Παρασκευή, 2 Αυγούστου 2019

Ο Θερισμός


                                        Του  Πάνου Σπηλιώτη Πολύδερα
Μεστώσαν τα γεννήματα και γέρνουνε τα στάχυα
ο γεωργός  ‘τοιμάζεται να πάει για να θερίσει,
για να μαζέψει τον καρπό, των κόπων του ρεγάλο.
Έχει να θρέψει φαμελιά και ζώα να ταΐσει,
Να δώσει και περίσσεμα στον κόσμο που δεν έχει.
Συνάζει όλα ντα σύνεργα, του θερισμού τ’ ανάχρεια
και μιαν αυγή πουρνό -πουρνό  συφάμελος πεζεύει
στου χωραφιού το πλάτωμα, στην αχλαδιά  ‘πο κάτω.
Κρεμάει τα τράστα στη σειρά με τη ξερή τροφή του,
Σκεπάζει κάτω το νερό στη γη μη του ζεστάνει,
Βάζει και δίπλα το κρασί στην τσίτσα την βρεγμένη,
παρηγοριά και δύναμη στον κόπο του αντιστύλι.
Ύστερα κάνουν το σταυρό ξέσκεποι οι θεριστάδες
Κι εύχονται μεσ’  απ’ την καρδιά στου χωραφιού τον Κύρη:
--Καλά μπερκέτια και πολλά, καλή αρχή και τέλος,
Να ζήστε ν ΄ απολαύσετε την πλούσια την σοδιά σας!
Ο Νοικοκύρης θεριστής με το δραπάνι πρώτος,


Κόβει στάχυα σταυρωτά για το καλό του θέρου
Και κάνει το χερόβολο το πρώτο της σοδειάς του.
Αρχίζουν ούλοι  πρόθυμοι, θερίζουνε τ’ στάχυα
Χεριές – χεριές, χερόβολα, χεροβολιές και στράτες
Θ’ αγκαλιαστούνε και ύστερα δεμάτια θα γενούνε
Και στράτες θα ταιριάξουνε για να κουβαληθούνε.
Τραβάει η δουλειά αδιάκοπα, με κέφι  και τραγούδι
Πότε σκύφτουν οι θεριστές θερίζουν τα στάχυα
Και πότε ορθόν τα δένουνε, χερόβολα τα κάνουν.
Σαν τσούξει ξ Ήλιος για καλά κι έχει η δουλειά τραβήξει,
Θα σταματήσει η εργατιά, πυρή και ιδρωμένη,
Θα μαζωχτούν στην αχλαδιά, στον ίσκιο να καθίσουν,
Να δροσιστούν με το νερό, να βγάλουν τα μαντήλια
άντρες , γυναίκες και με αυτά σκουπίζουν τον ιδρώτα,
που τρέχει από το μέτωπο λευκό μαργαριτάρι.
Παίρνουν ανάσα στη δροσιά και κολατσιό θα κάνουν
Θα πιούν νερό οι κοπελιές, κρασί τα παλληκάρια,
 Θα ξαποστάσουν και θα πουν πειράγματα κι αστεία,
Τα φρέσκα νέα του χωριού, και θα κορκοσουρέψουν.
Η μικρομάνα του μωρού, που κρέμεται στην νάκα* (Κούνια)
Θα βρει το χρόνο το βυζί να δώσει στο βλαστό της,
Που μ’ ευλογία του Θεού κι εκείνο φασκιωμένο
Σωπαίνει χαλιουρίζοντας  στον ίσκιο της αχλάδας,
Νανουρισμένο απ’  τον  νηχό των εργατών του θέρου,
των τζιρτζιλιών το τζίρτζισμα, τον βόμβο των εντόμων,
κρατά σιγόντο στη δουλειά της προκομμένης μάνας!
Μα δεν θα κάτσουνε πολύ στον ίσκιο της αχλάδας,
Γιατί έχουν έργο δύσκολο και σοβαρό να κάνουν,
ο χρόνος δεν τους καρτερεί κι οι έγνοιες περισσεύουν,
να κόψουνε το γέννημα τ’ αμπάρια να γεμίσουν.

Ο θέρος και το τρύγημα κι ο πόλεμος αντάμα
Είναι δουλειές που χρειάζονται και κόσμο και βιασύνη.
Σηκώνεται η εργατιά το έργο της να πιάσει
με τη σειρά όπως και πριν, που το έθιμο ορίζει,
να μην τους πιάσει η μέση τους και κόψουν κάνα χέρι.
Αστράφτουν τα δραπάνια τους, γυαλίζει ο ιδρώτας τους
και φτάνει το τραγούδι τους ως τις κοντοραχούλες .
Τους συνοδεύει ο τζίρτζιλας μονότονα στα δέντρα,
Ολημερίς τραγουδιστής, χωρίς να πάρει ανάσα,
Κρατάει ρυθμό στους θεριστές, τον κόπο να μην νοιώθουν,
Κι αυτοί κεφάτοι,  δυνατοί, μ’ ενθουσιασμό κι ελπίδα,
Γι’ ανταμοιβή των κόπων τους, ξεπλήρωμα του μόχθου,
Μαζεύουνε το μάλαμα, μαζεύουνε το μόσχο,
Μαζεύουν στην απαντοχή, το στήριγμα του κόσμου,
τροφή για την φτωχολογιά, βάλσαμο του ανθρώπου!
Μέχρι το γιόμα να σταθεί, τραβούν διπλούς τους έργους.
Θα σταματήσουν, σα βρεθεί στου ουρανού τα ζύγια,
Ο Ήλιος ο ατσίγγανος  με τα καυτά δοξάρια,
Θα μαζευτούν στον ίσκιο της αχλαδιάς του δέντρου.
Ρίχνουν νερό στα μούτρα τους, δροσίζονται ανασαίνουν,
κάθονται γύρο , μαλακά παν στο παχύ το σάισμα,
πούχει η Κυρά απ’ τον αργαλειό και το νερό βγαλμένο
και τόχει στρώσει στην ισκιά να κάτσουν οι εργάτες
για το μεσημεριάτικο το φαγητό να κάνουν.
Είναι κοτόπουλο γιαχνί με φρέσκες χυλοπίτες,
Που μόλις έφερε η Κυρά απ’ το χωριό, της ώρας
αυγά, τυρί τους έφερε, σαρδέλες μυρωδάτες
με βαρελόξυδο αγνό, με λάδι κεχριμπάρι,
ψωμί αφράτο ζυμωτό, με τα δικά της χέρια,
καλοψημένο και γλαρό, καθάριο σιταρένιο.

Τους έφερε και κρύο νερό ολόκληρη βαρέλα
από το κεφαλόβρυσο της Λιάσκοβας την βρύση,
ή του Κουρπού, της Καστανιάς, Σελά κι Αι- Θοδώρου,
να δροσιστεί το στόμα τους , να ευφρανθεί η ψυχή τους
να φαν, να πιουν, ν’ αναπαυτούν να ξεμεσημεριάσουν,
τι είναι το κύριο φαγητό στου θερισμού τη μέρα.
Δεν λείπουνε και τα γλυκά, δίπλες, κουραμπιγέδες
Με την αιθέρια την ρακή, του τσίπουρου δροστάλι,
Του σπιτικού της φτιάγματα, κοχέματα δικά της!
Σαν φαν’,  σαν πιούν κι αναπαυτούν και κιώσουν  τις κουβέντες,
Κι αφού δροσίσει ο καιρός κι οι ίσκιοι μεγαλώσουν,
θα σηκωθούν οι θεριστές να συνεχίσουν τ’ έργο!
Γυαλίζουν τα δραπάνια τους, λάμπει το πρόσωπό τους,
με τις γλυκές τους τις φωνές τραγούδια αραδιάζουν.
Όμορφη που ‘ναι η ζωή μες στην καλή την ώρα!
Μες στις καρδιές των θεριστών, μες στου ουρανού τα ύψη
στη φύση γύρω, στα βουνά, στους κάμπους στα Λαγκάδια
με τα βαθύσκια δέντρα τους, τις δροσερές πηγούλες ,
των λουλουδιών τις μυρωδιές και των πουλιών τραγούδια,
με τη λαχτάρα της καρδιάς, την ομορφιά της σκέψης!
Με τέτοιες έγνοιες και καημούς, τέτοιες χαρές κι ελπίδες
Τραβάει ο θέρος στους αγρούς ως να βραδιάσει η μέρα.
Σχολάνε τότε οι θεριστές και στο χωριό γυρίζουν,
Στο σπίτι να ξεκουραστούν, δύναμη για να πάρουν,
Της άλλης μέρας πρόγραμμα του θερισμού να κάνουν.
Ως να τελειώσει ο θερισμός να μαζευτούν τα στάχυα,
Την πάσα ημέρα οι γεωργοί την έγνοια τούτη θα ΄χουν.
 Γραμματικό 29-6-94

                        Για την αντιγραφή Βαγγέλης Κ. Χριστόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου