Παρασκευή, 9 Αυγούστου 2019

Η ΜΑΡΙΟΛΩ


                                                Του Βαγγέλη Κων/νου Χριστοπούλου

( Η θεια Ντρούλιαινα- Φωτεινή Γιαννοπούλου)
Ήταν κόρη της Κωνσταντίνας  και  του εμπειρικού γιατρού  Πανέα (Πολυχρονόπουλου Πάνου του Χρόνη),  ο οποίος , με τα βότανα που μάζευε στα καταράχια της Γλανιτσιάς,  γιάτρευε  τις αρρώστιες όχι μόνο στο χωριό,  αλλά σε όλη την Γορτυνία και τα καλαβρυτοχώρια.
                    Η κόρη του πήρε την τσαχπινιά, την εξυπνάδα και τα τερτίπια του.  Οι Μαρουδαίοι, απ’ όπου καταγόταν η μάνα της, έλεγαν πως  της έμοιαζε πολύ. Άλλοι     συμφωνούσαν,  πως μόνο τα μάτια της είχε τα ίδια . Πάντως στην εξυπνάδα, στο ύφος και το μυαλό ήταν  ίδιος ο πατέρας της!  Τι κι αν μεγάλωσε και παντρεύτηκε και ωρίμασε!  Κράτησε όλα τα χαρακτηριστικά  τερτίπια του τετραπέρατου πατέρα της, του Πανέα.Είχε μνήμη  σαν του ελέφαντα  και το χάρισμα της διήγησης ήταν παροιμιώδες. Ζούσε με τις αναμνήσεις της ζωής της, που συχνά την κυρίευαν νύχτες και ημέρες και την συνέπαιρναν. Πολλές φορές τις διηγιόταν και στους άλλους με τρόπο, που αιχμαλώτιζε την προσοχή τους!
Ένα βράδυ, σκυμμένη κοντά στη φωτιά, η καρδιά της άρχισε να βαράει δυνατά με  αγωνία. Ήρθαν πάλι οι κακές θύμησες! Θυμήθηκε τον ιδρώτα που έτρεχε και σταμάταγε στα φρύδια και γύρω από τ’ αφτιά της από τον παιδεμό της, τότε που οι δικοί της  κι αυτή μαζί, από την δέση του Λάδωνα, για τρία χρόνια,  έβγαζαν στην Μαρτίτσα ένα αυλάκι, να ποτίσουν το χωράφι τους στον κάμπο. Τι πολύχρονη ταλαιπωρία κι εκείνη! Ποτέ δεν θα την ξεχάσει!                                                     

  Έκλεισε τα μάτια της και  άλλες πιο δυνατές και πιο παλαιές  θύμησες ήρθαν μπροστά της.  Την πόνεσαν κείνες οι πικρές ιστορίες την Θεια Ντρούλιαινα,  την Μαριόλω, όπως την φώναζαν στο χωριό.
Θυμήθηκε  πάλι την   πίκρα που βασίλευε στο σπίτι και στην ψυχή της, κείνα τα χρόνια που ήταν παιδούλα.
 «Γεννήθηκα με βάσανα και μεγάλωσα στις πίκρες».  Έτσι γράφει στην δίφυλλη μηνυτήρια κόλλα, με τις αραιές γραμμές.  Σημειώνει με πόνο και θυμάται τις δυο μητρυιές της, που την κακοποιούσαν σκληρά  και της κλείδωναν το ψωμί για να μην χορταίνει την πείνα της! Τότε, πολλές φορές από την  πείνα  γουργούριζαν  τ’ άντερά της και την πόναγε η κοιλιά της.      Έναν εφιάλτη ζούσε κείνο το βράδυ με όλες αυτές τις θύμησες  η θεια Μαριόλω.
Συνήλθε όμως, κοίταξε γύρω της  και  κατάλαβε ότι αυτά που ένιωθε ήταν περασμένα.  Τώρα  και ψωμί είχε  να φάει και από ούλα τα καλά.  Σηκώθηκε επάνω πήρε μια κόλα χαρτί και βολύμι και να, τί έγγραψε.
__ «Με το ξύλο μεγάλωσα, με κούραση και ξυπολησιά. Εκάμαμε τέσσερα καμίνια κι ούλο εγώ ήμουν μπροστά. Επλακώσαμε άλλα τέσσερα αλώνια και κουβάλησα τις πλάκες, όλες εγώ ζαλιά. Έσκαψα δέκα πέντε χρόνια με την αξίνα  και τα δέκα τρύγησα κιόλας στον Πύργο.  Τρία χρόνια πήγαινα στην Κρεμαστή.  Εζαλωνόμουνα ζαλιές και  πήγαινα στον Πύργο……… Κι από τον Πύργο εζαλωνόμουν είκοσι οκάδες ζαλιά κι ερχόμουν στο σπίτι, στο χωριό!…

Και τί δεν θυμάται!

 Ένα βράδυ, γυρίζοντας από το χωράφι, κουρασμένη, πήρα το λυχνάρι,  έκατσα στον λάκκο(αργαλειό) για να υφάνω. Δεν είχα ξεκινήσει καλά καλά και η μητρυιά μου πήρε το φως,  για να μην καίω το πετρέλαιο και χάλασε το πανί. …….  Κοριτσάκι τότε, έβαλα τις φωνές και τα κλάματα και ήρθαν οι γειτόνισσες,  πήραν το κομμένο πανί για κλωστές και μου έδωσαν άλλο……..»

Από μικρή  η Ντρούλιαινα μεγάλωσε στις δουλειές. Στα χωράφια σκάλιζε, πότιζε, θέριζε, στο σπίτι τάιζε τα ζωντανά, κουβάλαγε ξύλα, μαγείρευε  και τα βράδια με το φως της λάμπας, αν ήταν επιτρεπτό,  ύφαινε,μπάλωνε και κένταγε.
Έγγραψε κι άλλα για την μίζερη κείνη ζωή της,  κάθε φορά που καθόταν στο τζάκι μόνη της . Έγγραφε ανακατωμένα,  για τα παιδικά χρόνια   και τα ύστερα χρόνια του γάμου της.
Τα λίγα γραφτά της , βρέθηκαν φυλαγμένα  μέσα σε ένα μπαούλο αμερικάνικο.  Ήταν γραμμένα και φυλαγμένα , κομμάτια της ζωής της, σε απλά φύλλα χαρτιού. Σε διπλές κόλλες  αναφοράς, σε χαρτιά άσπρα ακανόνιστα, σε λευκά σημειωματάρια, σε ψηφοδέλτια , σε κόλλες αλληλογραφίας. Σε ένα εικοσάφυλλο  τετράδιο με την προπαίδεια τυπωμένη στο πίσω εξώφυλλο.



Μέσα εκεί είχε καταγράψει όλον τον πόνο της, όλη την πίκρα της,  μα και όλη την χαρά και την αγάπη για τα παιδιά της.
Είχε τα κλειδιά του μπαούλου και το άνοιγε όταν πρόσθετε, καινούργια γραμμένα χαρτιά με ιστορίες , μοιρολόγια και τραγούδια.
Μέσα στο μπαούλο είχε φωτογραφίες, συμβόλαια, κεντήματα, ρούχα. Σαν άνοιγε το μπαούλο,  να απλώσει τα ρούχα που υπήρχαν μέσα να πάρουν αέρα και να μην τα φάει ο σκόρος, τα χαρτιά κόβονταν , οι γωνιές σκίζονταν, κιτρίνιζαν, τσαλακώνονταν.
Είχε και κάτι αποδείξεις  από  δανεικά που όφειλαν στον  άντρα της, ένα δεφτέρι με βερεσέδια, που είχε εξοφλήσει . Είχε διάφορες αποδείξεις που είχε αγοράσει κλωστές για να φτιάξει βιλλάρι και πανί . Ένα βράδυ  έριξε όλες τις αποδείξεις μέσα  στο τζάκι που έκαιγε και αλάφρυνε την ψυχή της.  Δεν της χρώσταγαν πλέον, μα και δεν όφειλε σε κανέναν τίποτε. Έμειναν ακόμα, πολλά γραφτά της ,  μέσα στο μπαούλο.   Σε τσαλακωμένα και λαδωμένα χαρτιά είχε γράψει στίχους , μοιρολόγια, τραγούδια διάφορα που της άρεσαν.
Μέσα σε κείνο το μπαούλο, σε ένα μακρόστενο βαλιτσάκι ήταν και το κλαρίνο του άντρα της.  Το άνοιγε πολλές φορές και το έβγαζε έξω και με ένα λευκό πανί το καθάριζε. Σαν το κοίταγε, βούρκωναν τα μάτια της από τις πολλές θύμησες.
Μέσα στο κλαρίνο ήταν η ψυχή του άντρα της, η λαλιά του τα τραγούδια του, που την συνέπαιρναν.  Έκλεινε τα μάτια της και έβλεπε τον άντρα της, όπως έπαιζε στα πανηγύρια και τους γάμους. Με φουσκωμένα μάγουλα, τα δάχτυλα των δυο χεριών να ανοιγοκλείνουν  τις τρύπες  του και κείνο να βγάζει γλυκούς ήχους.
Ένα καλοκαίρι ο γιός της μάζεψε όλα τα χαρτιά, φύλλο φύλλο και τα έβαλε με τάξη μέσα σε ένα ντοσιέ.
Σε ένα απ’ αυτά τα χαρτιά είχε γράψει για την Μαρτίτσα, το καλύβι τους, το χωράφι τους και προ πάντων για  το ποτιστικό  αυλάκι που άνοιγαν, την κούραση και τα δεινά της απ’ αυτό το έργο……..

Ήταν χειμώνας, λέγει κάπου.  Η άνοιξη αργούσε να έλθει.  Τα μπουμπουνητά ακούγονταν υπόκωφα  και η βροχή προσωρινά είχε σταματήσει.   Πολύ μαυρίλα υπήρχε πέρα στα Καρυτινά βουνά και τα σύννεφα ακούμπαγαν στις κορυφές και έκρυβαν τον ορίζοντα.
__Θεέ μου, ας αρχίσει να βρέχει και να κατεβάσουν τα ρέματα, παρακαλούσε  μέσα της η Φωτεινούλα, όπως ήταν το όνομά της. Τόση ήταν η κούραση με το αυλάκι που άνοιγαν στο χωράφι τους!
 Σαν να την άκουσε ο Θεός!  Η βροχή τής πιτσίλισε το πρόσωπο, ο κάμπος γέμισε καταχνιά  οι ρεματιές και το ποτάμι κατέβασαν θολά  νερά.  Τρείς μέρες η βροχή, έφτανε να ξεκουράσει το  σώμα της. Συνήλθαν λίγο τα μούτρα της και τα χέρια της, που ήταν ξεροσκασμένα από το κρύο.
Ξέρω, οι νέες γενιές δεν έζησαν και άλλοι δεν θυμούνται αυτή την κακόπαθη ζωή   των γυναικών του χωριού μας. Είναι όμως πραγματικές  οι περιγραφές της Μαριόλως , που ξέφτισαν με το πέρασμα του χρόνου  στην μνήμη μας.

Όλα άλλαξαν από τότε που οι ξωμάχοι, οι γυναίκες και οι άντρες του χωριού, μαζί και η  Ντρούλιαινα, τράβαγαν τον αλλοίμονο, για να μπορέσουν να θρέψουν  τις οικογένειές τους  και να επιβιώσουν.
Ας επανέλθουμε στη Μαριόλω με τις ατέλειωτες αναμνήσεις της:
Δεν βόηθαγε μόνο στο αυλάκι να περπατήσει το νερό του Λάδωνα στο χωράφι της να ποτίσει, μα έκανε κι άλλες δουλειές του σπιτιού.
Θυμάται καλά μια βροχερή ημέρα,  που έχασε το γουρούνι της και βούτηξε τότε στα λασπόνερα, ψάχνοντας  να το βρει, και ας πονούσαν τα πόδια της από την ξυπολησιά και την υγρασία.

 Η ίδια μας περιγράφει πολλές ακόμη τουράγνιες της:
«Τα ερχόμενα καλοκαίρια, γράφει κάπου, κουβάλαγα  ξύλα ζαλιά στα καμίνια, που έφτιαχναν οι δικοί μου  ασβέστη και κεραμίδια».
Η  Ντρούλιαινα ήταν  σε όλα μπροστά.
Το σώμα της ροδοκόκκινο και ψημένο από τον ιδρώτα και τον ήλιο, σκλήρυνε, δυνάμωνε, άντεχε στις κακουχίες.  Η ίδια πεισματάρα και θαρραλέα, ήταν  με μια κοτσίδα κοντή για  να μην μπλέκονται τα μαλλιά της στις   ζαλιές από  τα ξύλα,  που κουβάλαγε  στα καμίνια.

Κάποιοι γείτονες   καλυβιώτες την έβλεπαν κι έλεγαν:
__Κρίμα στο κορίτσι!  Ήξεραν ότι ήταν έξυπνο αλλά δεν μπορούσε να πάει  στο σχολειό να μάθει γράμματα.
Τώρα, στο σπίτι του άντρα της, όλο και έρχονταν στο μυαλό της και ξεφύτρωναν κι άλλες  αναμνήσεις  από την ζωή της στη Μαρτίτσα.
Θυμότανε σπιθαμή προς σπιθαμή το δρόμο του Λάδωνα, τις στροφές και τις άπλες του, πού ήταν φυτρωμένα πλατάνια και καλάμια. Το μέρος που είχαν  το γουρούνι, το καλύβι τους, τα καμίνια, τ’ αλώνια. Θυμότανε που έπαιρνε το μονοπάτι μέσα από το δάσος  για τα χωράφια  τους στις Κουτσουπιές, στο Διχαλωτό και τις Τρανές Αχλάδες ,να μαζέψει απίδια.  Θυμότανε ακόμα και τις συκιές,  που ανέβαινε σαν αγόρι μέχρι το ψηλότερο  φύλλο, να γευθεί τον μαύρο και μελισσό  καρπό τους.   Από το καλύβι της  αγνάντευε μπροστά της,  το καλύβι του Μπαζού, ύστερα του Γάκη και του Τρανού, που ήταν μαζί και στην άκρη του Λάδωνα  του αδερφού της, του Σηρίνη.  
Θυμόταν την μεγάλη συκιά, που πάνω στον κορμό της, είχαν κάνει κρεβάτι να κοιμούνται  τις ζεστές ημέρες και νύχτες του καλοκαιριού .  Και κείνη την άγρια αχλάδα με τους μεγάλους καρπούς, που προσφάγιζε  και  έτρωγε μια φέτα  ολόκληρη ψωμί  με δυο γινωμένα αχλάδια! Πώς να τα ξεχάσει όλα αυτά;
Κι άλλα θυμάται:
Κάποτε είχε βάλει μια κλώσσα να βγάλει πουλιά. Κείνη δεν έφευγε από την φωλιά της για να φάει. Άπλωσε τότε το χέρι της να την πιάσει και να την διώξει από την φωλιά.  Και έπιασε αντί για την κότα ένα…. φίδι, μια δεντρογαλιά!
  Θυμάται τα ξενύχτια που φύλαγαν τα αραποσίτια την νύχτα από ασβούς και σκυλιά και χτύπαγαν τους ντενεκέδες ν’ αποδιώξουν τους εισβολείς. Τα ψάρια που πιάνανε με τα ψαροκόφινα, που έριχναν μέσα στο αυλάκι και  στην   δέση με το βαθύ  νερό  και  κάτω από τις πυκνές ιτιές.
Πολλές φορές έπαιρνε το δρόμο  και πήγαινε στου Μπαρμπέρη, μια πηδουλιά τόπο μακριά.  Δεν είχαν αλάτι, σπίρτα ή ότι άλλο τύχαινε και πήγαινε εκεί να  ζητήσει.  Οι καλυβιώτες έδιναν τότε ο ένας στον άλλον,  μοιράζονταν την φτώχια τους και όλοι μαζί πορεύονταν με αγάπη.  Σ’ αυτή τη διαδρομή θυμάται την μεγάλη στέρνα που είχαν για πότισμα των περιβολιών, τις πολλές απιδιές και αχλαδιές που υπήρχαν.   Εκεί συναντούσε  και χαιρέταγε , τον Απίκραντο, τον Ζιογούλα , τον Μολογιά,  κουβέντιαζε με τις γυναίκες τους ,και ακροποταμιά γύριζε πάλι  στο καλύβι της.
Στο Σαρακόρεμα άκουγε τον Τσιριμοκώστα, που φώναζε την κόρη του . Διαμαντούλαααα ε! Διαμαντούλα.  Και πιο πέρα από τον βήχα που άκουγε,  γνώριζε τον Νικολάκη τον Κούγια.
Είχε και μερικές καλές αναμνήσεις από την παιδική της ζωή. Τόσο όμορφες φωνές και εικόνες και περιστατικά της ήρθαν στο μυαλό κείνο το βράδυ από την Μαρτίτσα.
Αλλά  της ήρθαν πάλι εξάψεις. Δεν άντεξε να μείνει μόνη μέσα στο σπίτι, καθώς ο άντρας της έλλειπε για δουλειά.  Κατέβηκε με την ρόκα της στου Καλόγερου το αλώνι και έσμιξε με τις άλλες γυναίκες. Την Τσιοτσιολού, την Μαλεβή, την Τάκαινα, την Βαγγελιά, την  Σταθούλα να σκορπίσει το μυαλό της και να μην στενοχωριέται.
Τις φώτιζε το φεγγάρι και εκείνες  καθισμένες αράδα αράδα πάνω στις πέτρες και κατάχαμα, πάνω σε μια κουρελού, διηγούνταν τα περασμένα.
Και τα άλλα βράδια η Μαριόλω,θυμόταν γεγονότα από την ζωή της και τα κατέγραφε.
Σαν πήγαινε στο αλώνι  και έβλεπε  τ’ άλογα να τρέχουν πάνω στα δεμάτια  και να  τρίβουν τα χερόβολα  και τους βαλμάδες να  κουβεντιάζουν  και με τα δικράνια να μαζεύουν τα στάχυα,  εκείνη έλεγε το τραγούδι:

Εγώ περνώ κι αντιπερνώ, στου Μαυραειδή τ΄ αλώνι
 Ποκεί αλωνίζουν δώδεκα , λιγνάνε δεκαπέντε
Και η Μάρω με την ρόκα της , τριγύρω  λαγανίζει…..

Άλλη φορά, που πέρναγε  στης Κυράς το Γεφύρι, σταμάταγε πάνω στην γέφυρα, έβλεπε το νερό να κάνει γύρους και βουίζοντας κατέβαινε στο ταξίδι του. Εκείνη μάζευε όλους τους ήχους που έβγαζε το νερό και τους έκανε μοιρολόγι, τραγούδι.  Μα και στο χωριό σαν παντρεύτηκε πήγαινε στην Λιάσκοβα και στο Κοκολαγκάδι που τόλεγαν τ’ αηδόνια. Σταλιά σταλιά αυτή η μελωδία έμπαινε στην ψυχή της.  Και τότε καθότανε πάνω στην μάντρα και σιγομουρμούραγε.
Μια μέρα, είχε μπροστά της ένα μεγάλο χαρτί σταχτί, γεμάτο αίματα. Από κείνα που χρησιμοποιούσαν οι χασάπηδες να τυλίγουν το κρέας. Το δίπλωσε πολλές φορές και στην μια πλευρά του έγγραψε και έβαλε την επιθυμία  της μέσα στο μπαούλο. Να τι έγραφε:

 Μίμη μου εγώ περίμενα ,περίμενα να μου γράψεις,
Να κάνουμε το γάμο σου ,στο σπίτι που εγεννήθης.
Να σφάξουμε αρνάκια τρυφερά, να σφάξουμε και γκεσέμια
Να βάλουμε και μάγειρους να φτιάξουμε  το τραπέζι
Να φάνε οι  συγγενήδες και όλοι οι συμπεθέροι.
Να μαρμαρώσω τις αυλές να τις βολυμοχύσω
Να στρώσω και το σπίτι μας με ολόλευκα σεντόνια
Να βάλω καθίσματα χρυσά, χρυσά μαλαματένια
Να κάτσει η νύφη κι ο γαμπρός, να κάτσουν και οι κουμπάροι
Να κάτσουν και οι γονείς απόκοντα για να σας καμαρώσουν

Και να σας δώσουν την ευχή.
Η Ντρούλιαινα, με το φωτεινό, ολοστρόγγυλο πρόσωπό της και τα μεγάλα μάτια της, έπαιρνε μια χαμογελαστή έκφραση σαν έβγαινε συνταιριασμένο το τετράστιχο, που πάσχιζε να φτιάξει. Μέσα της ηχούσαν ανακατωμένες ιστορίες, της ξενιτιάς, του θανάτου, του άλλου κόσμου.  Άφησε ένα τετράδιο με μικρά ποιήματα, με λυπητερά γεγονότα, μοιρολόγια και τραγούδια.  Κόλλαγαν στο μυαλό της και ημέρες ολόκληρες τα δούλευε μέχρι που τα έκανε τραγούδια, μοιρολόγια.
Στην αρχή έβγαζε ένα σιγανό μουρμουρητό, ανακάτευε τις λέξεις και ύστερα έβγαινε μια μελωδία. Το τραγούδι, που βρήκαμε γραμμένο στο τετράδιο, πρέπει να τις άρεσε που
 Ο Γιάννος ετραγούδαγε ώρα του μεσονύχτου
Νύχτα σελώνει  τ’ άλογο, νύχτα το καλιγώνει
 Βάνει ασημένια πέταλα, καρφιά μαλαματένια
 Να πάει στην Κοντοβάζαινα πούναι δημοπρασίες…….

Συγκινητικό είναι το μοιρολόγι που έγγραψε για τον θάνατο του άντρα της,   Αντρέα Γιαννόπουλο(Ντρούλιας).  Αυτός  διατήρησε την τοπική μουσική παράδοση με το γλυκό του κλαρίνο σαράντα χρόνια! Φεύγοντας στις 30/6/1973  τον συνόδευσε όλος ο κόσμος και οι συνάδελφοί του τον έκλαυσαν με τα πραγματικά μουσικά τους όργανα μέχρι το μνήμα. Δεν ήταν δυνατόν η Ντρούλιαινα να μην γράψει το δικό της μοιρολόι για τον άντρα τη.
 Μια γριά κλαίει και θλίβεται
Κλαίει και δεν μορώνει
Συλλογισμένη περπατεί
Και πικραμένη στέκει

Βγήκε στα αγνάντια κι έκατσε
Και γύρω αγναντεύει
Βλέπει στο σπίτι συγνεφιά
Κι αυλή χορταριασμένη……..

Σε άλλη σημείωση παρουσιάζει τον άντρα της παραπονούμενο, που δεν τον προσέχουν.
Η ίδια σκέπτεται με νοσταλγία τα περασμένα:

Δεν ήμουν νιός καμιά φορά, δεν ήμουν παλληκάρι
Τάχα δεν επερπάτησα, νυχτούλες με φεγγάρι
Τάχα κι εγώ δεν γλέντησα, γάμους και πανηγύρια
 Που βάραγαν τα όργανα, κι εγώ  ‘παιζα κλαρίνο.
 Ν’ σαν τα νιάτα δυο φορές, τα γερατειά καμία.

Η Μαριόλω δεν αντέχει πλέον να ακούει όσα έζησε έντονα με τον άντρα της:

Να μην ερχόταν άνοιξη κι ερχόσαν πανηγύρια
Να μην βαρήγαν όργανα και άκουγα κλαρίνα.

Μέσα στα πρόχειρα χαρτιά της και στο τετράδιο με τα γραφτά της φαίνεται  ο  αγώνας της, από τα παιδικά της  χρόνια,  μέχρι που μεγάλωσε τα παιδιά της και ωρίμασε η ίδια .  Με τον άντρα της έζησε ευτυχισμένα χρόνια. Άφησαν και τις πικάντικες ιστορίες τους:
Σαν δεν πήγε κείνος στο σπίτι  στην ώρα του, να κάνουν κάποια δουλειά, ανέβη  εκείνη στο καφενείο του Μαγκόγιαννη να τον βρει.  Κάθισε κοντά στο σπίτι του Παπαντώνη, κάπως απόμερα από το καφενείο. Τότε τα καφενεία ήταν άβατα για τις γυναίκες. Κάποιος θα έμπαινε μέσα, να τον ειδοποιήσει ότι τον θέλει η γυναίκα του. Έτσι και έγινε.

Ο Ντρούλιας βγήκε έξω από το καφενείο, την πλησίασε και την ρώτησε.
__Τί με θέλεις;
Και εκείνη:

 __Μία που θέλεις με τον τζίτζικα (πίσω μέρος του σκεπαρνιού) στο κεφάλι,  απέ να σου ειπώ, τί σε θέλω!

 Ο άντρας της θυμήθηκε το ραντεβού τους, μα συνέχισε τάχαμου  αδιάφορος και χαμογελαστός, και  της απάντησε:

__Τότε που σε παντρεύτηκα, ήθελα μία. Όχι τώρα!
Ωραία κείνα τα χρόνια, παρά τις μεγάλες δυσκολίες της ζωής.

Τώρα πλέον η Μαριόλω, η θεια Ντρούλιαινα, αναπαύεται σε τόπους ήσυχους και χλοερούς αρκετά χρόνια. Η ζωή της ένα παραμύθι:

Μια φορά και έναν καιρό  ήταν μια μοιρολογίστρα. Τίμαγε τους ανθρώπους μας  σαν πέθαιναν, όπως τους άξιζε, σύμφωνα με την αρχαία παράδοση. Μοιρολογούσε, έκλαιγε, έχυνε μαύρο δάκρυ και τράβαγε τα μαλλιά της,  σαν σε αρχαία τραγωδία.  Τα μοιρολόγια  τα έφτιανε με το δικό της μυαλό και ήσαν προσαρμοσμένα στην περίσταση.
 Μα και στο τραγούδι καλά τα πήγαινε. Με τους τρυφερούς τόνους της φωνής της, μοιραζότανε τα πολλά μεράκια του άντρα της. Πολλά ήταν τα γιορτινά βράδια στο σπίτι της , εκείνη να σιγοτραγουδά και ο άντρας της να παίζει κλαρίνο. Ήταν σε όλα μέσα!

Ευλογημένη χωριάτισσα , μάνα, εργάτρια και τραγουδίστρια της χαράς και του πόνου και ας μην είχε τα μέσα,  να ωραιοποιήσει τους στίχους της. Αγράμματη όπως ήταν, πώς να καλλιεργήσει τα εκφραστικά μέσα της;

Η Θειά Ντρούλιαινα είχε μια αγκαλιά ανοιχτή για όλον τον κόσμο, μα πιο πολύ για τα παιδιά και τα εγγόνια της. Σε ένα γράμμα της γράφει:
__ Εψές απόκρεψα μοναχή μου. Έτσι τα έχει η ξενιτειά.

 Και σε άλλο σημείο λέει:
Άμα πάρετε άδεια, να μην μου ‘ρθήτε  εδώ για δέκα ημέρες. Να πάρετε άδεια τουλάχιστον ένα μήνα. Σας πόνεσα!
Σαν κατεβαίνω στην κάτω γειτονιά  του χωριού, αντικρίζω εκεί  το ψηλό σπίτι της , με τα μπλε παραθυρόφυλλα και τους γκρίζους τοίχους.  Στο κατώι είδα πρόσφατα  το σκονισμένο μεγάλο μπαούλο, που έβαζε μέσα  τον καημό, την αγάπη και τον πόνο  της.  Τα γραφτά της!
 Ας έχει φύγει η Μαριόλω από την ζωή,  για μας που την γνωρίσαμε , εδώ μέσα ζει.
Για μένα που καταπιάστηκα φέτος με τα γραφτά της,  η Ντρούλιαινα – Μαριόλω (Φωτεινή Γιαννοπούλου) αξίζει τον σεβασμό και τον  θαυμασμό μου.
B.  GIRAKAS  4/9//2015






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου