Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2019

Η κυρά Διαμάντω της Κερπινής

                                                    Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου
Καθόταν στο πεζούλι του σπιτιού του Δήμου Οικονομόπουλου κάτω απόν την κληματαριά με τα κιτρινοκόκκινα φύλλα , του παρθενόκισσου ,  όταν την αντίκρισα.
__Καλημέρα θειά της φώναξα πάνω από τον Δημόσιο δρόμο. Πώς είσαι; Σηκώθηκε από το πεζούλι με κοίταξε και μου απεύθυνε τον δικό της χαιρετισμό.
__ Καλημέρα!! Καλά είμαι,  μόνο που δεν έχουμε κόσμο να μιλάμε. Φωνάζεις ένα από τα παιδιά στο καφενείο;  Ή  τον Πάνο ή τον Μαρίνο κάτι θέλω να τους πω.
__Έγινε της είπε. Το καφενείο ήταν απέναντι του δρόμου και η ειδοποίηση έγινε άμεσα.

Ο Πάνος ήρθε κοντά της, κάτι του είπε, χωρίς να ακούω τα μυστικά τους.  Εκείνος απομακρύνετε από κοντά της, ίσως εκτελούσε κάποια οδηγία της και την πλησίασα  εγώ σαν να ήταν από χρόνια γνώριμη. Το πρόσωπό της γαλήνιο και πρόσχαρο, τα μαλλιά της  σαν τ άνθη της αμυγδαλιάς και τα μάτια της σπινθηροβόλα, λίγο ξεβαμμένα από το πέρασμα του χρόνου, περίμενε να μιλήσουμε.   Πώς σας λένε;  Την ρώτησα.

__Διαμάντω μου απάντησε. Τα παιδιά που φώναξες είναι ανίψια μου.
__Να είσαι καλά κυρά Διαμάντω. Βρίσκεσαι μέσα στα τσετσέκια (Κατιφέδες) σου και μέσα στις  φθινοπωρινές ομορφιές του χωριού σου.
__Καλά είμαι , μόνο που δεν έχουμε ανθρώπους .
__Εσύ τίνος είσαι παιδάκι μου;
__Είμαι του Ντίνου του Τζιράκα από την Γλανιτσιά.
__Τον ήξερα καλά τον πατέρα σου.
__Η Γιαγιά μου ήταν από δώ την Κερπινή καθόταν δίπλα στου Σιαμπάνη το σπίτι.
__Α!! Ξέρω ήταν κόρη του Καπράλου.
__Και τον Τσαγκαρόγιαννη τον είχα μπάρμπα.
__ Ο Γιάννης ήταν καλός άνθρωπος. Στο καφενείο που ερχόταν, τους προσκαλούσε να παίξουν χαρτιά και τους παρακινούσε λέγοντάς τους.  Μη φοβόστε ρε, άμα χάσετε σάματι θα παίξουμε τ΄ άλογά μας.  Αλλά και ο Πάνος ο Αντωνόπουλος από το χωριό σου πολύ καλός ήταν. Χαρά και ευτυχία νοιώθει η κυρά Διαμάντω και ανιστορεί κάτω από τον φθινοπωριάτικο ήλιο, με τις μύριες ομορφιές , τους χρωματισμούς και τις φωνές των πουλιών ιστορίες περασμένες. Και καθώς στην σκέψη της, έρχονται εικόνες ανθρώπων της Κερπινής, νοιώθει μια παράξενη ζεστασιά, μαλακώνει και λησμονάει τους καϋμούς και τις πίκρες της τραγικής μοναξιάς.
Της ζήτησα να την βγάλω μια φωτογραφία. Να με βγάλεις απάντησε. Εδώ που είναι τα ανθισμένα τσετσέκια. Έτσι και έγινε. Πήρε πόζα και τράβηξα την φωτογραφία.
__Για να ιδώ μάτι μου , είμαι καλή;
__Ωραία είσαι δές  την.
__Λέω να την αναρτήσω στο   Ίντερνετ. Την κοίταξε και έμεινε ευχαριστημένη και μου απάντησε.
__ Καλή είμαι να την βάλεις να με ιδούνε . Να έρχεσαι στην Κερπινή ,έχουμε ερημιές. Να και το σπίτι μου η δεύτερη πόρτα αριστερά, όποτε θέλεις να έρθεις .
__Θα έρθω κυρά Διαμάντω να σε ιδώ και να μου ειπείς και ιστορίες. Για λίγη ώρα που είμαστε μαζί, ύμνους παινέματα και χαιρετισμούς ήταν το αποτέλεσμα  της συζήτησης για τους ανθρώπους που γνώριζε. Την ευχαρίστησα για την ευχάριστη συζήτηση,  την πρόσκλησή, και  την αποχαιρέτησα και χωρίσαμε. 
Αυτό το κείμενο είναι  αφιερωμένο με αγάπη στην ίδια και στους Κερπινιώτες, που μπορούν με την επίσκεψή τους να θερμάνουν τις ψυχές των λιγοστών ανθρώπων της.
20.10.2019

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου