Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2018

Η Υ Π Ο Σ Χ Ε Σ Η


                 Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου

Ο Γιάννης Βρέννος  πολλές φορές αθέτησε την υπόσχεση, που έδωσε στην  Μαριγώ Πουρνάρα.  Είχε συμφωνήσει μαζί της πως  τον Οκτώβριο, που θα τέλειωνε  η σπορά και ο τρύγος ,  θα την ζήταγε σε γάμο.
 Μα σαν πλησίαζε ο καιρός,  απέφευγε να την βλέπει.  Πολλές ημέρες χανόταν, χωρίς να δώσει σημεία ζωής. Η Μαριγώ θεώρησε, ότι σκόπιμα πήγαινε στην πόλη κι  απόφευγε να την δει.
Αλήθεια είναι πως ο Γιάννης ο Βρέννος ασκούσε το επάγγελμα του πατέρα του, που ήταν  έμπορας οίνων και ποτών  και συχνά ταξίδευε για μέρες. Καθόταν με την χήρα μάνα του την Βγενιά.  Εκείνη τον επηρέαζε  στις δουλειές του  και την άκουγε σε όλα.
 Αργά το απόγευμα,  γυρίζοντας  από την πόλη, χωρίς καν αυτή να τον περιμένει, την φώναξε δυο φορές πριν μπει στο σπίτι. Μάνα, μάνα!  Μα αυτή  δεν απλοήθηκε.  Υπέθεσε πως είναι στο κάτω μέρος του κήπου,  που δεν ακούγεται φωνή ανθρώπου, ή μέσα στο θόλο που είναι  στο πίσω μέρος του σπιτιού και  έχει δική του είσοδο. Εκεί ήταν η αποθήκη του σπιτιού  και  αποθήκευε, σε τέσσερα βαγένια,τον γλυκόπιοτο οίνο, που παρήγαγε από τον αμπελώνα, κληρονομιά του πατέρα του . Υπήρχαν και έξι τραμουντζάνες με τσίπουρο, ένα βαρέλι με τυρί, τέσσερα σακιά πατάτες,  διάφορα παλιά έπιπλα του σπιτιού, σκαπτικά εργαλεία  και πολλά  άλλα πράγματα. Σε μια γωνία είχε αποθηκευμένα καρύδια, μύγδαλα και τα σύνεργα του τρύγου.   
Ο Θόλος κτισμένος με τοίχο πάχους ενός μέτρου και αλλού ενάμισι μέτρου,  κράταγε  σταθερή θερμοκρασία  στα κρασιά και στα τρόφιμα.  Έτσι μη ακούοντας απάντηση από την μάνα του, άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα . Άκουσε από το διπλανό δωμάτιο φτερουγίσματα και κινήσεις.  Εδώ είναι η μάνα μου, είπε, και άφησε τα λιγοστά πράγματα που κρατούσε στα χέρια του πάνω στον καναπέ. Η μάνα του άνοιξε την πόρτα της κάμαρης και φαίνονταν  κατακόκκινη.   Τον καλωσόρισε και τα  χείλη της είχαν ένα τρέμουλο.  Έκλεισε γρήγορα την πόρτα,  να μην μπει ο γιός της μέσα. Σαν να ήθελε  κάτι να του  κρύψει .  Εκείνος πήρε βαθιά ανάσα , χαιρέτησε και φίλησε την μάνα του.
__ Πάω μάνα  στο θόλο, να φτιάξω τα πράγματα που έφερα και έρχομαι να τα ειπούμε.
__Πήγαινε παιδί μου, σε περιμένω του, είπε εκείνη με μεγάλη ανακούφιση.  Εξήλθε του σπιτιού, πήρε δυο άδειες τραμουντζάνες που ήταν στην άκρη της αυλής και πήγαινε προς τον θόλο. Ο Μούργος ο σκύλος του, τον πλησίασε κούνησε την ουρά του χαρούμενος μα κι ανήσυχα γαυγίζοντας. Σαν κάποιος κλέφτης να έπαιρνε  το βιός του. Γαύγιζε συνεχόμενα  , σήκωνε το κεφάλι του ψηλά προς τον ουρανό και το σπίτι. Κοίταξε ο Γιάννης, μην ήταν καμιά ξένη γάτα εκεί, μα αφού δεν είδε  τίποτε,  τον χάιδεψε στο κεφάλι  και κείνος ηρέμησε. Τον παραξένεψε το συνεχόμενο  γαύγισμα του σκύλου του κοιτάζοντας  στην πίσω χαμηλή πορτούλα,   τον τριγμό των  γειτονικών παραθύρων και των πορτών των γύρω σπιτιών αλλά δεν έδωσε μεγάλη σημασία καθώς ήταν και κουρασμένος.
Έβαλε σε ένα ράφι τις δυο τραμουντζάνες , πήρε δυο τσάντες με λίγα πράματα και μπήκε στην ανοιχτή πόρτα του σπιτιού που τον περίμενε η μάνα του.
__Πώς ήρθες ξαφνικά γιόκα μου; Δεν σε περίμενα τόσο σύντομα.  Είσαι καλά;
__Καλά είμαι μάνα. Να, τελείωσαν γρήγορα οι δουλειές. Έλλειπε ο έμπορας που δίνουμε  το τσίπουρο σε ταξίδι και δεν μπορούσα  να μείνω στο σπίτι του.  Ο ξάδερφος και κείνος άρρωστος δεν ήταν να μείνω άλλο βράδυ εκεί. Η πόλη δεν με κράταγε.
__Σαν κάτι να μου κρύβεις! Έχεις πολλούς φίλους εκεί.  Δεν με γελάς εμένα. Δεν είσαι ο Γιάννης που γέννησα.  Κάτσε κοντά μου και λέγε μου  τα νέα σου. Ο Γιάννης έκατσε στην ψάθινη καρέκλα, που ήταν κοντά στο τραπέζι . Έσκυψε το κεφάλι του κατά γης και έψαχνε στο μυαλό του κουβέντες  να ειπεί στην μάνα του. Η μάνα του, η Βρέναινα, τον πλησίασε και του είπε.
__Το ξέρω ότι  ήρθες για την… λεγάμενη. 
__θέλω μάνα, να το  ξέρεις.
__Τα ξέρω γιόκα μου, όλα τα ξέρω.

__Ήρθε μόνη της  και στα είπε μάνα;
__Όχι παιδάκι μου, το έχω καταλάβει.
__Είναι καλή η Μαριγώ μάνα. Την αγαπώ. Μα πριν τελειώσει την φράση του, σαν μαχαιριά στην καρδιά του έπεσαν τα λόγια της μάνας:
__Για τη Μαριγώ είναι τα νέα που μου φέρνεις; Εγώ περίμενα να μιλήσεις για τη Χρύσα, που χρόνια σε καρτερεί. Αυτή είναι γυναίκα προκομμένη για σένα, με αξιοσύνη και προίκα.
__Με την Χρύσα χωρίσαμε πολύ καιρό τώρα μάνα,  δεν γίνεται ν’ αλλάξω γνώμη.  Το έχω αποφασίσει. Πώς να στο ειπώ, να καταλάβεις, δεν μπορώ να πάρω τον λόγο μου πίσω.
 Ξαφνιάστηκε η μάνα του με την επιμονή του γιού της.
__Μουρλάθηκες γιόκα μου; Τι είναι αυτά που μου λες;  Αν γίνει αυτό, θα μουρλαθώ  πρώτα εγώ, κατάλαβέ το.  Συμφορά , με το μυαλό που κουβαλάς. Χαθήκανε οι γυναίκες, γιε μου;  Αυτήν  πήγες να βρεις;
__Μάνα, μην τα πολλαπλασιάζουμε, αν δεν την ήθελες, όταν μας είδες μαζί  στο θόλο, έπρεπε να το ειπείς.
__ Δεν θα συνηγορήσω, γιε μου,  αυτή να γίνει γυναίκα σου.
__Καλά μάνα, αύριο που θα είμαι ξεκούραστος, τα κουβεντιάζουμε καλύτερα.
Το  βράδυ σκεπτόταν ο Γιάννης: Τι να κάνω; Να της χαλάσω την καρδιά και να μαλώσω;  Μια μάνα έχω, γυναίκες κάνω, όσες θέλω.
Την άλλη  μέρα κατά τις δέκα η ώρα  η  Μαριγώ θα πήγαινε στον μπάρμπα της τον Δημητράκη  Πουρνάρα . Το σπίτι του ήταν στην άκρη του χωριού, κοντά στον κεντρικό δρόμο, που έβγαινε στους αμπελώνες και τα χωράφια. Επιτέλους  το έφερε  η τύχη της να συναντήσει κάπου εκεί το Γιάννη.  Τυχαία τον είδε, στην στροφή του δρόμου, κάτω από την τουφωτή ακακία. Ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο και του είπε:
__Μη με μαλώνεις Γιάννη, δεν είχα πρόθεση να σε δω. Μα θα πρέπει να ξέρεις, τι γίνεται!
__Τί να ξέρω Μαριγώ;  Η μάνα μου δεν σε θέλει κι εγώ είμαι μπερδεμένος. 
Ύστερα την κοίταξε κατάματα και της μίλησε σιγανά:
Ό,τι κάναμε ήταν λάθος, τώρα ο καθένας ας πάρει τον δρόμο του.
Η Μαριγώ πνιγόταν στο κλάμα και δεν μπορούσε ν΄αποκριθεί. Με τα χέρια της κάλυψε το στόμα και την μύτη και τα καφτά δάκρυα έβρεχαν τα δάχτυλά της.  Με λίγη δύναμη που είχε απάντησε:
__Την τρούπα την ξέρεις;  Εκεί θα με βρεις εμένα και το παιδί σου! Και το κρίμα στο λαιμό σου!..
 Εκείνος σαστισμένος  άκουσε τα φοβερά που ξεστόμισε η Μαριγώ και άρχισε να τρέμει.
__ Πρέπει να καταλάβεις πως έρχεται παιδί! Είμαι έγκυος!  Ξαφνιάστηκε με όσα άκουσε και  μπερδεύτηκε η γλώσσα του.  Μα τελικά βρήκε το κουράγιο και την ρώτησε.
__Είναι αλήθεια Μαριγώ;
Εκείνη τον κοίταξε κατάματα, άφησε στην άκρη την ντροπή και την δειλία και του είπε:
__Αλήθεια είναι Γιάννη. Περιμένω  δικό σου παιδί.
Ο Γιάννης δεν μπορούσε να το πιστέψει. Ανοιγόκλεισε τα μάτια, κούνησε το κεφάλι του και με έκπληξη την ρώτησε:
__Μην κάνεις λάθος Μαριγώ;  Είσαι  σίγουρη;
__Δεν κάνω λάθος Γιάννη.  Ρώτησα ,με τα σημάδια που έχω, την γριά Κώσταινα.
__Δηλαδή το έμαθε πρώτα η μαμή του χωριού;
__Όχι Γιάννη, την ρώταγα για τα σημάδια που μου έλεγε τάχαμου η ετοιμόγεννη Βασίλω. Και η γριά Κώσταινα επιβεβαίωσε ότι είναι έγκυος. Είκοσι μέρες δεν έχω ύπνο Γιάννη, και τί θα απογίνω τώρα; Αν το μάθει ο αδερφός μου, δεν έχω ζωή.
Κλαίγοντας έγειρε πάνω στον ώμο του Γιάννη. Εκείνος βρέθηκε προ διλήμματος! Τελικά πήρε το λόγο και της είπε:
__Μη φοβάσαι Μαριγώ. Αν είναι έτσι, δεν θα το επιτρέψω εγώ,  ούτε εσένα, μα ούτε και το παιδί μου να σκοτώσει ο αδελφός σου. Τέτοιο κακό δεν το θέλουν ούτε Θεοί, ούτε οι Δαίμονες. Γυρίζοντας στο σπίτι από τον αμπελώνα θα κανονίσω με την μάνα μου, να έρθεις στο σπίτι.
 Δεν είχε καιρό για πολλά.  Αλλά και η Μαριγώ  δεν ήταν για πολλές χαρές, για άλλα κλάματα και για δάκρυα. Ψύχραιμα τον ρώτησε:
__Αυτό πώς θα το πάρει η μάνα σου;
__Θα της το ειπώ, ένα και ένα κάνουν δύο. Την Μαριγώ την αγαπώ και θα την παντρευτώ,  και καλά θα κάνει να μην φέρει αντίρρηση  και προσκόμματα. Εσύ πού πηγαίνεις τέτοιαν  ώρα;
__Ο μπάρμπας μου με ζήτησε.
__Καλά πήγαινε και θα σε ειδοποιήσω.
__Φεύγα Γιάννη μου, μην αργούμε και δίνουμε στόχο . Εγώ θα  καρτερώ  νέα  σου.
 Μόλις χώρισαν με το Γιάννη, από ένα στενό δρομάκι  ακούστηκε μια φωνή:
__Καλημέρα Μαριγώ. Πρωί πρωί, δεν σε πιάνει ύπνος;
__Καλημέρα μπάρμπα  Ανέστη.
__Τρέχει τίποτα;  της είπε  κείνος. Τον μπάρμπα σου εχθές το βράδυ τον είδα . Είναι καλά;

__Μου παρήγγειλε ότι είναι ανάγκη να με δει.
Κείνη την ώρα ένα μεγάλο κοπάδι γιδοπρόβατα  έβγαιναν από ένα  καλύβι και σκόρπαγαν στον λόγγο να βοσκήσουν. Ο τόπος σειόταν από τα κουδουνίσματα και τα βελάγματά τους.
Η μαριγώ  καλημέρισε τον μπάρμπα Ανέστη και πήρε τον κατηφορικό δρόμο, φτιαγμένος  με  σκαλιά και καλντερίμια. Περπάτησε μέχρι που έφτασε στο σπίτι του μπάρμπα της, του  Δημητράκη Πουρνάρα.  Τον είδε που ντάνιαζε,  έριζα στον τοίχο του σπιτιού του, ξύλα για τον χειμώνα.
__Καλημέρα μπάρμπα, του είπε. Βλέπω τελειώνεις με τα ξύλα.
__Καλημέρα  Μαριγώ. Μην κάθεσαι έξω.  Πέρασε μέσα στο σπίτι, ξέρεις που είναι  το καφόμπρικο,  ο καφές και η ζάχαρη.  Όπου και να ναι τελειώνω. Θα έρθω να πιούμε καφέ…
Μετά από λίγο η Μαριγώ του φώναξε:
__Μπάρμπα, έτοιμος ο καφές .
 Εκείνος είχε τελειώσει και ξέπλενε τα χέρια του  με νερό,  που  είχε μαζέψει το λεβέτι  από  το στάλακα  και ύστερα μπήκε μέσα.
Κοίταξε το ροδαλό πρόσωπό της, τις πλεξούδες της, που σκέπαζαν την πλάτη της, τα χαρωπά  μάτια της,  την ψηλή κορμοστασιά της . Χάρηκε σαν  άκουσε την γεμάτη ζωντάνια φωνή της  και, γυρίζοντας αντίθετα,   την έφτυσε κρυφά να μην την ματιάσει.

Την είχε δει μια φορά με τον Γιάννη τον Βρέννο που κουβέντιαζαν, κάτι είχε πάρει και το αυτή του. Είχε υποψίες και έπρεπε να σιγουρευτεί.

__Μεγάλωσες Μαριγώ!  Έγινες ολόκληρη γυναικάρα. Είναι καιρός να βρούμε ένα καλό παλληκάρι. Έχεις βάλει κάτι στο μάτι σου;
__Μπάρμπα,  ο αδερφός μου θα αργήσει να γυρίσει απ’ τα καράβια, δεν έχω σε ποιον  να το ειπώ.  Με θέλει, μα δεν αφήνει η μάνα του.
__Όποιος κι αν είναι, αυτός θα χάσει! Και ποιος είναι; Μπορείς να μου ειπείς;
__Τον ξέρεις μπάρμπα, πολύ καλά.  Είναι ο Βρέννος της Βγενιάς.
__Ποιός;  ο Βρέννος;  Την ρώτησε ξαφνιασμένος.
__Ναι, μπάρμπα, αυτό είναι το παιδί που θέλω και  με θέλει .

 Φίδια τον ζώσανε. Λύπη ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του. Κόπηκε η φωνή του. Δεν ήξερε τί να ειπεί. Τα μάτια του αλάργεψαν και ήταν σαν ονειροπαρμένος.

__ Έχει πλάκα να με είδε το παιδί προχθές το βράδυ που πήγα κρυφά στο σπίτι του.  Ψιθύρισε μέσα από τα δόντια του. Καλά εκείνη  η μάνα του,  χάθηκε να μου ειπεί μια κουβέντα, αν το ήξερε;   συλλογίστηκε
__Μπάρμπα σκεπτικό σε βλέπω.
__Τίποτα Μαριγώ μου. Αν αυτός δεν σε θέλει μια φορά, εμείς δεν τον θέλουμε δέκα.
Η ανιψιά του βιαζόταν να φύγει. Εκείνο που ήθελε να του ειπεί, το είπε.  Τον χαιρέτησε και έφυγε .
Στο δρόμο σκεφτόταν η Μαριγώ, ότι ο  μπάρμπα της ήταν φίλος με τον μακαρίτη τον πατέρα του Βρέννου. Τη μάνα του την ήξερε καλά. Αν λοιπόν  ήθελε, μπορούσε να την  βοηθήσει. Θα τον ξαναέβλεπε  σύντομα τον μπάρμπα της  και θα του ζήταγε να μεσολαβήσει.
 Αλήθεια, σκέφθηκε, δεν έμαθα   τί  να με ήθελε ο μπάρμπας μου,  που   ζήτησε  να έρθω   στο σπίτι του.   Αλλά δεν με απασχολεί αυτό, αρκεί που του είπα εγώ,  ότι  αγαπώ το Βρέννο. 
Όταν έφυγε η ανιψιά του, ο Δημητράκης  το καλοσκέφθηκε περισσότερο. Τα πράγματα, ήσαν πολύ χειρότερα από ότι υπολόγισε στην αρχή.  Το βράδυ που ήταν στο σπίτι της Βγενιάς και έφυγε  κρυφά από την πίσω πόρτα,  ίσως τον είδε ο Γιάννης ο Βρέννος ή κάποιος γείτονας  και το έμαθε η ανιψιά του.  Τώρα δεν μένει τίποτε άλλο, παρά  να βρει την Βγενιά  και να της πει  πώς έχουν τα πράγματα με την ανηψιά του και το γιό της .
 Είχε δει την Γιάννη που πήγαινε στα χωράφια. Εκείνος πήρε τον δρόμο για το σπίτι της.  Η Βγενιά  ήταν στην αυλή.
__Βγενιά, της φώναξε, πρέπει να μιλήσουμε. Είναι ανάγκη. 
Χτύπησε η καρδιά της δυο φορές. Με τον τρόπο που της μίλησε, φοβήθηκε μη συμβαίνει κανένα κακό.
__Κόπιασε μέσα Δημητράκη,του είπε, και σφούγγιζε με την μπροστοποδιά τα υγρά χέρια της. Ύστερα, σαν  την πλησίασε και τέντωσε το χέρι του  , άπλωσε κι εκείνη και του έδωσε το δεξί της χέρι. 
__Μπες μέσα, μη μας βλέπουν ξένα μάτια και  δίνουμε στόχο.
__Πιάσε την ουρά του ποντικού να μην ακουμπήσει μέσα, της απάντησε κείνος.
__Τι εννοείς ;  Τον ρώτησε αδιάφορα δήθεν  η Βγενιά.

__Πάμε να κάτσουμε, έχω πολλά να σου ειπώ.
Εκείνη έφτιαξε την καφετιά μπαρέζα της στο κεφάλι για να φαίνεται το πρόσωπό της και να βλέπουν τα μάτια της και προχώρησε στη σάλα.
__Εδώ κάτσε, του είπε, κοντά στο τραπέζι, να φέρω να σε τρατάρω ρακί.
__Φέρε ρακί απάντησε κείνος, ίσως η γλώσσα μου να απολυθεί πιο γρήγορα.
Την  Βρένναινα  την έπιασε  αγωνία και ήθελε το συντομότερο,  να μάθει τί ήθελε να της ειπεί.  Μα πρώτα έπρεπε ν’  ακολουθήσει τα τυπικά, που επιβάλλονται στα καθώς πρέπει σπίτια. Να τον καλοδεχτεί, να του γλυκομιλήσει, να του δείξει σεβασμό και ευγένεια, και ας τον έπαιζε στα δάχτυλά της, και τέλος να τον κεράσει. Σαν έφερε το μπουκάλι με το ρακί στο τραπέζι και ξεχείλισε το μικρό ποτηράκι τον ρώτησε:

__Τώρα πες μου τον λόγο της επίσκεψής σου. Τι έχεις να μου  αναγγείλεις τέτοια ώρα;
__Να!  Σήμερα ήρθε η ανιψιά μου στο σπίτι…..
Κοντοστάθηκε για λίγο και δεν μίλαγε, σαν να σκεπτόταν πώς να το ειπεί.
__Ήρθε η ανιψιά σου και τι έγινε;  Είπε τίποτε για μας τους δυο;  Μήπως θέλει να μας παντρέψει; Αλήθεια κι αλήθεια, τι κουτός που είσαι; Τώρα που το σκέπτομαι,  με αυτό που έκανες προχθές το βράδυ, κόντεψε να ρεζιλευτούμε. Έφυγες από την πίσω πόρτα, σαν κλέφτης.
__Τί να έκανα;  Αν με έπιανε ο γιος σου εδώ μέσα, θα ήταν χειρότερα.

__Γιατί πρώτη φορά έρχεσαι και σου φτιάχνω καφέ;

__Ναι , αλλά η ώρα ήταν πονηρή.  Δέχομαι  όμως ότι ήταν μια απερισκεψία μου.
__Από το τίποτα κοντέψαμε να γίνουμε ρεζίλι στο γιο μου. Αυτός, το ξέρεις,  σε αγαπάει και ξέρει  τι έχεις προσφέρει στο σπίτι μας. Τώρα για συνέχισε για την ανιψιά σου, που αφήσαμε την κουβέντα στην  μέση.
__Να, η ανιψιά μου ήρθε στο σπίτι με την κοιλιά κει πέρα! Μου μίλησε καθαρά ότι τα έχει μπλέξει με τον γιο σου το Γιάννη. Εσύ τόσον καιρό δεν είχες πάρει χαμπάρι, να  ειπείς μια κουβέντα; Δεν πήρες είδηση τίποτε;
__Τί μου λες Δημητράκη! Δεν τα ήξερα όλα αυτά για εγκυμοσύνες και τέτοια!   Όλα τώρα εξηγούνται. Να! Προχθές που γύρισε ο γιος μου απ’ τη δουλειά,   το βράδυ που ήσουν κι εσύ εδώ, μου το ξεφούρνισε. Μου το είπε καθαρά: « Εγώ θέλω την Μαριγώ, την αγαπάω και κανόνισε να προχωρήσουμε».  Δεν ήξερα η δόλια τίποτε από όλα αυτά, που συμβαίνουν γύρω  μας.
__Ο κόσμος το έχει τούμπανο και μείς κρυφό καμάρι, Βγενιάα.
__Ο κόσμος το ξέρει σίγουρα, εμείς στραβωθήκαμε και δεν βλέπουμε πιο πέρα από τη μύτη  μας.
_Και τώρα τί θα κάνουμε, Βγενιά;
__Εμείς τίποτα δεν θα κάνουμε. Θα κοιτάξουμε να γίνει ο γάμος της ανιψιάς σου και του γιου μου. Κανόνισε το περιβόλι που συνορεύει με το δικό μας, να το πάρει προίκα η Μαριγώ.  Και αν έχει μαζέψει  τίποτα οικονομίες  ο αδερφός της,  να τα  βοηθήσει τα παιδιά.
__Σκέπτομαι  Βγενιά,  να τους δώσω το σπίτι μου, που είναι καινούργιο και μεγάλο, να κάτσουνε;
__Εσύ πού θα κάτσεις;
__Αν δεν με θέλεις εσύ,  να κάτσουμε μαζί, σκέπτομαι να φύγω.
__Εγώ έλεγα Δημητράκη, πως ψυχοπονέθηκες την ανιψιά σου.
 Όσο εκείνος άδειαζε το ποτηράκι του, εκείνη έλεγε:  «Τον πρώτο λόγο έχουν τα παιδιά. Εγώ πάντως από δω και πέρα δεν θα κηλιδώσω το όνομα του γιου μου στο χωριό».

Σχεδόν ντροπιασμένος ο Δημητράκης  με όσα έλεγε στο τέλος η  Βγενιά, την κοίταξε κατάματα και της είπε.
__Εγώ τα μαντάτα τα έφερα. Ας γένει όπως το λες εσύ. Αφού τα παιδιά αγαπιούνται, ας  παντρευτούν. Και για μας έχει ο Θεός, Βγενιά.
__Για μας δεν έχει ο Θεός, του είπε εκείνη. Θα μικροσυγγενέψουμε κιόλας και στεφανοχάρτι δεν δίνει ο Δεσπότης.
 Η ώρα πέρασε κουβεντιάζοντας οι δυο τους και σχεδόν σουρωμένος ο Δημητράκης  έφυγε για το σπίτι του.
Η Βγενιά ζύγιασε όσα της είχε πει ο γιος της, που ήθελε να  παντρευτεί την Μαριγώ, άκουσε απόψε και τον κυρ Δημητράκη και αποφάσισε μέσα της αυτός ο γάμος να τελειώνει το δυνατόν  γρηγορότερο.  Από την χαρά της το βράδυ δεν κοιμήθηκε , η  ψυχή της  φτερούγιζε και σχεδίαζε τη άλλη ημέρα κιόλας να ιδεί  τη  Μαριγώ.  Άρχισε να την λογαριάζει για δικό της άνθρωπο.  Μια φράχτη χώριζε το περιβόλι με εκείνο της Μαριγώς.
Η μαριγώ ήρθε και σήμερα στο περιβόλι της, δήθεν να σκάψει και τα μάτια της έπεφταν κρυφά  στην μπαλκονόπορτα του Γιάννη του Βρέννη.
Η Βγενιά μπήκε κι αυτή στον δικό της κήπο. Θα  της μίλαγε και κάτι θα μάθαινε παραπάνω.
Είδε την Μαριγώ που έσκαβε και της φώναξε.

__Γεια  σου Μαριγώ. Τι κάνεις ευτού;
__Δεν βλέπεις κυρα- Βγενιά;  Ο κήπος μου έπιασε χορτάρια. Μεθαύριο δεν θα μπορώ να φυτέψω. Ο καιρός είναι γλυκός και τα ευνοεί. 
__Και μένα ο κήπος μου το ίδιο είναι.  Περιμένω τον Γιάννη μου να αδειάσει,  να τον σκάψει. 
 Σαν άκουσε το όνομά του  η καρδιά της Μαριγώς  χτύπισε δυνατά και βυθισμένη στη συλλογή, σήκωσε το ξινάρι ψηλά το άφησε με δύναμη και χώθηκε στη γη. Ύστερα ρώτησε σιγανά.
__Θά ‘ρθει γρήγορα;  Το άκουσε η Βγενιά , αισθάνθηκε το ενδιαφέρον της και χάρηκε.
__Μη παιδεύεσαι Μαριγώ. Η δουλειά αυτή είναι για άντρες. Θα ειπώ στον Γιάννη μου, μεθαύριο που θα ‘ρθει από την πόλη, να σκάψει και τον δικό σου κήπο.

__Ευχαριστώ κυρα- Βγενιά, για την καλοσύνη και το ενδιαφέρον που
δείχνεις για μένα.
__Θέλω  να συγγενέψουμε Μαριγώ, της είπε. Άστα τώρα  και φύγε και τα ξανά λέμε.
Χωρίστηκαν και οι δυο ευχαριστημένες.  Η Βγενιά είχε και κείνη τις δικές της δουλειές. Πήγε στην πίσω πλευρά του κήπου, έκοψε δυο πουρναρόκλαρες να φράξει την σούδα του περιβολιού,να μην μπαίνουν ξένα ζωντανά μέσα.
Η Μαριγώ έφευγε από την άλλη πλευρά του κήπου. Την είδε η Βγενιά, είδε και τα μάτια της που ταξίδευαν κρυφά φανερά στο δικό της σπίτι, είδε και την κοιλιά της που ήταν φουσκωμένη.

__Να είναι του Γιάννη μου; ψιθύρισε μέσα της και γύρισε προς την Μαριγώ με συμπόνοια.
Πλησίαζαν απόκριες και ήταν ευκαιρία να σμίξουν τα παιδιά.
__Γιάννη, του είπε. Απόκριες έρχονται. Κάθε χρόνο αποκρεύουμε μόνοι μας. Φέτος θέλεις να καλέσουμε την Μαριγώ και τον μπάρμπα της τον Δημητράκη;
__Εγώ μάνα, άλλο που δεν θέλω. Το καλύτερο δώρο μού κάνεις. Να σε φιλήσω μάνα, της είπε και την αγκάλιασα χαδιάρικα.

 Η μάνα του Γιάννη πήγε στο σπίτι της Μαριγώς και της ζήτησε  το βράδυ της αποκριάς να έρθει στο σπίτι της μαζί με τον μπάρμπα της.
__Στις εννιά η ώρα να βρίσκεστε κοντά μας, της είπε, διαφορετικά δεν θέλουμε την καλημέρα σας. Της ευχήθηκε χρόνια πολλά, πήρε την συγκατάθεσή της και έφυγε χαρούμενη.
Η Μαριγώ με τον μπάρμπα της, κοίταγαν ανήσυχοι το ρολόι κείνο το βράδυ, να μην περάσει η ώρα και δεν είναι στις εννιά  στο σπίτι της Βγενιάς.
Ξεκίνησαν  με αναμένον φακό, μέσα από στενοσόκακα, για τον επάνω μαχαλά. Ανέβηκαν περικοπά σε ένα μονοπάτι, μέριασαν τα κλαριά μιας σούδας και βγήκαν στο κεντρικό δρόμο, που έβγαινε καρσί στο σπίτι του Γιάννη και της Βγενιάς.
Στάθηκαν στην εξώπορτα της αυλής, που δεν ήταν κλειδωμένη με την αμπάρα. Πάτησαν το ζεμπερέκι , άνοιξαν και προχώρησαν για την είσοδο του σπιτιού. Ο σκύλος δεμένος στο κουμάσι του χάλαγε τον κόσμο. Σταμάτησε και κούνησε την ουρά του, όταν του φώναξε η Μαριγώ.
__Έρχονται οι καλεσμένοι μας  Γιάννη, πάρε την λάμπα να ιδούν οι άνθρωποι την σκάλα, μην πέσουν και τσακιστούν. Προχώρησε μπροστά ο Δημητράκης Πουρνάρας και τα παιδιά πίσω του, έσμιξαν και   φιλήθηκαν σταυρωτά πρώτα στα μάγουλα και ύστερα στα χείλη.
Η Βγενιά η βρένναινα από το απόγιομα είχε σφάξει μια καλοταϊσμένη  πουλακίδα , την είχε βάλει σε καυτό νερό και την ξεπουπούλιασε. Το σπίτι μοσχοβόλαγε από το γιαχνιστό κρέας ,   με ψιλοκομμένο κρεμμυδάκι με την κανέλλα και το μπαχάρι στον τέντζερη.
Το τραπέζι ήταν στρωμένο με όλα τα καλά. Φάγανε ήπιανε, είπανε χρόνια πολλά και στο τέλος επισημοποιήσανε τις αρραβώνες και τον γάμο πρώτα των παιδιών και ύστερα, με την επιμονή των παιδιών,  της μάνας και του μπάρμπα.

Να ζήσουν.



                             B GIRAKAS 12.1.2015   



  




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου