Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΙ ΜΑΣΤΟΡΟΙ


«Σας τάζω πως θ’ ακώ τις προσταγές των μαστόρων και του λιθαρά. Τα ζα θα τα ‘χω σαν τα μάτια μου, θα πασκίζω να φορτώνονται ούλα ίσια με τη δύναμή τους. Δε θα μαρτυρήσω μηδέ μια λέξη από τη γλώσσα μας κι όντας τρανήνω και γενώ μάστορης, στ αχνάρι του πρωτομάστορα θα πατήσω».

(Πηγή Άνθη της Πέτρας)                                                                                                                                                                                                                                    
Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου 

 Όπως τα είχανε ειπωμένα και συμφωνημένα  από το βράδυ, έτσι γενήκανε. Πρωί πρωί, ολόκληρο μπουλούκι, άνθρωποι και γαϊδούρια, αργοσαλεύουν από το ένα χωριό στο άλλο και ψάχνουνε για δουλειά.  Μικρομερεμέτια  που έκαναν σε ένα χωριό  γρήγορα  τέλειωσαν.  Τα ζώα ήταν φορτωμένα με σύνεργα: μυστριά, ξινάρια, λοστάρια, βαριές, κασμάδες,  φτυάρια και ζύγια.

Στην μια πλευρά και στην άλλη στα σαμάρια ήταν δεμένες με τριχιές μικρές σανίδες λασπωμένες για να φορτώνουν και να κουβαλούν τις πέτρες.

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

Τ Ο ΝΙΤΕΡΕΣΟ ΜΟΥ ΜΕ ΤΟΥΣ ΓΥΦΤΟΥΣ


                                                                                             Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου


Δειλινό ήταν και τα ψαροκάικο αρμένιζε  στην θάλασσα περήφανο και καμαρωτό.  Ο Mάστρο Χρίστος παλιός ναυτικός, πολύξερος και πολύγνωρος καπετάνιος,  πάνω στο μικρό ψαροκάικο με δυο άλλους νέους βοηθούς του, τους ορμήνευε και τους μάθαινε την δουλειά. Κείνοι πάταγαν με τα ξυπόλητα πόδια τους πάνω στο καΐκι, έλυναν και έδεναν τα σχοινιά, ξεμπέρδευαν τα δίχτυα ,έβγαζαν τα ψάρια και βόηθαγαν στο άραγμα του καϊκιού. 

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2016

Π α ρ α δ ό σ ε ι ς από την Μ υ γ δ α λ ι ά Γορτυνίας


 (Λαογραφική πραγματεία Γεωργίου Δ. Καραλή φοιτητή 1964)

Στο κάτου Νερό λένε ότι κατέβαιναν την νύχτα οι νεράϊδες και πλένανε και νιβόσανε. Εκεί τις είδε μια φορά ο Παπαντώνης και εκοπανάγανε σκουτιά (ρούχα) και όταν αρχίνησε μια προσευχή χαθήκανε.
Λένε στον τόπο που έχει πεθάνει σκοτωμένος στο χρόνο απάνου τα μεσάνυχτα ανάβει μια φωτιά και ακούγεται ένα βογκητό. Βογκάει ο πεθαμένος. Για τούτο, τα χρόνια κείνα άμα νύχτωνε κανένας μακρυά από το χωριό και ήθελε να κοιμηθεί έξω σταύρωνε τρείς φορές με το μαχαίρι του ή με το ραβδί του χάμου τον τόπο, που θελά κοιμηθεί.


Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2016

ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ



                                                                                    Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου
                                                                                    
 Ντρίν,  ντρίν…….
  Άκουσε το τηλέφωνο και έτρεξε να το σηκώσει. Ήταν εννιά  η ώρα το πρωί.
__Εμπρός!  Φώναξε δυο φορές. Άκουσε μόνο  την ανάσα του και χωρίς να μιλήσει, κλακ, το έκλεισε.
Την  άλλη ημέρα, την ίδια ώρα, ξαναχτύπησε  το τηλέφωνο. Σφούγγισε τα βρεγμένα χέρια  με την ποδιά της και έπιασε το ακουστικό. Άκουσε πάλι την αναπνοή  του δυο τρείς φορές και το άγνωστο πρόσωπο δεν απάντησε στο κάλεσμά της και το τηλέφωνο ξαναέκλεισε.
Σκέφθηκε πως κάποιος είναι, που έχει χάσει τα χνάρια της και τώρα ξαφνικά την θυμήθηκε. Κάποιος νοσταλγός του παλιού καιρού είναι!  Μα ποιος είναι που την θυμάται τώρα!!