Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2018

Ο ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ


 Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου  
Πόσα παράξενα κι ανέλπιστα πράγματα γίνονται κάθε ημέρα γύρω μας! Αυτά σκεπτόταν η θεια Γιαννούλα, ανεβαίνοντας σκεφτική τον φαρδύ δρόμο που πήγαινε στο σπίτι της. Μπαίνοντας μέσα στην είσοδο  της αυλής, είδε τον   άντρα της και όλο χαρά του είπε:
__Πού θα πάει, θα τον βρω.

__Τί θα βρεις, Γιαννούλα;
__Μου το είπε ξεκάθαρα, Βασίλη, ο μπρούκλης, που ήρθε  στον ξάδερφό  του, το Νίκο τον Καραβόγιαννο.  Τον είδα τυχαία σήμερα. Ήξερε τον αδερφό μου τον Αμερικάνο. Μάλιστα ερχόσαντε μαζί στη Ελλάδα και χωρίσανε στον Πειραιά!  Εκείνος πήγε    σε ένα χωριό κοντά στην Τρίπολη.  Και ο Λούης θα πήγαινε ή στον Πύργο ή στην Αμαλιάδα. Δεν θυμόταν πού του είπε  ακριβώς ο αδερφός μου.
__Σιώπα Γιαννούλα, θα ερχόταν ο αδελφός σου ο Αμερικάνος και θα τον γνώριζε  τούτος εδώ! Χάος η Αμερική! Και πού ήξερε ότι ήταν από την Γλανιτσιά;
__Μαζί ταξίδεψαν από την Αμερική για την Ελλάδα. Είχαν γνωριστεί εκεί. Είχαν δουλέψει  μια φορά  στο ίδιο αφεντικό, έτσι μου έλεγε. Πια να μου τα είπε  ψέματα  όλα αυτά;  Και για ποιο λόγο;
__Δεν τα πιστεύω εγώ αυτά.
__ Να τα πιστέψεις. Ο αδελφός μου ο Λούης  του έλεγε ότι είναι από ένα χωριό της Γορτυνίας, τη Γλανιτσιά. Το ξεκαθάρισε αυτό και ότι ήρθαν μαζί με το καράβι  «Η Ελλάς» στον Πειραιά. Εκεί χωρίσανε και μάλιστα  ο αδερφός μου θα πήγαινε, λέει,  να συναντήσει την αρραβωνιαστικιά του, που τον περίμενε!
__Καλά, το βράδυ τα κουβεντιάζουμε αυτά. Φεύγω  τώρα, να πάω στην δουλειά, που λέγαμε, γιατί άργησα και θα με περιμένουν . Ίσως με πάρει το βράδυ, μην ανησυχήσεις.
__Καλά πήγαινε  Βασίλη, και καλό γυρισμό να ‘χεις. 
 Και η Γιαννούλα δεν είχε χρόνο πολύ. Νύχτωνε. Βιαζόταν να κάνει   τις δουλειές του σπιτιού και  να ταχτοποίησει τα ζωντανά της . Τελειώνοντας είχε περάσει πια η ώρα.   Στα λίγα κάρβουνα, που ακόμα σιγόκαιγαν στο τζάκι,  έβαλε  ξύλα. Η  φωτιά θέριεψε και φώτισε το χώρο και στη συνέχεια ετοίμασε τον τέντζερη  να μαγειρέψει.  Ύστερα ξεκρέμασε την λάμπα, έβαλε λίγο πετρέλαιο μέσα, ανέβασε το κατάμαυρο φυτίλι, το έτριψε μπροστά να φύγει η κάπνα,  την άναψε και  την κρέμασε στο καρφί του τοίχου, κοντά στο τζάκι.  Κάθισε στο σκαμνί, σύμπησε την φωτιά και κοίταξε γύρω της να μαντέψει το θόρυβο, που ερχόταν από τον διάδρομο του σπιτιού της. Σε λίγο φωτίστηκε το χαρωπό πρόσωπο τού άντρα της, που έμπαινε μέσα, πιασμένος, μην πέσει,  από την ξύλινη μεσάντρα.
Το μάτι της έπαιζε σήμερα όλο το απόγιομα συνέχεια, από την στιγμή που συνάντησε στο δρόμο κείνον τον Αμερικάνο και δεν έλεγε να σταματήσει. Και τώρα, πριν έρθει ο άντρας της, τα ίδια, ο νους της εκεί πετούσε. Μόλις μπήκε μέσα ,σηκώθηκε, του πρόσφερε το σκαμνί που καθόταν  και του είπε:
__Έχω μια προαίσθηση, Βασίλη!
 Εκείνος κατάλαβε τί ήθελε να του ειπεί . Ήθελε όμως να είναι σίγουρος, γι αυτό που σκεπτόταν  και της απάντησε:
__Ναι!  Όλο προαισθήσεις έχεις  και όλο όνειρα βλέπεις!  Δεν μου είπες, τα μάτσα δολάρια που είδες πριν είκοσι ημέρες, τί χρώμα είχαν;
__Κορόιδεψε  Βασίλη, του είπε. Εγώ θα τον βρω τον αδελφό μου!  Αύριο μου είπε ο Αμερικάνος να περάσω από το σπίτι του και θα μου δώσει πολλές πληροφορίες για το Λούη μου. Κοίτα μη φύγει για την Αθήνα  και με ξεχάσει.  Άκουσα δεν θα κάτσει και πολύ εδώ.
_Δηλαδή, τί να κάνω;  Να τον παρακολουθώ μη φύγει;
__Όχι, του είπε κείνη. Αύριο μπορεί να περάσει από το καφενείο, κέρασέ τον έναν καφέ και ρώτα, αν  θα είναι το απόγιομα στο σπίτι.
 Ο άντρας της έμεινε σκεπτικός και αμίλητος για λίγο, μπροστά στην υπομονή της γυναίκας του. Τι μάλαμα ψυχή που έχει, σκέφτηκε!

__Καλά,  αύριο άμα τον ιδώ, θα τον ρωτήσω και θα του ειπώ, το απόγιομα θα πάμε μαζί στο σπίτι του.
 Το πρόσωπο της Γιαννούλας φωτίστηκε που έβαζε και τον άντρα της στην διαδικασία της αναζήτησης του αδερφού της. Και οι δυο μαζί κάτι θα μπορούσαν να κάνουν. Φτάνει, ο Λούης να είχε έρθει στην Ελλάδα.
Την άλλη ημέρα στο καφενείο που πήγε, είδε τον Καραβόγιαννο, το μακρινό ξάδελφο του Αμερικάνου, που τον φιλοξενούσε.  Τον ρώτησε και έμαθε νέα του.
Γυρίζοντας στο σπίτι, από την αυλή, φώναξε στη γυναίκα του:
__Γυναίκα, έμαθα νέα  για τον Αμερικάνο.
__Ποιον, το Λούη μου;
__Όχι, τον άλλον, και χαμογέλασε περιπαίζοντας την γυναίκα του.
__Τί έμαθες; Πες μου κι έχω αγωνία.
__Έφυγε για την Αθήνα! Χθες το μεσημέρι γίνανε τα συμβόλαια, πούλησε το μερίδιο από τις ελιές που του ανήκαν στον ξάδερφό του, τα πήρε μετρητά και έφυγε με ταξί.
Η Γιαννούλα έδειξε ψυχραιμία και αδιάφορα κάπως μονολόγησε:
__Και τί θα μου έλεγε περισσότερο, αν πήγαινα σπίτι του; Κρατάω αυτό που μου είπε, ότι θα ερχόταν στον Πύργο ο αδερφός μου.
__ Βασίλη, αύριο θα έρθω κι εγώ μαζί σου στον Πύργο. Να πάρουμε και τα δυο άλογα, για να πάμε καβάλα.
__Δεν βαριέσαι Γιαννούλα, τόσο δρόμο και τόση ταλαιπωρία;  Και τί θα κάνεις να έρθεις; Τα άχερα κομμάτια;  Δεν πρόκειται να βρεις τίποτα! Έλα όσες φορές θέλεις!...
__Θα ψάξω πρώτα τον μισό Πύργο, εκεί που είναι χτισμένα τα καλά σπίτια και μετά στα χαμόσπιτα. Ποιος ξέρει ,Βασίλη, μπορεί να τον βρω.
Την άλλη ημέρα πρωί, έφτασαν στον Πύργο. Τέσσερες ώρες δρόμος  καβάλα στα άλογα ήταν κοπιαστικό ταξίδι. Τώρα θα χώριζαν για τις δουλειές τους.
__Κοίτα μη χαθείς μωρή, της είπε ο άντρας της. Στην Κοίμηση της Θεοτόκου θα σμίξουμε το μεσημέρι, να φύγουμε για το χωριό.
Η Γιαννούλα έστριψε δεξιά προς το λόφο από όπου φαινόταν  και  η θάλασσα.  Τράβηξε στο μικρό ύψωμα και ρώτησε μια μελαψή γυναίκα,  αν έχει εκεί κοντά καφενείο.
__Αυτό με τους πάγκους και τα τραπεζάκια έξω στην αυλή είναι καφενείο, της είπε.
Δεν δίστασε, όταν έφτασε κοντά, ρώτησε ένα νεαρό παιδί, που πρέπει να ήταν υπάλληλος του καταστήματος.
__Έρχεται εδώ κανένας Αμερικάνος να πίνει καφέ;
__Δεν ξέρω εγώ , της απάντησε εκείνος. Είμαι καινούργιο γκαρσόνι στην δουλειά. Σε λίγο θα ‘ρθει τ’ αφεντικό που ξέρει. Αν μπορείς περίμενε.
 Α! να το αφεντικό.
__Αφεντικό, για έναν Αμερικάνο ψάχνει η κυρία, έχεις υπόψη σου; συχνάζουν  Αμερικάνοι  στο καφενείο;
Εκείνη σηκώθηκε από τον πάγκο, τον κοίταξε κατάματα και περίμενε την απάντησή του. Σαν είδε πως αργούσε να μιλήσει, του είπε:
__Είναι αδερφός μου. Μου είπαν πως ήρθε τελευταία από την Αμερική και κάθεται εδώ στον Πύργο. Μα δεν ξέρω το σπίτι του.
__Και στα τυφλά ψάχνεις να τον βρεις;
__Πώς αλλιώς να κάνω;
__Ο Πύργος είναι μεγάλη πολιτεία , πού θα βρεις άκρη κυρία μου; Και πώς τον λένε;  γιατί έρχονται δυο Αμερικάνοι και σμίγουνε μια φορά στις δέκα ημέρες και κουβεντιάζουνε. Το σπίτι του ενός  είναι αυτό το δίπατο, με τον μικρό κήπο και την κληματαριά που είναι σκαρφαλωμένη στο μπαλκόνι.

_Λυκούργο τον βάφτισε ο παπάς και Λυκούργο τον φωνάζανε στο χωριό. Μα στην Αμερική έμαθα το άλλαξε και το έκανε, Λούης.
__Τέτοιο όνομα δεν ξέρω, της είπε εκείνος. Αν μπορείς, πήγαινε στο σπίτι που κάθετε και ρώτησέ τον. Η γυναίκα του είναι στριμμένη, μίλα της μαλακά μην σε αποπάρει, για να μπορέσεις να ιδείς τον άντρα της.
Η Γιαννούλα, κάπως αισιόδοξη, έφτασε στην αυλή, μα καθώς πήγε στην πόρτα, στάθηκε με το χέρι σηκωμένο πριν χτυπήσει. Δεν ρώτησα τον καφετζή, πώς τον λένε στο όνομά του! Σκέφθηκε,  εγώ  γράμματα δεν ξέρω να διαβάζω. Πώς να τον ζητήσω; Δεν είχε όμως χρόνο για χάσιμο, χτύπησε παρατεταμένα το κουδούνι, σαν να ήταν παλιό απόσπασμα και ζητούσε επίμονα να της ανοίξουν. Δεν της απάντησαν αμέσως,  αλλά όσο περίμενε άκουσε από μέσα  γρήγορα πατήματα , σαν να κατέβαιναν από ξύλινη σκάλα . Σε λίγο άνοιξε η πόρτα και μια γυναίκα κράτησε το πορτόφυλλο μισοανοιχτό.
_Καλημέρα, είπε με την πρόσχαρη φωνή της η Γιαννούλα.
__Καλημέρα , ανταπέδωσε παραξενεμένη η άγνωστη κυρία.
__Ψάχνω για τον αδερφό μου, τον Λούη, της είπε και κόμπιασε να συνεχίσει.
__Δεν είναι εδώ κανένας αδερφός σου Λούης,  της απάντησε κάπως πειραγμένη. Πήγαινε αλλού να τον βρεις ,  μη μας ενοχλείς χωρίς λόγο, κυρά μου, και προσπάθησε να κλείσει την πόρτα.
__Μα άκουσέ με, της είπε η Γιαννούλα, δεν είμαι ζητιάνα, και έβαλε το πόδι της στην πόρτα να μην κλείσει. Εκείνη άνοιξε διστακτικά και την άκουγε….. Μόλις η Γιαννούλα τελείωσε, εκείνη ανατρίχιασε με την τόλμη, με το πείσμα και τον τρόπο που έψαχνε να βρει τον αδερφό της.
__Συγγνώμη κυρία, σε πέρασα για ζητιάνα, μπες μέσα. Γιώργη λένε τον άντρα μου, να τον ιδείς και να τον ρωτήσεις μόνη σου. Μπορεί και να ξέρει. Ενώ άνοιγε την μεγάλη πόρτα του σαλονιού, να μπει καθαρός αέρας και περισσότερο φώς, ο άντρας της πήρε τον λόγο. 
__Άκουσα τί θέλεις, της είπε και σκεπτόταν από πού και πώς να ξεκινήσει, βλέποντας την αγωνία στο πρόσωπό της για ένα καλό νέο.  Στο τέλος ο Αμερικάνος της είπε:
__Τέτοιο όνομα δεν έχω συναντήσει ούτε στην Αμερική, ούτε εδώ και δεν μπορώ να σε βοηθήσω, να βρεις τον αδελφό σου.
Η Γιαννούλα έφυγε απογοητευμένη, αλλά ρώτησε και για άλλα καφενεία, σε άλλες γειτονιές, και έκανε επίσκεψη σε σπίτια που έμεναν άλλοι Αμερικάνοι. Ρώταγε στις γειτονιές ανθρώπους που συναντούσε, «αν ξέρουν κάποιον Αμερικάνο να κάθεται εκεί κοντά.» Όταν της έδειχναν το σπίτι, κίναγε και πήγαινε εκεί. Ρώταγε και ξανά ρώταγε και η πίστη της μεγάλωνε και είχε αυτοπεποίθηση, ότι θα τον βρει και ας την περιγελούσαν και την ειρωνεύονταν άλλοι.
Ο άντρας της περίμενε στη Θεοτόκο πάνω από δυο ώρες να επιστρέψουν στο χωριό.  Μόλις την είδε κόκκινη, ιδρωμένη και ταλαιπωρημένη, την συμπόνεσε και τη  ρώτησε με ενδιαφέρον να μάθει και κείνος κάτι καλό!
__Τί έκανες Γιαννούλα; Έμαθες τίποτα;
__Τίποτα Βασίλη. Σκοτάδι …..Στον μισό Πύργο που έψαξα δεν είναι.
Ήρθαν δυο φορές  ακόμη στον Πύργο με τον Βασίλη. Την τελευταία φορά την φιλοξένησε στο σπίτι τους ο Τζον και η γυναίκα του, που είχαν έρθει από το Μίσιγκαν και την συμπάθησαν. Ρώτησε, έψαξε, μίλησε με ένα σωρό Αμερικάνους, έμαθε και το γιες και γκούτ μόρνιν, μα  το Λούη της δεν τον βρήκε. Το είχε βάλει καλά στο νου της, να κάνει τα αδύνατα δυνατά, να τον βρει. Δεν υποχωρούσε με τίποτα είχε μεγάλη δύναμη μέσα της.
Ένα βραδάκι καθισμένη στο τζάκι, ξαναθυμήθηκε ξαφνικά τα λόγια του μπρούκλη, του ξάδερφου του Καραβόγιαννη. «Σκεφτόταν!... Λες να πήγε  στην Αμαλιάδα κι εγώ χάθηκα ψάχνοντας στον Πύργο;»  Άλλο τριβέλι και τούτο που της μπήκε. Το είπε στον άντρα της. Δεν ήταν και εύκολα τα πράγματα. Κατοχή ήταν .
__Βασίλη εμείς φάγαμε το βόδι, ας φάμε και την ουρά.
__Δηλαδή, τι θέλεις να ειπείς.
__Θα πάρω και την ανιψιά μας μια μέρα, για να μην γυρίζω μόνη μου και θα πάμε στην Αμαλιάδα.
Και σαν ήρθε η μέρα εκείνη, του το είπε πάλι.
__Μουρλή είσαι ,να πας μέσα στους αντάρτες με την τσιούπα, να βρεις το Λούη;
Τότε της ήρθαν στο μυαλό τα πατρογονικά χώματα, η Αθήνα, η Τρίπολη, η Στρέζοβα , που ήταν σκόρπια τα δώδεκα αδέρφια και οι αδελφές της. Και ακόμη τα αμέτρητα χρόνια που πέρασαν και δεν είχαν ιδωθεί. Αυτή η θύμηση ήταν γεμάτη νοσταλγία μα και πίκρα, για τις άκαρδες πολιτείες, που τράβηξαν κοντά τους  τ’ αδέρφια της και τα χώρισαν από την ζεστογωνιά του σπιτιού της , σαν του λαγού τα παιδιά!

 Τον συλλογισμό της διέκοψε ο Βασίλης, ο άντρας της ,με το χωρατό του για να την  πειράξει.
__Γιαννούλα, αν βρεις τον αδερφό σου, και έχει μεγάλη ρεπούμπλικα και ρολόι στογελέκο, να μην γυρίσεις  με άδεια χέρια!
__Ήταν καλός ο Λούης, του είπε και τί λες εσύ, εγώ δεν τ’ ακούω.  Όταν ήμουν μικρή, με αγάπαγε , δέματα έστελνε από την Αμερική και μας έντυσε όλους, τότε που υπήρχε ανάγκη στο χωριό. Ήταν καλός και πονόψυχος και στο ψαλτήρι πήγαινε. Μόνο να τον βρω θέλω.
Λίγες ημέρες μετά κίνησαν για την έρευνα με το λεωφορείο για τον Πύργο πρώτα, και για την Αμαλιάδα μετά. Στο δρόμο έβλεπαν τις φουντωμένες ελιές, τα δέντρα με λουλούδια, τα περιβόλια στο ξεκίνημα, τα κοπάδια τα πρόβατα να βόσκουν,  τις σταφίδες γεμάτες μπουμπούκια και τα πουλιά που κελαηδούσαν.
__Η φύση είναι  ανθισμένη και γιορτάζει, της είπε η ανιψιά της.
__Αχ !Αν έβρισκα τον αδερφό μου κι  εγώ θα γιόρταζα.
Όσο έτρεχε το Λεωφορείο και όσο πέρναγαν από λιβάδια, από λόφους, από σπίτια , διέκοπτε τους συλλογισμούς της η ανιψιά, που την ρώταγε για τον θείο. Πόσο χρονών είναι, αν ήταν αδύνατος, αν της  μοιάζει, αν έχει λεφτά , αν είναι παντρεμένος και  εκείνη απαντούσε μέχρι που έφτασαν στην Αμαλιάδα.
Προχώρησαν κάμποσο, σε έναν ίσιο δρόμο και σταμάτησαν παράμερα σε ένα ψηλό σπίτι, να ξεκουραστούν. Ρώτησαν σε δυο τρείς μεριές τίποτε δεν έμαθαν. Πιο πέρα ήταν  ένα τριώροφο κτίριο,  καθαρό περιποιημένο και φυλαγμένο με φύλακες και αρχιφύλακες .

__Εδώ θα ρωτήσω, είπε η Γιαννούλα. Τούτοι όλοι μας  φακελώνουν και όταν θέλουν μας φασκελώνουν. Πρέπει να ξέρουν. Ένας σκοπός του κτιρίου  της έδειξε έναν λόφο με θέα την πόλη.
__Εκεί να ψάξεις, της είπε.
Τράβηξαν ίσια το δρόμο, πέρασαν στενά δρομάκια, μια μικρή γεφυρούλα  και ετοιμαζόταν  να χτυπήσει μια δίφυλλη πόρτα σπιτιού.
__Ποιός κάθετε δω; Ρώτησε μια γυναίκα, που καθόταν πιο πέρα.
__Εγώ και ο άντρας μου, είπε εκείνη. Θέλετε κάτι;
__Για κάποιον Αμερικάνο ψάχνω, της είπε έτσι απλά.
__Και πώς τον λένε;
__Λυκούργο Χριστόπουλο.
__Σ’ αυτό το σπίτι κάθετε ένας Αμερικάνος , μα νομίζω το όνομά του είναι Λούης.
__Τον λένε και Λούη! είπε ξαφνιασμένη η Γιαννούλα . 
__Αν είναι αυτός, έχει κουδούνι το σπίτι που μένει, θα βρεις γραμμένο και το επώνυμό του. Σε αυτό το ισόγειο σπιτάκι κάθεται. Μα τον είδα που έφευγε, συνόδευε τη γυναίκα του. Σαν να πήγαιναν ταξίδι.
Πήγαν στην πόρτα, η ανιψιά διάβασε στο κουδούνι: « Μάχη Λούης Χριστόπουλος».
__Αυτός είναι! είπε η Γιαννούλα και χτύπησε το κουδούνι . Τάκ τακ τακ έκανε η καρδιά της και χτύπαγε δυνατά, έτοιμη για να σπάσει. Δυο τρείς φορές χτύπησαν το κουδούνι, μα κανένας δεν φαίνεται να είναι μέσα. 
__Τώρα που τον βρήκαμε, δεν φεύγουμε ούτε με προσωρινά μέτρα  από δω, είπε. Πού θα πάει θα γυρίσει στο σπίτι του.

Από μακριά φάνηκαν δυο άντρες. Το αργό περπάτημα, το αβίαστο βήμα τους, τα καουμπόικα καπέλα που φορούσαν, την έβαλαν σε υπόνοιες . Μα αυτοί πέρασαν σιγά σιγά κουβεντιάζοντας και προσπέρασαν. Κοντά από το σπίτι πέρασαν παρέες παρέες, ντόπιοι με βιαστικά βήματα, κάρα με πραμάτειες, δυο τρία άλογα με λυγερούς νέους καβάλα, άνθρωποι διάφοροι, παιδιά, γυναίκες ,γύφτισσες με μακριά φουστάνια ,που γύριζαν από πόρτα σε πόρτα γυρεύοντας ζητιανιά.
 Κόντευε μεσημέρι. Είχε περιθώριο να μείνει στην πόλη τρεις ώρες, ώσπου να φύγει το λεωφορείο για την επιστροφή στο χωριό.
Άσπρισαν τα μάτια της να κοιτάζει προς το μέρος που είχε φύγει ο Λούης, όπως της είπε η γυναίκα, γιατί από κει θα ερχόταν.  Στύλωνε τα μάτια πάνω στους διαβάτες, που   φοράγανε ρεπούμπλικα. Κουρασμένη από την αγωνία της νύχτας, το πολύωρο μακρινό ταξίδι, το περπάτημα της μέρας ,δεν κατάλαβε τον ψηλό, ξερακιανό, γαλανομάτη και αδύνατον άντρα που την πλησίασε. Εκείνος της έριξε μια ματιά, της είπε μια καλημέρα και ετοιμαζόταν να βάλει το κλειδί στην πόρτα.

__Μου φαίνεται είναι ο Λούης μου, είπε στην ανιψιά της και, σαν αστραπή, ήρθε κοντά του. Εκείνος έμεινε ακίνητος, στο άκουσμα του ονόματός του.

__Η Γιαννούλα, η αδελφή σου είμαι, του είπε. Ο Λούης αποσβολώθηκε! Του κόπηκε η αναπνοή, δέθηκε η γλώσσα και δεν μπορούσε να βρει τα λόγια, που έπρεπε να ξεστομίσει. Πήγε κάτι να ειπεί ,μα μπερδεύτηκε.
__Η Γιαννούλα η αδερφή μου είσαι;
Εκείνη όρμησε πάνω του, στην ανοιγμένη αγκαλιά του και τον φίλησε και στα δυο μάγουλα. Δεν πίστευε ότι ήταν μπροστά στον αδελφό της! Τον ξαναφίλησε στα μάτια που είχαν δακρύσει.  Αγκαλιάσματα, δάκρυα,  συγκινήσεις, χαρές,  συνεχίστηκαν μπροστά σε δεκάδες μάτια που έβλεπαν την αγάπη των δυο ανθρώπων και ζήλευαν.
__Άσπρισες Λούη μου, του είπε.
__Τι ήθελες να κάνω αδελφούλα μου; Μεγάλωσα!
 Ύστερα γύρισε και έδωσε ένα τρυφερό φιλί στην ανιψιά  και τις κάλεσε να περάσουν  μέσα στο σπίτι.
Όλη η ευγνωμοσύνη της Γιαννούλας περιέχεται στις παρακάτω λέξεις:
__Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ που με αξίωσες να βρω τον αδελφό μου!
Το βράδυ η Γιαννούλα καταχαρούμενη διηγήθηκε τα καθέκαστα στον άντρα της, το Βασίλη και κείνος ενθουσιασμένος πρότεινε να οργανώσουν μια γιορτή για το αντάμωμα των αδελφών. Ο Βασίλης ήταν και καλός τραγουδιστής κι άρχισε συγκινημένος ένα τραγούδι, που το είχε ακούσει από τον παππού του και του ‘ρθε στο νου την κατάλληλη στιγμή:

                     «Ποια σκύλα μάνα το ‘λεγε

                       Τ’ αδέρφια δεν πονιούνται.

                       Τ’ αδέρφια σκίζουν τα βουνά

                       Ως που ν’ ανταμωθούνε!



B GIRAKAS




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου