Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2020

 

                                                ΤΑ  ΚΑΛΑΝΤΑ

 

Με το φώτισμα ξεκινήσαμε οι τρείς μας, ο Σωτήρης, ο Γιώργης κι εγώ. Θα λέγαμε πρώτα τα κάλαντα στην απάνου γειτονιά και ύστερα στο κέντρο του χωριού και περιμετρικά.

__Μπάρμπα να τα ειπούμε;

__Πέστε τα, αλλά τι να σας δώσω που δεν έχω δεκάρα τσακιστή!

__Ότι έχεις μπάρμπα δώσε μας. Να κάνουμε το ξεκίνημα θέλουμε. Έτσι ξεκινήσαμε  οι τρείς μας να τα λέμε:  Καλή ημέρα άρχοντες , αν είναι ορισμός σας Χριστού την θεία γέννηση να μπώ στ αρχοντικό σας…

__Φτάνει φώναξε ο μπάρμπα Αγγελής. Δεν έχω λεφτά για τον κόπο σας. Να! Πάρτε το πορτοκάλι και άστε στο καλό.

__Καλό προφαντό είναι, είπε ο Γιώργος, έφερε και μένα ο πατέρας μου χτες από το Αίγιο. Σε μένα το έδωσε και έπεσε ο κλήρος να το κρατάω στα χέρια μου, γιατί δεν χώραγε στις τσέπες μου.

  Ύστερα χτυπήσαμε το σπίτι της κυρά Διαμάντως και της τα είπαμε. Εκείνη έφερε δυο αυγά. Αν θέλαμε και το τρίτο, μας είπε,  να περάσουμε το μεσημέρι να το πάρουμε. Άκουσε μια κότα που κορκολογιόταν, για να πάρουμε ο κάθε ένας, από ένα και  να τα πάμε στο μαγαζί να πάρουμε ότι θέλαμε.

Περάσαμε από πολλές πόρτες και πήραμε πενηνταράκια , με τον Βασιλιά Παύλο από την μια τους όψη και είχαμε χορτάσει από κουραμπιέδες και δίπλες. Φτάσαμε και στο σπίτι της  Θανάσαινας,  ανύπανδρης και παράξενης να την πειράξουμε .  Εκείνη ήθελε το πορτοκάλι και μιας και δεν της το δίναμε  άρπαξε την μαγκούρα και μας φοβέριζε.

Ύστερα κατηφορίσαμε τον δρόμο για την κάτω γειτονιά. Εκεί ήταν το σπίτι του νουνού του Γιώργη. Εκείνος άκουσε τα κάλαντα με την μεγάλη του κόρη την Δήμητρα  και έβγαλε δυο δρχ. Αυτός  τις έδωσε εις τον βαφτισιμιό του  και σε μας έφερε η κόρη του μια χούφτα καρύδια με σταφίδες και τσαπελόσυκα.  Ο Γιώργος δεν έβαλε το δίφραγκο στην τσέπη που ήταν το κοινό ταμείο. Και δεν συμφωνούσε να το μεταφέρει, ισχυριζόμενος πως αυτό ήταν έξτρα, μόνο για τον ίδιον.

Είπαμε με τον Σωτήρη, πως θα τον πείθαμε, στο τέλος να το βάλει σε κοινή μοιρασιά το δίφραγκο.

Εμείς είμαστε και καλλίφωνοι , σε σχέση με τον Γιώργη και η πλειοψηφία της παρέας. Αυτό μόνο έπρεπε να λάβει υπ όψιν  του και να συμμορφωθεί. 

Ήταν και άλλα παιδιά, μεγαλύτερα από μας  που διάλεγαν τα σπίτια και έλεγαν τα κάλαντα. Αν κάποιος δεν τους έδινε δραχμή τουλάχιστον για τον κόπο τους,  τους φοβέριζαν με το δίστηλο που έλεγαν μεγαλόφωνος δύο και τρείς φορές:

                                Σε τούτο σπίτι πού  ήρθαμε

                                 Η  πέτρα να ραΐσει

                                  Και ο νοικοκύρης του σπιτιού

                                  Λίγους χρόνους να ζήσει .

Ξινό βγήκε σε ένα ζευγάρι, που είχε μανταλώσει το σπίτι και δεν δέχονταν να τους πουν τα κάλαντα, με την πρόφαση, πως άλλα παιδιά τα είχαν λίγο πριν ειπεί.

Έπιασαν δυο κότες , τις κρέμασαν στην μυγδαλιά  κατουκέφαλα  και εκείνες άρχισαν φοβισμένες να σκούζουν. Γέλαγαν όλοι οι γείτονες με το πάθημα και η γυναίκα έγινε υστερική  φωνάζοντας πως θα φέρει την Αστυνομία αν οι κότες της πάθουν κάτι.

Την έπαθε για μια δραχμή η τσιγκούνα έλεγε ο Σωτήρης, σαν άκουσε το κακάρισμα και η άλλη παρέα να φεύγει διασκεδάζοντας.

Συνεχίσαμε την πορεία μας σε άλλους χωριανούς.  Οι αυλές γέμιζαν κόσμο. Είχε πάρει η ημέρα παντού, ο ουρανός ελαφρά συννεφιασμένος με τον ήλιο να γελάει ώρες ώρες.

Καπνοί πολλοί ανέβαιναν στον ουρανό. Πολλοί ετοίμαζαν μεγάλες φωτιές , έβαζαν τα λεβέτια επάνω για να κάνουν καυτό νερό να μαδήσουν τα γουρούνια. Ήταν ημέρα που έσφαζαν οι περισσότεροι τα γουρούνια. Παντού ακούγονταν σκουξίματα και ευχές καλοφάγωτο χρόνια πολλά..

Στου μπάρμπα Αντρέα ήταν εφτά σφάχτες με κάτι μαχαίρες που έλαμπαν στα ζωνάρια και στα χέρια τους. Στην φωτιά κάτω από το λεβέτι που είχε κάρβουνα, είχαν ρίξει το συκώτι  και μοσχοβόλαγε ο τόπος κρέας και ρίγανη .

Ευτυχώς μας δώσανε από έναν μεζέ και φάγαμε, εισπράξαμε και πενηνταράκια και φώναξε ο μπάρμπα Νίκος  την σπιτονοικοκυρά να φέρει ποτήρια να πιούμε κρασί. Εκείνη δεν τον άκουσε, μας είπε να περιμένουμε να φέρει δίπλες.

Εμείς δεν κάτσαμε είχαμε πολλά σπίτια να περάσουμε, της μοδίστρας της Βγένως , του Φλεβάρη, του Λάμπρου και του Ξούρια.

Η Βγένω σαν της τα είπαμε, έφερε δύο  κυδώνια και καρύδια με σταφίδες.  ‘Ήταν δική μου συγγενής και μου έβαλε στην τσέπη ένα δίφραγκο. Το είδε ο Γιώργης και το ζήτησε να μπει στο κοινό ταμείο. Εγώ δέχτηκα αν έβαζε και εκείνος το δικό του στην άλλη τσέπη.  Έτσι έβαλε κι εκείνος το δίφραγκο της άλλης τσέπης  και έγινε συμφωνία ταμίας να γίνει ο Σωτήρης.

Περάσαμε από ένα φτωχόσπιτο και η γυναίκα που φόραγε μαύρα δεν είχα να μας δώσει κάτι. Ο Σωτήρης  ήξερε το σπίτι πως δεν είχε πατέρα και συμφωνήσαμε να δώσουμε το πορτοκάλι και  τα δύο κυδώνια, με ένα δίφραγκο για τα δυο μικρά κοριτσάκια της.

Ήταν μεσημέρι και τα γουρούνια ακούγονταν στις γειτονιές ακόμη να φωνάζουν, εμείς καθίσαμε στα τουράκια της εκκλησίας και χωρίς μάλωμα μοιράσαμε, πρώτα τις δραχμές.  Από δώδεκα δρχ. πήραμε εγώ και ο Σωτήρης και δωδεκάμισι ο Γιώργης.  Χωρίσαμε και τα καρύδια με τα μύγδαλα και τις σταφίδες στα τρία και τα βάλαμε στις τσέπες.

Έτσι χωρίσαμε και πηγαίναμε σπίτια μας τρώγοντας.

Β.Χ  26\12\2020

Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2020

 

                  ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΟΡΜΗΝΙΕΣ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΜΟΥ

Προσπαθώ να θυμηθώ σαν την σημερινή ημέρα, πριν 63 ακριβώς χρόνια το 1957.

Μελανιασμένος ο ουρανός από τα άγρια σύννεφα και ο άγριος βοριάς, περόνιαζε τα κόκκαλα, μέχρι το μεδούλι. Κρύο, χιόνια, βροχές με κοκοσιάλια , στραβοί της πείνας οι περισσότεροι και μπόλικη ξυπολησιά ήταν το  καθημερινό σκηνικό.

Οι τσοπάνηδες τυλιγμένοι με ότι πανοφόρια είχαν μαζί τους και με τριμμένα ρούχα, έβγαζαν τα πρόβατα σε κανένα απαγκερό χωράφι, να αρπάξει το στόμα τους κάτι να μην ψοφήσουν της πείνας.  

Δεν ήταν μόνο το τσουχτερέ κρύο , ήταν και το βάσανο, που είχε η μάνα μου τέσσερα χρόνια κατάκοιτη στο κρεβάτι του πόνου.

Κείνη την μέρα πόναγε ανυπόφορα.  Το έβλεπα μέσα στα μάτια της, στις συσπάσεις του προσώπου της, στις άναρθρες κραυγές και στην επίκληση προς την Παναγία. Μαζεύτηκα κοντά της φοβισμένος μα και πολύ στενοχωρημένος και κείνη, η καρδιά της σφιγμένη, λυγισμένη, αφημένη στον ανείπωτο πόνο και με τα μάτια δακρυσμένα

__Σώπω, σώπα μάνα μην κλαίς ; Θα περάσεις. Θα το δεις. Θα φέρω και  ελιές να φας  που μου ζήτησες από τον μπακάλη να αλμυρίσει το στόμα σου.

Είδα τα πράγματα άσχημα, βγήκα έξω, από το σπίτι και έκλαψα. Όχι πολύ, έπρεπε να τελειώσω την αποστολή μου, να φέρω  της ελιές. Σύμπησα την φωτιά πήγα στο μπακάλη και σε λίγο γύρισα. Έφαγε δύο ή τρείς ελιές με λίγο ψωμί, με κοίταξε με αγάπη πολύ, με ευχαρίστησε. Ήταν το τελευταίο μου δώρο  που της πρόσφερα. Ήταν μεσημέρι.

Στις επικλήσεις  της, την κοίταξα χαμογελαστά, όχι γιατί είχα διάθεση, αλλά να της δημιουργήσω ευχάριστο κλίμα και να της δώσω κουράγιο, πως όλα πηγαίνουν καλά.

Την πλησίασα στο νεύμα της κι εκείνη ήρθε όσο μπορούσε προς το μέρος μου και με φίλησε τρυφερά στο ένα μου μάγουλο. Στο άλλο δεν μπορούσε μια ο πόνος και μια η θέση της πάνω στο κρεβάτι ,ήταν δύσκολα.  Μέχρι τώρα με λείπει αυτό το φιλή.

__Μην γελάς μου είπε σοβαρά . Τα μάτια της ήταν θολωμένα και γεμάτα καυτά δάκρυα. Εγώ σήμερα  θα φύγω!!

Τελευταίες μέρες το είχε ξανά ειπεί, δύο τρείς φορές . Μα εγώ δεν την πίστευα. Ο λόγος της όμως πιστικός αυτή την φορά δεν μου έμενε αμφιβολία. Προσποιούμενος πως έχω δουλειά έβγαινα έξω και έκλαιγα, Το είχα πιστέψει πως χάνω την μάνα μου. Σήμερα θέλω να κουβεντιάσω μαζί σου . Μου είπε.

__Λέγε μου μάνα τι θέλεις να μου πεις;

__Στο είπα σήμερα θα φύγω!

__Μην λες κουταμάρες μάνα. Άκου θα φύγει σκεπτόμουν .

__Άκουσε Βαγγελάκο μου. Θέλω από σένα , να είσαι καλό παιδί και να ακούς τον πατέρα σου. Να διαβάζεις και να τελειώσεις το σχολείο. Τις μικρές τσιούπες να μην της βαράς να τις προσέχεις και να είσαι ο προστάτης τους. Να τις αγαπάς  και να τις βοηθάς. Όταν πηγαίνουν κάπου, να μην τις αφήνεις μόνες τους, ούτε με συγγενείς. Ο κόσμος είναι κακός. Γινόταν τακτικά διακοπή. Καθώς λαμπίριζε η φωτιά τα δάκρυα στα μάτια μου σχημάτιζαν ακτίνες με τις φλόγες της.

 Ο έρμος ο πόνος, την περόνιαζε και κοβόταν η αναπνοή της. Μου είπε και άλλα κατά διαστήματα, μα τώρα επέμενε να αντικαταστήσω τον πατέρα στα πρόβατα, να τα ειπεί  για μια φορά ακόμη και σε κείνον.

Αχ! Δεν θα ιδώ τα παιδάκια μου, που λείπουν στα ξένα και φώναζε τα ονόματά τους. 

Θεέ μου, που να πάω με τέτοιον καιρό, έλεγα μέσα μου, καθώς βράδιαζε και ο πατέρας σε λίγο ήρθε με τα πρόβατα να βελάζουν για τα παιδιά  τους  και η δική μου μάνα θα άφηνε τια δικά της ορφανά.  Ο πατέρας κι εκείνος στενοχωρημένος και απογοητευμένος άκουσε τις δικές του ορμήνιες . Δεν ξέρω πόσες. Κείνο το βράδυ ήρθε αρκετός κόσμος στο σπίτι και μας έδινε δύναμη και κουράγιο.

Η μάνα μου έφυγε όρθια , αφήνοντας ορμήνιες , παρακαταθήκες και αβάσταχτο πόνο.

                                      Από τότε

Κόπηκαν τα παιδικά όνειρα και σαν νιός και σαν γέρος μάνα φωνάζω σε κάθε μέρος.

 

ΒΧ  19\12\2020

 Σ α ν   σ ή μ ε ρ α

Έφυγες και αισθάνομαι ακόμη το ευεργετικό το χάδι με το χέρι σου ,στο κεφάλι μου.

 Ακούω τις ορμήνιες  σου στα αυτιά μου που μου έλεγες: "Να αγαπάς τους ανθρώπους. Όλοι είναι καλοί σαν είσαι και συ καλός". Θυμάμαι όλα ήταν όμορφα κοντά σου, και την ημέρα και τα βράδια και το χειμώνα και το φθινόπωρο και στις γιορτές και στις λύπες.

Χαμογελούσες και στο χαμόγελό σου ζωγραφιζόταν η έγνοια και η αγάπη σου για όλους μας. Τότε γιόρταζε όλο το σπίτι και αντηχούσε το χαρούμενο γέλιο. Κανείς δεν περίμενε πως θα έφευγες τόσο γρήγορα.

Σήμερα έφερα στο νου μου το κουρασμένο βλέμμα σου το θλιμμένο χαμόγελο στο χλωμό πρόσωπό σου που έχει μείνει σφραγίδα πόνου στην ψυχή μου και ας έχουν περάσει 60 χρόνια ακριβώς από τότε που έφυγες.

Η αγάπη μας είναι κοντά σου......

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2020

                         
 

                              Η ΑΠΑΝΩ ΒΡΥΣΗ ΤΗΣ ΣΤΡΕΖΟΒΑΣ

 

                                                          Του Βαγγέλη Κ Χριστοπούλου

Περπατώντας μετά το Ηρώων τον ανηφορικό δρόμο με το καλντερίμι , χωρίς να το καταλάβω, έφτασα στους πρόποδες του Αγίου Χαραλάμπους με  τον επιβλητικό Ναό και με το κομψό καμπαναριό,  με την απέραντη θέα.


Κάποτε ανέβαινα   καθημερινά για έξι  ολόκληρα χρόνια αυτόν τον δρόμο με συμμαθητές και συμμαθήτριες. Αφημένος στις σκέψεις μου πλησίασα την απάνω  βρύση, που είναι φτιαγμένη με μεράκι και τέχνη από παλιούς τεχνίτες της πέτρας. Είναι κτισμένη με καλοδουλεμένες πελεκητές πέτρες και είναι   ένα κομψό, καλαίσθητο και γοητευτικό κτίσμα. Πλησίον της πολλά τα ομορφοχτισμένα, ψηλά με παραδοσιακές βεράντες, σπίτια.

Και καθώς η βρύση βρισκόταν τυλιγμένη στην σιωπή και την μοναξιά της κι εγώ  αποτραβηγμένος σε παλιές αναμνήσεις, μου φάνηκε πως έβλεπα ψηλόκορμες μαθήτριες με την γαλάζια ποδιά τους να πίνουν νερό. Τα μεγάλα μαύρα και γαλάζια μάτια τους τα δροσερά  ασπροκόκκινα πρόσωπά τους,  έδιναν άλλη διάσταση στο χώρο με τα πειράγματά , την ομορφιά και το χαμόγελο τους. Όπως τότε παλιά!

Μου φάνει πως άκουσα ποδοβολητό και χλιμίντρισμα αλόγων που έρχονταν να πιούν νερό. «Απόηχος ήταν άλλων εποχών», έτσι  ξαφνιάστηκα και συνήλθα από τις σκέψεις μου.

Τρέχει από τα σουληνάρια   το λιγοστό νερό της λόγω εποχής, στο δάπεδο, δημιουργώντας με τον ήχο ένα πένθιμο εμβατήριο, της μοναξιάς και της εγκατάλειψης.

Αυτοσυγκεντρώθηκα  και άκουσα το νερό, να κατρακυλά ήρεμα, μονότονα στα βάθη της γης  αποχαιρετώντας τον απάνω κόσμο.



Μια λύπη και ένας φόβος με έπιασε, καθώς άκουσα μια φωνή.

__Καλά που ήρθες! Για ζύγωσε κοντά. Δεν θέλεις να πιείς το νερό μου και να δροσιστείς;  Και κάτι άλλο. Που είναι ο κόσμος που ρχόταν  πρωί πρωί, το μεσημέρι και με το σούρουπο κοντά μου.

__ Αχ! Βρύση μου, σώθηκαν οι άνθρωποι στα χωριά και αυτοί που είναι εδώ έχουν νερό από άλλη πηγή στα σπίτια τους.

__Γιαυτό με ξεχνούνε και περνάνε απόμακρα χωρίς να μου τραγουδούν και να γελούν όπως παλιά! Κι εσύ ξένος είσαι ή δικός,   που με επισκέφθηκες ;

__ Και ξένος και δικός σου είμαι βρυσούλα μου.

__Αν είσαι δικός μου και με αγαπάς, στείλε μήνυμα, πως πονάω και έχω ανάγκη , παρουσίας ανθρώπων  και προστασίας. Ξεδίψασα γενιές και γενιές, πότισα τα ζώα τους και έδωσα την ψυχή μου και την αγάπη μου χρόνια και χρόνια.

Στείλε και μήνυμα στο σύλλογο των Δαφναίων αν με αγαπάς, οι βρύσες κι εγώ θέλουμε συντήρηση. Ότι καλό μου κάνουν εγώ θα το ξεπληρώσω. Βρυσούλα μου άκουσα το παράπονό σου και τον καημό σου , εγώ θα το μεταφέρω και ήδη αυτό κάνω τώρα.

Ψηλά από τις δασωμένες, καταπράσινες βουνοπλαγιές των Αφροδισίων ορέων το νερό από τις βροχές και το λιώσιμο του χιονιού, μπαίνει μέσα στην γη, σούρνει μέσα στα σπλάχνα της και μουρμουρίζοντας  βγαίνει στην απάνω βρύση, σε αυτήν της Αγίας Μαρίνας και αλλού.

Η βρύση παραμένει ένα στολίδι του χωριού. Στο κέντρο είναι η μεγάλη βαθουλωτή κορύτα, που μέσα καταλήγει ένα σωληνάρια και έπιναν τα ζώα νερό. Δεξιά και αριστερά επίσης υπήρχαν δυο σωληνάρια που γέμιζαν οι γυναίκες τις βαρέλες και τα βαρέλια νερό.

Πόσες και πόσες γυναίκες δεν βρέχονταν και τις περόνιαζε το κρύο το χειμώνα  και άλλες δροσίζονταν στην κάψα του καλοκαιριού. Όλες που έκαναν χρήση της βρύσης έχουν να θυμούνται όμορφες και χαρούμενες στιγμές που χάθηκαν ανεπίστρεπτη.

Στο κέντρο και προς τα πάνω είναι το παράθυρο  χρήσιμο για την υπερχείλιση και τον καθαρισμό του αποθηκευτικού χώρου του νερού. Δεξιά και αριστερά οι ζαλώστρες  ή τουράκια. Εδώ οι γυναίκες ακούμπαγαν τα βαρέλια που χώραγαν 20-25 οκάδες νερό να τα ζαλωθούν ή να τα φορτώσουν στα ζώα. Όλοι θυμόμαστε και αναγνωρίζουμε τις παλιές ευεργετικές διευκολύνσεις .

Εδώ ακούγονταν γλυκές φωνές, καλημέρες ευχές , γέλια χαρές από γριές και νιές.  Γίνονταν συναντήσεις, λέγονταν ειδήσεις, κουτσομπολιά , ασημώματα και δίνονταν φιλιά.

Τώρα κάθεται παραπονεμένη, περιθωριοποιημένη και εκπέμπει ΣΟΣ για καθαριότητα, σεβασμό και ευπρέπεια. Μούσκλια καλύπτουν την άλλοτε πεντακάθαρη  επιφάνειά της και γύρο της χαμόκλαδα και φύλλα είναι σκορπισμένα.

Κοίταξα και τους τρείς δρόμους , κανένας άνθρωπος δεν ερχόταν στην πολύβουη γειτονιά με την πάνω βρύση. Βράδιαζε ένα φως έκαιγε στου Μαμάκου και στου Ασημακόπουλου τα σπίτια. Άφησα την βρύση να τρέχει νερό και δάκρυα. Ανέβηκα τον ανήφορο μέχρι το σπίτι του Ασημακόπουλου. Ένας κύριος έβγαινε εκείνη την ώρα από την εξωτερική καγκελόπορτα. Με κοίταξε και ανταλλάξαμε μια καλησπέρα. Δεν άντεξα στον πειρασμό και το ρώτησα.

__Εσύ δεν είσαι ο Μέλλιος.  Ήρθε στην επιφάνεια του μυαλού μου το όνομά του μετά  από 63 ολόκληρα χρόνια.

__Ναί μου είπε. Εσύ ποιος είσαι;

__Δεν με θυμάσαι; Τάχα μου πως εγώ τον ήξερα από την καλή. Ήταν συμμαθητής μου στην πρώτη τάξη του Γυμνασίου, έκτοτε χαθήκανε οι δρόμοι μας.

Βράδιαζε, το σκοτάδι έπεφτε βαθύ και η νύχτα γινόταν στενόχωρη.  Άφησα το φίλο μου τον Μέλλιο, που ήθελα πολύ την παρέα του και ή βρύση ήταν πάλι μπροστά μου. Κι εκείνη καθόταν λυπημένη , που λείπουν οι άνθρωποί της και είναι σκόρπιοι στα πέρατα της γης  και αλλού +++

Μαζί με τα μάτια μου έκλεισα μέσα μου την εικόνα της, άκουσα τον αναστεναγμό της , είδα ατέλειωτες σειρές γυναικών να περιμένουν στην σειρά να πιάσουν νερό και μια ανατριχίλα πέρασε επάνω μου από τον λυγμό του νερού την τελευταία στιγμή.

Την αποχαιρέτησα σιωπηλά και κατέβηκα το καλντερίμι  για την πλατεία. Έριξα μια ματιά στο πεσμένο σπίτι των δυό  αδελφιών Κοροντζή και έτσι τελείωσε η μικρή, σύντομη επίσκεψη. Δε έμαθα τους κτίστες και τον χρόνο κατασκευής της.

Η πάνω βρύση, ζωντάνεψε μνήμες, μου θύμισε ανθρώπους, εικόνες παλιές, συγκινήσεις και προ πάντων το κρύο και πεντακάθαρο νερό της.

Πάντα η πάνω βρύση θα έχει θαυμαστές, αρκεί να την προσέχουμε!



Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2020


               
                     Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΗΣ ΚΕΡΠΙΝΗΣ

                                                               Του Βαγγέλη κ. Χριστοπούλου

Ήταν Πέμπτη 22 του μήνα, προς το μεσημέρι. Η πρεσβυτέρα κ. Παγώνα , πήρε την σκούπα, ξεσκονόπανα και ένα μεγάλο καλάμι και κατευθύνθη μέσω στενού δρόμου στον μικρό Ναΐσκο του Αγίου Δημητρίου.  

Ο Ναός  βρίσκεται πλησίον του όμορφου χωρίου της  Κερπινής, είναι πάλλευκος και ο τρούλος  με τα οκτώ παράθυρα φαντάζει από μακριά και αφήνει άπλετο φως να περάσει μέσα του.  Έγινε με δαπάνες  του αείμνηστου  Βαγγέλη Νταλιακούρα.

Για όσους δεν το ξέρουν βρίσκεται πλησίον τεράστιου δέντρου που θέλει δύο και τρείς ανθρώπους, να το αγκαλιάσουν.


Ο δέντρος άλλοτε προφυλάσσει τους προσκυνητές και το εκκλησάκι από τον καυτερό ήλιο και τους  αέρηδες και άλλοτε δέχεται τα άγρια πουλιά να υμνούν στην χάρη του.

Η Πρεσβυτέρα εκάθησε ολίγον μακριά της εκκλησούλας , στην άκρη του δρόμου να ξεκουραστεί και να ανταλλάξει ολίγας κουβέντας με καλοκάγαθο βοσκό εκ του χωρίου της.

Αυτός καταγόμενος εκ Αμυγδαλιάς πήγε σώγαμπρος , πριν πολλά χρόνια και έκτοτε ασκών το επάγγελμα του Γεωργού και βοσκού παρέμεινε εκεί. Πρόκειται γα καλόν, τίμιο και σωστό οικογενειάρχη με αγάπη στους ανθρώπους και τα ζώα του.

Πλησιάζοντας  διέκοψα την συζήτησή τους  με τον χαιρετισμό μου, που δεν ήταν άλλη από το όργωμα των χωραφιών που η γη άλλαξε και πήρε το καφέ χρώμα όπως παλιά και τον καλό καιρό που επικρατεί. Χωρίς χρονοτριβή ρώτησα για πού το έβαλαν. 

Τον Αντώνη τον ήξερα καλά γιατί ήταν χωριανός μου και έχει παντρευτεί εξαδέλφη μου, ο οποίος μου σύστησε την γυναίκα..

__ Δεν γνωρίζεις την παπαδιά μου είπε. Παλιότερα την είχα συναντήσει και κείνη που έβοσκε τα πρόβατά της, είχε όμως παρέλθει πολύς καιρός και δεν την γνώρισα. Δεν καμώθηκα πως την ξέρω και την ρώτησα πως την λένε  και που πηγαίνει.

__Παγώνα με λένε και πηγαίνω στον Άγιο Δημήτριο, να ετοιμάσω την εκκλησία, μεθαύριο είναι η γιορτή του. Κάθε χρόνο και με άλλες γυναίκες της Κερπινής, πήγαιναν τέτοιες ημέρες στο εκκλησάκι, το καθάριζαν, έπλεναν τα ολοκέντιτα στρωσίδια, τάματα των πιστών, ξεσκόνιζαν τις εικόνες και το εκκλησάκι έλαμπε και μοσχοβόλαγε.

Τώρα μόνη η αγαθή πρεσβυτέρα, με αγάπη και καλοσύνη στο πρόσωπο πήγαινε μόνη στον Ναΐσκο. Όταν μετά ώρας έφτασα κοντά της, εκείνη είχε σκουπίσει  την εκκλησία, είχε τινάξει τα στρωσίδια, που βρίσκονταν μαζί με τα καθίσματα έξω από τον Ναό πάνω στο πράσινο χορτάρι. Οι εικόνες έλαμπαν και αυτή του Αγίου Δημητρίου ολόχαρη για την τιμή που του έκανε η πρεσβυτέρα σαν να χαμογελούσε και να της έστελνε την ευλογία του.

__Άργησα να έρθω πρεσβυτέρα της είπα, θα μπορούσα να βοηθήσω περισσότερο.

__Δεν πειράζει τα καταφέρνω ακόμη μου απάντησε, είναι μικρό το εκκλησάκι και δεν με κουράζει ο Άγιος. Βόηθησα και βάλαμε τα πράγματα μέσα,  το Σαββατοκύριακο θα έκανε το σφουγγάρισμα και θα τελείωνε  με τις τελευταίες λεπτομέρειες.

Καθώς την είδα κουρασμένη αλλά και χαρούμενη με το αυτοκίνητο την μετέφερα στο σπίτι της, προσκαλώντας με, να πιούμε καφέ με τον σεβάσμιο σύζυγό της παπά Γιώργη.

Πολλές οι ευχές μας για υγεία, δύναμη και μακροημέρευση τόσον στην πρεσβυτέρα, όσον και στον παπά Γιώργη και να μας δίνει την ευλογία του .

Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2020

ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ 15ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

   

                                        Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου


__Για να’ χουμε καλό ρώτημα, για πού το βάλατε παλληκάρια;  Ρώτησε ο γέρος θαρρετά. 

__Πάμε ψηλά στην κορυφή της Κουκούλας. Μας είπαν όποιος ανέβει εκεί επάνω, ζει ένα όνειρο. Σμίγει με τον Θεό και τους ανθρώπους.

__Σωστά σας το είπαν. Μακάρι να μπορούσα κι εγώ να σας ακολουθήσω, ήθελα πολύ από κι επάνω να στείλω τις ευχές μου στον κόσμο που γνώρισα.

__Γέροντα τόση ομορφιά έχει το μέρος εκεί, που τόσο πολύ το παινεύεις;

__Από κει με το γλυκοχάραμα, στην κορφούλα του βουνού, έσμιγε ο ουρανός με την γη. Άλλοτε αγνάντευα  κάτω τον Λάδωνα, με τα βαθυπράσινα πλατάνια και τις ιτιές του και άλλοτε τα ασημένια νερά του. Τα χωριά γύρω γύρω, ή Στρέζοβα, ποδογορά, Γλανιτσιά, Γλόγοβα, Βαλτεσινίκο, Φίλια,και δεκάδες άλλα χωριά ήταν πετράδια σαν κεντίδια πάνω στην γη. Τα βράδια με την αστροφεγγιά αμέτρητα αστέρια θάμπωναν το μυαλό μου για το μεγαλείο του δημιουργού. Και όταν ξανάφανε ολόγιομο το  Αυγουστιάτικο φεγγάρι, στον κάμπο του ουρανού, χάζευες από την ομορφιά της πλάσης, με τα απέραντα φαράγγια και τις κορυφογραμμές, με τις αμέτρητες διαφάνειες πολλών σχημάτων. Τότε από την χαρά μου, έκοβα ένα κομμάτι του ουρανού, έγγραφα και έστελνα λόγια αγάπης σε νέες και χαιρετίσματα σε όσους ήξερα.

Ύστερα έστενα το καβαλέτο μέσα στην νύχτα και ζωγράφιζα. Έβαζα εκεί πάνω πινελιές, με χρώματα, άσπρα ,ξανθά, μελαμψά και ζωγράφιζα τα πρόσωπα αγαπημένων ανθρώπων, συγγενών, φίλων, χωριανών.

Ατέλειωτες φιγούρες ανθρώπων γίνονταν κει πάνω και άκουγα  τις φωνές τους, τα γλέντια, τ’ αστεία όταν κάναμε  παρέα.  

Έτσι ξημέρωνε, καθόμουν και άκουγα την συναυλία των αηδονιών και των άλλων πουλιών , χαρμόσυνη , μοναδική. 

Τότε το μάτι μου έπεφτε στην εκκλησία μας, της Κοίμησης της Θεοτόκου.  Και έβλεπα την εικόνα της με το Θείο βρέφος στην αγκαλιά της, και την Κοίμηση της Παναγίας  της Γλανιτσιώτισσας  περιβαλλόμενη από τους Αποστόλους .  Κι εγώ έκανα τον σταυρό μου και παρακαλούσα την Υψηλοτάτη Βασίλισσα των Ουρανών, για τα φτωχά χωριατόπουλα που μοχθούσαν, νηστικά και ξυπόλητα, για τους ξωμάχους και τα κορίτσια της Γλανιτσιάς να είναι καλά. Προσευχόμουν τα όνειρα και οι ελπίδες   να γίνουν πραγματικότητα.  

__Γέροντα πες μας και άλλα, για την Παναγία, τώρα που είναι παραμονή της γιορτής της.

__Όπου βρίσκεται ο Έλληνας, σε βουνό, σε καλύβα, σε παλάτι, πανηγυρίζει το 15Αύγουστο  και τιμά την Κοίμηση της Θεοτόκου, που δεν έπαψε ποτέ να μας προστατεύει. Γιαυτό κάθε τόπος στολίζει με ονόματα και τιμά την Παναγία μας. Άλλοι την ονόμασαν Γλυκοφιλούσα, Γιάτρισσα, Βαγγελίστρα, Οδηγήτρια και πολλά άλλα ονόματα, ανάλογα με τα θαύματα που έβλεπαν να κάνει.




Για χάρη της, εμείς στην Γλανιτσιά την μεγάλη και μοναδική πλατεία του χωριού την ονομάσαμε  Παναγιά!!! Μεγάλη η χάρη της, ποτέ δεν θα πάψει να είναι το καταφύγιο μας και τώρα με τους Τούρκους, που βρισκόμαστε σε δύσκολη θέση μας παραστέκεται.

Ευχαριστημένοι οι οδοιπόροι ευχήθηκαν «ΚΑΛΗ ΠΑΝΑΑΓΙΑ»  στον γέροντα για να ακολουθήσουν το μονοπάτι για την κορυφή της Κουκούλας. Και ο γέρος αντιχαιρέτησε:

Χρόνια πολλά σε όλους, η Παναγιά μαζί μας!!

12.8.2020 

 

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2020

ΠΟΝΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ

                                                                             Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου
Κάθε ημέρα έπαιρνε τα στενά σοκάκια και γύριζε ούλο το χωριό χαιρετώντας δικούς και ξένους.  Σαν έβλεπε κάποια γυναίκα στο μπαλκόνι, της έλεγε καλημέρα  και αλλοίμονο αν δεν της  απαντούσε.

Δευτέρα, 11 Μαΐου 2020

ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΛΑΔΩΝΑ


                                     Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου

Στο μεγάλο ποτιστικό χωράφι, κοντά στον Λάδωνα, Κερπινιώτες  φύτευαν μποστάνια χαρούμενοι και σκεπτικοί για την ζωή και τον πλούτο  που θα έφερναν οι μικροί σπόροι. Ήταν σχεδόν αμίλητοι από την κούραση, όταν άγνωστος ξανάφανε  κόκκινος από το γρήγορο βάδισμα, στο λουλουδιασμένο μονοπάτι, που ήταν και χώρισμα με τα γειτονικά χτήματα.

Κυριακή, 5 Απριλίου 2020

ΤΟ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΑΙΪΚΟ (ΚΑΤΣΙΑΊΪΚΟ) ΣΠΙΤΙ


                                                   
  Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου

Πριν πολλά χρόνια, παιδί ακόμη, καθώς πέρναγα στον δημόσιο δρόμο, η ματιά μου έπεφτε  σε τούτο το όμορφο σπίτι, με την μεγάλη αυλή, τις κληματαριές τις καρυδιές στο πίσω μέρος και τις γλάστρες γεμάτες λουλούδια.

Κυριακή, 2 Φεβρουαρίου 2020

Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΤΗΣ ΜΗΛΟΥ




                                                  Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου

Κοντά σε άλλες αρχαιότητες, σκεπασμένο με το απαλό χώμα της Μήλου, αιώνες βρισκόταν σε έναν υπόγειο θόλο το ημίγυμνο σώμα της Αφροδίτης. Τα μεσημέρια που πύρωνε ο ήλιος το κορμί της, ζεσταινόταν και  αναστέναζε. Λίγο πιο κάτω στην  λευκογάλανη   θάλασσα της Μήλου της ατέλειωτες νύχτες   της μοναξιάς,  πήγαινε από ένα μυστικό δρομάκι, σε ένα με βράχια, ζωσμένο μουράγιο,  προφυλαγμένο από τις άγριες πνοές του πελάγους.

Τετάρτη, 8 Ιανουαρίου 2020

ΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΗΣ ΣΕΒΔΑΣ


Το καφενείο της Σέβδας είναι μια όμορφη γωνιά, για κάθε Γλανιτσιώτη, για κάθε ξένον, φίλο ,επισκέπτη. Είναι ένας ζεστός και ευχάριστος χώρος που βρίσκεις άριστη εξυπηρέτηση από την μελαχρινή γυναίκα με τα κατάμαυρα μάτια και το χαμογελαστό πρόσωπο.Την Σέβδα.

 Εκεί βρίσκονται συχνά τα βράδια  η οικογένειά της (ο άνδρας της με τα τρία παιδιά της) που γίνεται και δική μας οικογένεια και παρέα.
Εδώ πάντα είναι όμορφη η στιγμή,  αυτή της συνάντησης, της παρέας, του χαιρετισμού και του αλληλοκεράσματος του καφέ και του ποτού.

Κυριακή, 5 Ιανουαρίου 2020

Αρκαδολατρική ποίηση L` ARCADIA: Η ΑΡΚΑΔΙΑ




Jacopo Sannazaro (+1530) Ιταλός Ποιητής

Αρκαδογέννητε Θεέ, Λύκαιε Δία
αξίωσέ με να βρεθώ στην Αρκαδία.
Αναζητώ την σωτηρία, την παρηγοριά μου
απ’ την οδύνη που ματώνει την καρδιά μου.

Στην Αρκαδία πάρε με, κυρίαρχε του κόσμου
και την γαλήνη της ψυχής , γρήγορα δώσ’ μου.
Να με γνωρίσεις με τον γιό σου τον Αρκάδα
τον πιο αντρειωμένο σε όλη την Ελλάδα.