώναξαν από το γαλάρι οι άλλοι τσοπάνηδες.

Τους  καλοδέχτηκαν, σαν να μη συνέβαινε τίποτε.  

 Μόλις μπήκαν στο καλύβι τους, έξω άστραφτε και όλος ο τόπος φώταγε, ενώ συγχρόνως βροντές τάραζαν συθέμελα  το φτωχό καλύβι. Η δυνατή βροχή και ο αέρας δυνάμωνε  και υπήρχε κίνδυνος  να πάρει την  σκεπή του καλυβιού.

__Ήρθατε σε καλή στιγμή, τους είπε ο Νασιο -Θανάσης ψύχραιμος.

Κι αμέσως ξεσκέπασε μια μεγάλη τεντζιέρα με ζουμί και κρέας βραστό.

__Τί είναι αυτό; ρώτησε ένας από τους τσοπάνηδες και το μυαλό του πήγε στο τραγί, που έχασε προχτές.

__Να, μια γίδα μου τσακίστηκε πέρα κει στο πλάι. Και ευτυχώς που την πήρα είδηση.  Οι αητοί ψηλά καιροφυλακτούσαν.  Έβαλε μπροστά τους   σαγάνια, γεμάτα ζουμί  με τέσσερα ξύλινα χουλιάρια  και το καπάκι της τεντζιέρας με βραστό κρέας.

__ Φάτε, τους είπε . Πιάστε και κρέας με τα χέρια σας. Είναι νόστιμο. Ψωμί δεν έχω πολύ.

Εκείνοι άρχισαν δειλά να τρώνε. Δεν ήξεραν ότι  έτρωγαν από τα δικά τους σφαχτά. Είχαν όμως αμφιβολίες πολλές. 

Τα ξύλα τριζοβολούσαν στη φωτιά και οι έξι  τσοπάνηδες γύρω από την φωτιά δεν έλεγαν τίποτε άλλο εκτός από τον καιρό .  Ο Γιάννης ο Κούρλας έφερε σκόπιμα τη συζήτηση στην κλοπή δυο γιδιών του,  που του πήραν δήθεν το προηγούμενο βράδυ.  Αλλά και ο  Νασιο- Θανάσης ζήτησε να προσέχουμε τους ξένους, που διαβαίνουν αθώα τάχα στον τόπου μας  και σκοπό έχουν να κλέβουν. Διαμαρτυρήθηκε  ότι και αυτουνού έκλεψαν ένα τραγί .
Η φιλοξενία, που δέχτηκαν με την κακοκαιρία κείνο το βράδυ, δεν επέτρεψε στους τσοπάνηδες να παραπονεθούν για την κλοπή των σφαχτών τους. Το άφησαν για άλλη ευλαιρία.

Η δυνατή  νεροποντή όλο το βράδυ φούσκωσε την ρεματιά, και το νερό παρέσυρε τις κοιλιές , τα πόδια και τα κεφάλια των ζώων. Απομάκρυνε  και την  δυσοσμία  που υπήρχε .

Όταν κάποια στιγμή αργά  έφυγαν , είπε ο Κούρλας:
__Καλά που δεν βρήκανε τίποτε επιλήψιμο. Θα πηγαίναμε χαμένοι. Αλλά τί λέω εγώ; Ο Θεός φυλάει τον κλέφτη  αυτή τη φορά, και  όχι τον  νοικοκύρη .

__Πρέπει να φροντίσουμε το μέρος να είναι καθαρό, συμπλήρωσε ο Νασιο- Θανάσης. Ας είναι απόμερα τα καλύβια  και το  μέρος δύσβατο. Τα όρνια και τα άλλα πετούμενα μπορούν να μας προδώσουν.

__Και τί άλλο  μπορούμε να κάνουμε; αντέτεινε ο Γιάννης ο  Κούρλας.  Να  σταματήσουμε να κλέβουμε τα πράματα του κόσμου; Αυτό, το ξέρεις Νασιο- Θανάση, δεν γίνεται πια.
__Μπορούμε, είπε εκείνος. Πιο πάνω στα βράχια είναι μια τρούπα. Μπορούμε να την εξερευνήσουμε  και να πετάμε τα τομάρια με τα εντόσθια μέσα   και γιατί όχι να μην βάζουμε για φύλαξη και τα σφαγμένα;

Έτσι αποφάσισαν την εξερεύνησή της.  Ο  τολμηρότερος κατέβη στην αρχή δεμένος με σχοινί σε βάθος τεσσάρων μέτρων. Όταν βγήκε από κει, είπε ότι υπήρχε μια  μεγάλη επίπεδη επιφάνεια,  παράλληλη προς τη γη. Υπήρχε  μία άλλη επιφάνεια σκοτεινή στην αντίθετη πλευρά και  δυο τρύπες που κατέβαιναν η μία λοξά και η άλλη κάθετη προς το βάθος της γης. Με πέτρινα σκαλιά που έφτιαξαν,  εύκολα μπορούσαν  και  κατέβαιναν   στην   πρώτη επιφάνεια .

Εκεί  μέσα  για χρόνια, στην δροσιά , στο κρυφό και απόμερο μέρος έκρυβαν τα κλοπιμαία .



                                 Β. GIRAKAS  21/12/2014

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου