Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2018

ΤΟ ΜΑΙΝΑΛΟ ΚΑΙ ΟΙ ΓΛΑΝΙΤΣΙΩΤΕΣ




  Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου                                  
Σήμερα  θα συνταξιδέψουμε στο Μαίναλο,   με τους κοντινούς ανθρώπους του. Τους Αρκάδες και δει τους Γλανιτσιώτες. Πριν λίγες δεκαετίες τους συναντάμε στον ορεινό όγκο του Μαινάλου, μέσα στην αγκαλιά της φύσης. Στα δύσβατα μονοπάτια του, στις πλαγιές και τις χούνες του, στις κορυφές και τα φαράγγια του.

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΑΝΕΚΔΔΟΤΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΟΥ


 ΣΥΛΛΟΓΗ ΑΠΟ ΒΑΓΓΕΛΗ Κ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟ
ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟΥΣ ΠΑΤΡΙΩΤΕΣ ΜΟΥ ΓΛΑΝΙΤΣΙΩΤΕΣ.
Π Ρ Ο Λ Ο Γ Ο Σ

Μέσα από αυτές τις αληθινές  ιστορίες των χωριανών μου, παρουσιάζεται ο τρόπος  ζωής τους,  η αγωνία τους, τα πάθη τους, και τα καλαμπούρια τους που διασκέδαζαν για πολλές  πολλές δεκαετίες.  Θα ήθελα στα κείμενα να βάλω πολλές φωτογραφίες προσώπων και τόπων, για να μας φέρουν κοντά στο οικογενειακό περιβάλλον και στο χώρο που ειπώθηκαν και πήραν σάρκα και οστά οι ιστορίες τους.

ΤΑ ΣΥΝΝΟΡΑ ΤΟΥ ΧΩΡΑΦΙΟΥ


Του Βαγγέλη Κ. Χριτοπούλου 
Τράβαγε για το χωριό καβάλα στο μουλάρι του. Με τον  “ κούκο”  στο ολοστρόγγυλο κεφάλι του  να γέρνει λίγο δεξιά, να μην τον στραβώνει ο ήλιος. Τα πόδια του, με τα τσαρούχια  και  τις ολόμαυρες φούντες τους,  κρέμονταν κάτω από το σαμάρι. Το γελέκο απέξω  από το κάτασπρο πουκάμισο, με τα φαρδιά μανίκια, του έδιναν γοητεία, αρχοντιά και δύναμη. Ήταν  καλοδιατηρημένος, με όμορφο χαμόγελο, μεγάλο και  περιποιημένο μουστάκι  και με κρυστάλλινη  φωνή. 

ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΘΥΜΗΣΕΣ

Του Βαγγέλη Κ Χριστοπούλου
             «Ένας λόγος που με παρακίνησε να γράψω αυτά τα λίγα , με τις παιδικές αναμνήσεις, είναι να μάθουν οι σημερινοί  μαθητές , που θα τις διαβάσουν,  πόσο δύσκολη ήταν τότε (1950-1963 περίπου) η ζωή. Και για τα πριν χρόνια πολύ πιο δύσκολα. 

ΟΙ ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΕΣ


 Του Βαγγέλη Κ Χριστοπούλου
Η Ασήμω λογάριαζε με τα δάχτυλά της, οχτώ αυγά και άλλα οχτώ κάνουν δέκα έξι. Με αυτά έλεγε κάνω δυο οκάδες χυλοπίτες  και με άλλα δέκα έξι κάνω άλλες δυο οκάδες . Τα αυγά τα είχε στο κασόνι που ήταν γεμάτο γέννημα, απλωμένα να μην χαλάνε από την ζέστη.

ΤΟ ΛΕΒΕΤΙ ΤΗΣ ΜΗΤΡΑΙΝΑΣ


 Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου
 «Αν φύγει το λεβέτι από το σπίτι μου, μου φαίνεται πως διώχνω την μάνα μου».                     Είπε η Μήτραινα!!
Είχε βγει στην βεράντα της να ποτίσει τις  γλάστρες . Μίλαγε και έλεγε την καλημέρα της  με όλους που πέρναγαν από το δρόμο, που είναι κοντά στο σπίτι της. Είναι ένας χαρούμενος άνθρωπος με έναν  καλό λόγο και ένα χαμόγελο στο στόμα. Έτσι κάπως έγινε κείνη την μέρα που την είδε η Δέσπω στο μπαλκόνι της.   Την προσκάλεσε:
__Έλα, Μαρία, να πιούμε καφέ  στην αυλή τ’ αδερφού μου.

ΤΑΞΙΔΙΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ (Η Δάφνη)


                        Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου            

 Δεν νομίζω, για την ιστορία που θα διηγηθώ, ότι είναι απαραίτητο να γράψω το όνομά της. 

Χθες είχα ένα τηλεφώνημα.  Έκανε τον  χρόνο να κυλήσει πίσω και μου το  θύμισε.  Είχαν περάσει πολλά χρόνια και σχεδόν  την είχα ξεχάσει.
Μου συστήθηκε  η ίδια.  Αλλά  τί σας λέω; Και γιατί να μην πω το όνομά της;  Πέστε ότι την λένε ΔΑΦΝΗ. Και ας μην  την λένε Δάφνη.  Εσείς δεν έχετε να χάσετε τίποτε.  Εχθές   πάντως με ρώταγε, αν την θυμάμαι!

Η Υ Π Ο Σ Χ Ε Σ Η


                 Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου

Ο Γιάννης Βρέννος  πολλές φορές αθέτησε την υπόσχεση, που έδωσε στην  Μαριγώ Πουρνάρα.  Είχε συμφωνήσει μαζί της πως  τον Οκτώβριο, που θα τέλειωνε  η σπορά και ο τρύγος ,  θα την ζήταγε σε γάμο.

Ο ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ


 Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου  
Πόσα παράξενα κι ανέλπιστα πράγματα γίνονται κάθε ημέρα γύρω μας! Αυτά σκεπτόταν η θεια Γιαννούλα, ανεβαίνοντας σκεφτική τον φαρδύ δρόμο που πήγαινε στο σπίτι της. Μπαίνοντας μέσα στην είσοδο  της αυλής, είδε τον   άντρα της και όλο χαρά του είπε:
__Πού θα πάει, θα τον βρω.

ΜΙΑ ΤΡΑΪΣΤΙΝΑ* ΧΟΡΤΑ


                       Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου                

Πρωί πρωί, φάγανε τον τραχανά και  μικροί και μεγάλοι σκορπίσανε για δουλειές. Άλλος για ξύλα, άλλος για νερό, στα πρόβατα και στις κατσίκες. Έτσι γινότανε στο χωριό ο καθένας πήγαινε στο πόστο του. 

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΝΤΙΝΟΥ

 Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου

Το σπίτι του,  ήταν φτιαγμένο από τον  παππού του, δηλαδή τον προπάππου μου.   Τότε  μαζί με τους παππούδες μου, συγκατοικούσαν οι γονείς μου, τα αδέρφια του πατέρα μου, οι  ανύπαντρες αδελφές τους και ένα σωρό κουτσούβελα και άλλο συγγενολόι που είχε ανάγκη βοήθειας. 

Ο Ι Κ Λ Ε φ Τ Ε Σ


          Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου

 Δεν ήθελαν να τους βγαίνει κανένας άλλος  πρώτος  στην κλεψιά. Σάλταραν, νύχτα στις ράχες, μια πηδουλιά τόπος από το χωριό, όπου κοιμόσανται τα γιδοπρόβατα και άρπαζαν πότε αρνί, πότε κατσίκι, πότε βετούλες, και πότε γίδες στέρφες, τετράπαχες.

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ


              

Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου                                                 

Στο σπίτι του χρόνια μπαινόβγαινα.  Τρώγαμε, πίναμε, γελάγαμε και λέγαμε τις φτώχιες μας. Τέτοια κουβέντα δεν είχε ξαναγίνει: Αν  δηλαδή έγινε ποτέ  κλέφτης, σαν τσοπάνος που ήταν στα βουνά με τα πρόβατα.
Κείνη τη φορά η κουβέντα  ήτανε για κάποιους πολιτικούς, άρχοντες του τόπου:  Δήμαρχους, Εργολάβους κλπ, που κατάκλεψαν τον τόπο.

H Ι Ω Α Ν Ν Α


     Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου

                        __Για την Δάφνη από πού πάω;  Με ρώτησε μόλις κατέβηκα τις ηλεκτρικές σκάλες του Μετρό στο Μοναστηράκι, σαν να ήμουν υπεύθυνος των πληροφοριών στις συγκοινωνίες .  Την κοίταξα, φόραγε κάτι χαλκάδες στην μύτη και στ’ αυτιά, ψηλό τακούνι, είχε  βαμμένα χείλη και πουδραρισμένα μούτρα με ένα βαθύ ντεκολτέ και στηθόδεσμο να συγκρατεί τα υπερμεγέθη βυζιά της. Λίγο καθυστερημένα για να μην ειπώ λάθος πληροφορία, της είπα:

Η ΘΕΙΑ ΜΑΡΙΑ ΤΗΣ ΚΕΡΠΙΝΗΣ


          Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου

Τα προβατάκια αναμασούσαν αργά την λίγη τροφή τους στο κατώι του Θύμιου. Όταν άκουγαν κουβέντες και πατήματα να πλησιάζουν, σήκωναν το κεφάλι τους και βέλαζαν. Τρείς μέρες απ’ το κατώι δεν βγήκαν έξω . Ήταν μέσα Φλεβάρη, τα πάντα κάτασπρα και το χιόνι ένα γόνα. Δύσκολα χρόνια, φτώχεια, πείνα και κρύο.

Η ΘΕΙΑ ΓΙΑΝΝΟΥΛΑ


      
Του Βαγγέλη Κ.Χριστοπούλου
      
Ήταν πολύ ανοιχτόκαρδο κορίτσι η Γιαννούλα. Στις γειτόνισσες και σ’όσους  έμπαιναν στο σπίτι της,  σαν μουσαφιραίοι,  φερνότανε καλόβολα και καταδεχτικά. Δεν πήγε στο σχολειό και δεν ήξερε γράμματα, αλλά στο εργόχειρο, στη δουλειά και στο τραγούδι ήταν άφταστη.

Ε Κ Λ Ο Γ Ε Σ


 Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου

 Τελικώς από τις τέσσερες υποψήφιες ομάδες,  οι δυο κατόρθωσαν να κάνουν συνδυασμό για εκλογή Κοινοτάρχη: « Η ΠΡΟΟΔΟΣ» και η « ΝΕΑ ΣΥΜΜΑΧΙΑ»
Στην ομάδα με τον γενικό τίτλο  « Η ΠΡΟΟΔΟΣ»  ήταν  επικεφαλής  για πρόεδρος ο  Γεώργιος  Ξουράφης, μεσήλικας, δυναμικός, καταφερτζής και πάντα χαρούμενος. Εκτίμησε τα οφέλη και τις ψήφους που θα έδιναν στο κόμμα του και συμπεριέλαβε στο ψηφοδέλτιο ,ως συμβούλους: 

ΤΑ ΧΑΝΙΑ ΣΤΗΣ ΚΥΡΑΣ ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ

Του Βαγγέλη Κ Χριστοπούλου

Ανάμεσα στους παλιούς οικισμούς Μητριά και Μπουλιμέτη, σε μια στενή κοιλάδα, ορθώνεται το  πεντάτοξο γεφύρι του ποταμού Λάδωνα, της Κυράς το Γεφύρι, όπως λέγεται. Σήμερα είναι σκεπασμένο κάτω από τα νερά της τεχνικής λίμνης  του Λάδωνα  και μόνο, όταν «κατεβαίνει» η λίμνη, μπορούμε να το ιδούμε.  

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΑΤΑ ΣΤΑ ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ


               
ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ Κ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
Η φοβερότερη  θεομηνία  για το χωριό μας ήταν το πνίξιμο του κάμπου του.
Ανάμεσα στα κακοτράχαλα, τραχιά και άγονα εδάφη, μια  στενή λωρίδα ποτιστικής γης στήριζε, με την ευφορία της, την παραμονή των κατοίκων στον τόπο τους. Αλλά θυσιάστηκε  κι αυτή στο βωμό της ανάπτυξης!

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2018

ΤΟ Η Μ Ε Ρ Ο Λ Ο Γ Ι Ο ( Ώ ρ ε ς φ θ ι ν ο π ώ ρ ο υ )


                                               Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου

                                        Στο χωριό 2.11.2015.
Γράφω στο ημερολόγιό μου, γιατί μου κρατάει συντροφιά.
Τον τελευταίο καιρό με έχει πιάσει λαχτάρα, να βρίσκομαι κοντά στην φύση. Ακόμη είναι φθινόπωρο , ώρα που όλα τα τυλίγει  το γλυκό φως του ήλιου .  Νοσταλγώ  να δω τα οργωμένα χωράφια και το καφέ χρώμα που παίρνει η γη, τα  κιτρινισμένα φύλλα των δέντρων με το σκουριασμένο χρώμα, που  πέφτουν  στροβιλίζοντας  απαλά στο χώμα, τα ώριμα καφέ αχλάδια της άγριας αχλαδιάς, στρώμα κάτω στον ίσκιο της.

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2018

Η ΠΕΡΙΣΤΕΡΑ ΤΟΥ ΛΙΘΟΧΩΡΙΟΥ




                                   Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου

 Πάνε πολλά χρόνια, μα και είκοσι , όταν τα καλοκαίρια, τράβαγα προς την Ευρυτανία , στα Άγραφα , στο χωριό Γρανίτσα. Ο τόπος είχε την δική του ομορφιά και οι άνθρωποι, φιλόξενοι, γλυκομίλητοι και καλοσυνάτοι.                                                                                    Ύστερα έκανα εκδρομές στα γύρω χωριά, το Λιθοχώρι, το Ραφτόπουλο, μέχρι και τα κέδρα είχε φτάσει η χάρη μου. Στη Βούλπη,  στο Αργύρη ,στις μεγάλες γέφυρες του Αχελώου φτιαγμένες από το 1908 και στα λημέρια του Κατσαντώνη. Σε απάτητες κορυφές που βλέπεις γούπατα και βοσκοτόπια  για το κατακαλόκαιρο  και πανύψηλους  ουρανοξύστες κοντά κοντά τα βράχια, στητά κατακόρυφα.

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2018

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΕΝΟΣ ΔΕΝΤΡΟΥ




                                        Του Βαγγέλη Κ, Χριστοπούλου

Το τέλος του δέντρου θ’ ανιστορήσω, τα βάσανα και τα πάθη του. Τι τράβηξε στην ζωή του, ώσπου πήρε το πανύψηλο μπόι και τον όγκο του, δεν ξέρω. Είδα με τα μάτια μου, τον θάνατό του και αυτό,  δεν θα το κρύψω.
Εκείνον τον Ιούνιο πάντα θα τον έχω στην μνήμη μου. Τα χορτάρια άγρια και ήμερα, τριφύλλια, γρασίδια, φακές , παπαρούνες , χαμομήλια όλα, είχαν κατακαεί από τις φωτιές του ήλιου.  Ήταν ξερά. Μόνο οι αγράμπελες ήταν πράσινες , θέριευαν και έστελναν τις μυρωδιές τους παντού. Κι εκείνα τα πελώρια δέντρα με τα πριονωτά, βαθιά πράσινα φύλλα τους, με τα κλαδιά γεμάτα βελανίδια, μας άνοιγαν την όρεξη για φανταστικές ιστορίες.

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2018

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ


     

            παπα-Πάνος (1913-2οο3
Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου

Ο  παπά Πάνος, αυτός  ο σεβάσμιος γέροντας, που άφησε εποχή στο χωριό μας, τις αγαθοεργίες δεν τις έκανε με το φως της ημέρας για να μην τον βλέπουν. Ο καλός λόγος ήταν πάντα στο στόμα του και από καλοσύνη η  ψυχή του ήταν γεμάτη. Το λυπημένο πρόσωπό του  φαινόταν όταν διάβαζε τους πατριώτες για το τελευταίο τους ταξίδι.
 Τις καθημερινές ημέρες ανασκούμπωνε το ράσο του,  στο παντελόνι του και δούλευε στα χωράφια. Τον θυμάμαι που όργωνε τα χωράφια στις απάνου Ράχες, ενώ τις Κυριακές φορώντας τα φτωχά άμφια του,  λειτουργούσε στην εκκλησιά.Η φωνή του, ήταν καθαρή, ξάστερη και δεν αναμασούσε τα λόγια του. Η ματιά του εκφραστική και η αγάπη του πραγματική σε όλους.  Στο σπίτι του ξεπέζευαν οι ξένοι. Ήταν ένας ήρεμος παπάς, που συμμετείχε στα κοινά του χωριού, με τον πρόεδρο και τον δάσκαλο. Είχε καλό θυμητικό.  Δεν διάβαζε από χαρτί τα ονόματα στις δεήσεις, τα ήξερε όλα απέξω. Έτσι τον θυμάμαι, απλό, επιβλητικό, με πληθωρικά γένια, κατάμαυρα στην αρχή, σαν τα ράσα και το καλυμμαύχι του , ήρεμο , χωρίς να θυμώνει  και με Άγιο ύφος.

Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2018

ΘΕΡΟΣ –ΤΡΥΓΟΣ - ΠΟΛΕΜΟΣ


                                         Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου



                               ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΑΞΕΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΟΣ ΜΥΓΔΑΛΙΑΣ

                                                              Πράξης  22

Έν Μυγδαλιά σήμερον την 2αν του μηνός Οκτωβρίου του έτους 1951 ημέρα  τρίτη και ώρα 10 π.μ. συνελθών εκτάκτως το Κοιν.  Συμβούλιο Μυγδαλιάς και ευρεθέν εν απαρτία δια της παρουσίας  των κάτωθι υπογεγραμμένων μελών έλαβε μετά συζήτηση την κατωτέρω απόφαση επί του μόνου θέματος περί καθορισμού της ημερομηνίας τρύγου και θερισμού αραβοσίτου.

Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2018

ΚΕΡΑΜΙΔΑΔΕΣ

                                                                                             Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου



Όλο το βράδυ έβρεχε. Ο  Ντίνος  ξύπνησε τα μεσάνυχτα και  η βροχή είχε κοπάσει. Αναδεύτηκε στο αχυρένιο στρώμα του δυο τρείς φορές και πάλε τον πήρε ο ύπνος. Με το φώτιμα ξύπνησε  κι ετοιμαζόταν να σηκωθεί.
Άπλωσε στοργικά το χέρι του στο κεφάλι του γιού του και ύστερα το έφερε θωπεύοντας  απέξω στο σκέπασμα προς τις πλάτες του. Για λίγο έμεινε αμήχανος και ξανά έσουρε το χέρι του προς την πλάτη του παιδιού του .
.











Θλίψη απέραντη τον

κυρίευσε και μια υπέρμετρη ανησυχία τον έπιασε. Φοβήθηκε  να μην αρρωστήσει ο γιός του. Η πλάτη του παιδιού ήταν βρεγμένη κα μια σταγόνα νερού χτύπησε στον καρπό του χεριού του. Τώρα  στο καταχείμωνο το σπίτι του μέσα στάζει.  Στάζει νερό και φαρμάκι στην ψυχή του.


Δούλευε πάνω από την μπόρεσή του σε διάφορα αφεντικά και στις δικές του δουλειές για να τα βγάλει πέρα. Αυτό δεν μπόρεσε να το προβλέψει πως θα γινόταν αυτό το χειμώνα. Το καλοκαίρι είχε γυρίσει τα κεραμίδια.
 Δοκιμάσθηκε η αντοχή και η δύναμή του μα  έμεινε ψύχραιμος χωρίς να βλαστημήσει. Πέταξε με δύναμη το σκέπασμα πιο κεί και σηκώθηκε όρθιος. Τράβηξε το στρώμα του γιού του πιο πέρα,  που δεν έσταζε και έβαλε το χαλκωματένιο ταψί να πιάνει το νερό της βροχής που μια  ξεκίναγε και μια  σταμάταγε.