Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2021

Χριστουγεννιάτικο Παστό


ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ  ΠΑΣΤΟ

                                       

                                              Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου

 

Το χωριό μου η Μυγδαλιά, είναι μέσα σε μια χούνη, χτισμένο από Λαγκαδινούς μαστόρους, με τα σπίτια του να είναι κοντά, κοντά. Βρίσκεται σε πλαγιά του Μαινάλου και ολόγυρα είναι πηγμένος ο τόπος από ψηλά πουρνάρια. Οι Γλανιτσιώτες ήξεραν να γιορτάζουν και να γλεντάνε και δεν ξέρω αν τους  έφταναν  τα άλλα χωριά. Άλλοτε στο χωριό, οι άνθρωποι, είχαν ένα θρεφτάρι, όλο κι όλο και ήταν η ελπίδα όλης της χρονιάς.

 Τις Χριστουγεννιάτικες ημέρες,  οι γυναίκες ήταν αναστατωμένες. Πηγαινοέρχονταν στην βρύση, ζαλωμένες με νεροβάρελα, κουβάλαγαν νερό, κοσκίνιζαν αλεύρι, ζύμωναν ψωμιά, έκαναν γλυκά και πίτες. Τα ταψιά ξεχείλωναν από την οματιά και τα σπίτια μύριζαν γιορτινή ατμόσφαιρα.   

Από τις κασέλες, έβγαζαν τα γιορτινά τους ρούχα να τα φορέσουν και τα δαντελένια τραπεζομάντηλα,  να τα στρώσουν στα τραπέζια.

 Οι ανύπαντρες φόραγαν τα καλά τους και στην εκκλησία που πήγαιναν, πάσκιζαν να δείξουν τα κάλλη τους.

Τι καιρός κι εκείνος!Φέτος στο χωριό μου ο πάτερ Χριστοφόρος, γλυκά και χαρούμενα χτύπησε την καμπάνα την νύχτα. Δεν είχαμε κρύα βροχές και χιόνια όπως παλιά. Ήρθε στην εκκλησία λίγος κόσμος και οι περισσότεροι είμαστε με φίμωτρα. Μάσκες τις λένε, αλλά όχι σαν του Αγαμέμνονα όμορφες και χρυσές, αλλά κακόγουστες, πολύχρωμες  και καρναβαλίστηκες.

Τούτες τις μέρες ξεχείλισε πίκρα στην ψυχή μου. Και να γιατί!  Μικρός που ήμουν στο χωριό , όλοι έσφαζαν τα γουρούνια. Τα κρέμαγαν κατουκέφαλα από το πατερό και ύστερα κόβανε κρέας το ψήνανε  στην φωτιά και τρώγαμε.

Φέτος, ούτε για τα μάτια δεν είδαμε  και δεν ακούσαμε  σκουμάρι γουρουνιού.  Καπνό σε αυλή και λεβέτι να βράζει νερό, για να μαδήσουν γουρούνι, δεν είδαμε σε άλλο σπίτι, εκτός από του Γούνη.

Ο Ηλίας μας έκανε την χάρη, έφερε μισό  γουρούνι , μέχρι πενήντα οκάδες. Ήταν απόφαση των τριών, δική μου του Ηλία και του Μηνά

Να μην αφήσουμε το χωριό ατσίκνηστο,  να μην αφήσουμε τέτοιες ημέρες την κοιλιά μας χωρίς να φάμε γουρούνι  και θέλαμε να τσουγκρίσουμε τα ποτήρια  και να θυμηθούμε τα παλιά.


 Θα φτιάναμε παστό.

Η δουλειά θα γίνει σε δυο μέρες , πρότεινε ο Μηνάς. Την παραμονή θα λειώσουμε το λίπος και ανήμερα του Χριστού θα φτιάξουμε το παστό. Τις δυο μέρες σφάζαμε τα γουρούνια και είχαμε γιορτή και φαί. Ο Ηλίας κι εγώ άλλο που δεν θέλαμε, θα είχαμε γιορτή δυο μέρες. Ο Μηνάς καλοπροαίρετος και γνώστης  με επίκουρο βοηθό την μάνα του την Αλέξω, θα έκαναν την δουλειά.  Θα βοηθάγαμε και εμείς στο αγνάντεμα, στο ανακάτωμα του λεβετιού και στο φαγοπότι.

Δεν βιαστήκαμε την παραμονή είχαμε μαζευτεί στο σπίτι του Μηνά. Το λεβέτι με λίπος και με νερό έβραζε  και εκείνος ξεδιάλεγε, από το κρεμασμένο γουρούνι, με το κοφτερό μαχαίρι του λίπος, που ακόμη υπήρχε επάνω του και το έριχνε μέσα στο άλλο. Μαζί έπεφτε και λίγο ψαχνό κρέας. Έκοψε και κομμάτια κρέας να ψηθεί για να φάμε και να πιούμε κρασί.. Όσο έβραζε και τέλειωνε  το νερό, άρχισε και το λίπος του γουρουνιού να λειώνει.  Η μάνα του η Αλέξω έστρωσε το τραπέζι και τα μάτια της δεκατέσσερα  ορμήνευε τον Μηνά  να ανακατώνει να μην κολλήσει το λεβέτι. Ύστερα ο Μηνάς έβγαλε τα λίγα κομμάτια κρέας βρασμένα που ήταν στο λεβέτι, τα έκοβε στην πιατέλα κι εμείς ολόγυρα, με γουρλωμένα μάτια από την λιγούρα, αρπάζαμε με τα χέρια και τρώγαμε. Πέσαμε όλοι στο μεζέ. Τα ποτήρια γέμιζαν και άδειαζαν στο πη και φη.  Τώρα στο Γουναίικο σπίτι, η χαρά ήταν μεγάλη, με την ευθυμία του κρασιού, το νταραβέρι με το φτιάξιμο του παστού και το φαί. Μέσα στην καλοπέραση θυμόμαστε,  ανθρώπους μοναχικούς, φτωχούς μελαγχολικούς που δεν έχουν να φάνε κάτι.

__Καλώς σας βρήκαμε είπε ο Ηλίας , ο Θεός να μας έχει καλά. Όλοι σηκώσαμε τα ποτήρια και τα τσουγκρίσαμε , είπαμε όλοι τις ευχές μας , καλή αυριανή και αδειάζαμε τα ποτήρια άσπρο πάτο.

Ένας  γέμιζε τα ποτήρια και όταν ένας σήκωνε ο ποτήρι να πιεί, τον ακολουθούσαμε όλοι σαν συνεννοημένοι και τα στραγγίζαμε.  Το λίπος έλειωσε , το ρίξαμε σε ένα μεγάλο τέντζερη  θα χρειαζόταν  αύριο που θα κάναμε το παστό. Τα μικρά κομμάτια κρέας που ήταν στο λίπος έμειναν στο λεβέτι ξεροψήθηκαν ακόμη λίγο. Αυτή ήταν η τσιγαρίδα τα μικρά κομμάτια κρέας που είχε το λίπος καλοψημένη, ροδισμένη που μοσχοβόλαγε ο τόπος.  Σε λίγο μπήκε πάνω στο τραπέζι λαχταριστή η τσιγαρίδα με το κρέας   και τρώγαμε.  Ο μηνάς φώναζε, φάτε , φάτε να ρίξω κρασί στα ποτήρια να βρέξουμε τα λαρύγγια μας . Κι εμείς μια με τα χέρια μια με τα πιρούνια αρπάζαμε μεζέδες και τα χώναμε στο στόμα. Η ημέρα πέρασε γρήγορα  και θέλαμε και άλλον χρόνο να χορτάσουμε καλαμπούρια και φαγοπότι.

Πάντα ο Μηνάς μπροστά χαράμι το φαί και το κρασί που ήπιαμε  εμείς οι υπόλοιποι.  Με την μαχαίρα κομμάτιασε το κρέας σε μεγάλα κομμάτια και με τα κόκκαλα το έριξε στο λεβέτι που είχε νερό.  Με το κόκκαλο γίνεται πιο νόστιμο μας είπε. Καθαρίσαμε κρεμμύδια μπόλικα και  με τον τρίφτη παίρναμε τριμμένη την κίτρινη φλούδα του πορτοκαλιού.  Τα μπαχαρικά τριμμένα ήταν και αυτά έτοιμα για αύριο. Αύριο μετά την εκκλησία, μάζεψη εδώ είπε ο μηνάς  για το παστό.  Τελειώσαμε με ευχές. Καλή αυριανή, καλά Χριστούγεννα να φωτίσει ο Θεός και αύριο μετά την εκκλησία, θα μαζευόμαστε εδώ, στο Γουναίικο  σπίτι.

Νύχτα ο γλυκός ήχος της καμπάνας, μας ξύπνησε, πήγαμε στην εκκλησία και σαν τελείωσε το λεβέτι με το κρέας μας περίμενε πάνω στην φωτιά.  Το νερό με το κρέας άρχισε να βράζει και τον  αφρό που γινόταν  στην επιφάνεια  με μια τρυπητή τον πετάγαμε, μέχρι που σταμάτησε να βγαίνει άλλος. Χύσαμε το ζουμί και πλύναμε το κρέας και το λεβέτι και με καθαρό κρασομένο  νερό βάλαμε το κρέας να βράζει.


Από το κρέας ανέβαινε στα ρουθούνια μας μια μοσχοβολιά κρασιού και κρέατος. Γουργούριζε το έντερο μας  και μας ξελίγωνε από την πείνα.

Το τραπέζι δεν είχε φύγει , ήταν στο χτεσινό σημείο, στημένο με τα ποτήρια του, με τα μαχαιροπήρουνα και μπουκάλια  με κόκκινο κρασί.

Έκανα έτσι και έβαλα ένα δάχτυλο κρασί να φύγει η λιγούρα. Ο Ηλίας ήταν εκεί και αποκοντά ήρθε ο Διαμαντής και ο Φώτης.  

Η Αλέξω μας καλωσόριζε πρώτη και μας κέρναγε καφέ,  γλυκό ότι θέλαμε.  Το φρεσκοψημένο κρέας  λίγο άψητο ακόμη σιγά σιγά έμπαινε σε μια πιατέλα πάνω στο τραπέζι  και  όλη η παρέα ήμαστε  ολόγυρα  όρθιοι και καθιστοί και το δοκιμάζαμε τρώγοντας.

Σε λίγη ώρα το βγάλαμε σε μεγάλες λεκάνες και το ξεκοκαλίσαμε. Τά μάτια ήταν καρφωμένα εκεί. Διάλεξε η κυρά Αλέξω κομμάτια κρέας σε πιατέλες και εκ νέου το έβαλε στο τραπέζι. Το φαγοπότι συνεχίζετε.

Με το πόδι μου σκούντηξα τον Φώτη κάτω από το τραπέζι και του είπα σιγανά να μην με καταλάβουν οι άλλοι.

__Ορμά Τζάκ!

__Τί! Σκύλος είμαι;

__Ο σκύλος παίρνει ένα μεζέ και το βάζει στα πόδια του απάντησα. Εμείς πρέπει να φάμε. Και ο Μηνάς με πήρε είδηση με κοίταξε γελώντας και  είπε

__Μην τον πιέζεις, να φάει πολύ, θα θέλει και αύριο. Πήρα ένα μεζέ το ποτήρι  και μπούκωσα το στόμα και δεν έδωσα απάντηση. Το πειραχτήρι ο Διαμαντής συμπλήρωσε.

__Μετοίκησες στο χωριό και μας πειράζεις όλους. Μη μιλάς καθόλου καλά περνάμε. Στην συνέχεια γεμίσαμε και τα ποτήρια οίνο και πρώτος σήκωσε το ποτήρι  ο Ηλίας και καλοχαιρέτησε. 

__Καλώς σμίξαμε, σήμερα η γέννηση του Χριστού, βοήθειά μας, χρόνια πολλά, καλοφάγωτο το παστό και του χρόνου να κάνουμε τα ίδια.

__Καλώς ορίσατε, χρόνια πολλά την σημερινή,  είπε με ένα στόμα η Αλέξω, ο Μηνάς και ο Ανδρέας, ο Θεός να τα φέρνει δεξιά. Και μείς οι υπόλοιποι, είχαμε σηκώσει τα ποτήρια και είπαμε τις δικές μας ευχές σαν μουσαφιραίοι που είμαστε.

__Καλώς σας βρήκαμε ,πάντα για καλό να σμίγουμε και τσουγκρίσαμε τα ποτήρια.

__Στις χαρές σας οι ανύπαντροι φώναξε και ο κυρ Γιώργης πατέρας Γούνης χαρούμενος. Κοίταγε τα τρία παλληκάρια, που δεν είχαν βάλει κουλούρα στο κεφάλι τους ακόμα.  Και τους είπε του χρόνου διπλοί.

Εγώ ξέχασα, πως είμαι παντρεμένος και τον ευχαρίστησα.

__Δεν σε φτάνει αυτή που έχεις, μου απάντησε ο Ηλίας θέλεις και άλλη.  Κι εγώ δεν έδωσα σημασία στα λόγια του, το νερό στο λεβέτι κόντευε να σωθεί και βόηθησα τον Μηνά. Πήρα το τέντζερη με το λίπος που ήταν κάτασπρο και γινωμένο αλοιφή από χθες και ρίξαμε λίγο στο λεβέτι . Ρίξαμε και το κρέας μέσα και το νερό κόντευε να σωθεί και το κρέας σχεδόν ήταν  βρασμένο.  Ρίξαμε μέσα τα χοντροκομμένα κρεμμύδια. Ο τρίφτης δούλευε για τα καλά να μην κωλύσει το λεβέτι. Άλλη μυρουδιά πλανάτε γύρω μας και σαν έπεσαν  μέσα οι τριμμένες φλούδες των πορτοκαλιών, τα αιθέρια έλαια λέμε  χάλαγαν τον  τόπο από μυρουδιά.

Η τσίκνα ανέβαινε στον ουρανό σαν θυμίαμα.

Καιρός να πέσει και το υπόλοιπο λίπος. Γρήγορα έλειωσε και άρχισε το κρέας να ροδίζει και να παίρνει την τελική του όψη.

__Ε! Μηνά φωνάζει η Αλέξω, το παστό έγινε, σβήσε την φωτιά, βγάλτε το λίπος από μέσα και ρίχτε τα μυριστικά. Έτσι και έγινε. Ρίξαμε μέσα στο λεβέτι σε όλη την επιφάνεια το πιπέρι, την κανέλλα, το γαρύφαλλο και την ρίγανη.

Θεέ και Κύριε! Μεθύσαμε με τις μυρουδιές και όταν μυρωδάτους μεζέδες βάζαμε στο στόμα μας χαιρόμαστε και η γλώσσα και το στομάχι δεν χόρταιναν .   Οι ευχές μας ήταν καλοφάγωτο και του χρόνου, να ζήσουν οι νοικοκυραίοι.  Ζήτω στην Αλέξω , να μας ζήσει.  Το βαγένι του Μηνά είχε κρασί όσο θέλαμε και τα ρουθούνια μας έσπαγαν από τις μυρουδιές  και δώσε του φαί και κρασί ίσαμε το απόγιομα.

__Ρε παιδιά φώναξε ο Φώτης, να μην φάμε άλλο. Να έχουμε και για άλλη μέρα.

__Καλά τα λές  μην τρώμε άλλο και να μην πιούμε θα κάνουμε κοιλιά σαν το γουρούνι είπε ο Διαμαντής.  Όσο έμεινε το πήραμε στα σπίτια μας να τρώμε και να φιλέψουμε και κανέναν ξένο.

Προτού αποχαιρετιστούμε συμφωνήσαμε να κάνουμε πάλι παστό και επιθυμία μας ήταν να φτιάξουμε και οματιά.  Είπαμε μεταξύ μας χρόνια πολλά και η Χριστουγεννιάτικε ημέρα πέρασε ευχάριστα και χαρούμενα.  Φεύγοντας  με τα πόδια για το σπίτι μου, εγώ δεν έβλεπα μπροστά μου και η κυρά Θανάσω μου έκλεισε το δρόμο. Ούτε το χέρι μου άπλωσα στο δικό της χέρι που ήθελε να μου ευχηθεί. Άντε να μην στα πώ της είπα, μέριασα από δεξιά και έφυγα. Εκείνη γέλαγε, κι εγώ γύρισα στο σπίτι μου. Σε όλους τους πατριώτες και φίλους  τους εύχομαι τώρα με ξεκάθαρο μυαλό χρόνια πολλά. ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!


Εγώ να ευχαριστήσω την οικογένεια, γονείς και παιδιά που συνεχίσαμε το έθιμο και φτιάξαμε παραδοσιακά το παστό και  μου έφεραν  στην μνήμη μου τόσες παιδικές εικόνες και να τους ευχηθώ καλή χρονιά



31/12/2020

2 σχόλια:

  1. ρε παναθεμα σας απο κατοχη σας βγαλανε; αντε χρονια πολλα και του χρονου.τι να σας κανω που δεν ειμαι κατου να παρω και κατι πηρουνια γερα απο τριπολη κι απο χωριο να μην προκανετε μπουκια.φανταστειτε ποιος ειμαι

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ζωντανή περιγραφή! Σα να ακούω το μακαρίτη τον πατερουλη μου, τον Κουρη. Να είστε καλά να κρατάτε το χωριό μας ζωντανό! Εγώ δεν το έζησα, αλλά το αγάπησα πολύ μέσα από τον πατέρα μου. Καλή χρονιά. Τουλα Κωνσταντινοπουλου

    ΑπάντησηΔιαγραφή