Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2018

ΤΟ ΛΕΒΕΤΙ ΤΗΣ ΜΗΤΡΑΙΝΑΣ


 Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου
 «Αν φύγει το λεβέτι από το σπίτι μου, μου φαίνεται πως διώχνω την μάνα μου».                     Είπε η Μήτραινα!!
Είχε βγει στην βεράντα της να ποτίσει τις  γλάστρες . Μίλαγε και έλεγε την καλημέρα της  με όλους που πέρναγαν από το δρόμο, που είναι κοντά στο σπίτι της. Είναι ένας χαρούμενος άνθρωπος με έναν  καλό λόγο και ένα χαμόγελο στο στόμα. Έτσι κάπως έγινε κείνη την μέρα που την είδε η Δέσπω στο μπαλκόνι της.   Την προσκάλεσε:
__Έλα, Μαρία, να πιούμε καφέ  στην αυλή τ’ αδερφού μου.

__Το είχα υπόψη  μου σήμερα να έρθω, Δεσπούλα . Να σας δω όλους,  που είστε εδεκεί μαζεμένοι.  Συμπάθα με που δεν έρχομαι, όσο θα ‘θελα συχνά.
Έτσι ήρθε στην αυλή του σπιτιού για μια καλημέρα.  Χαρές κάναμε που μας επισκέφτηκε η κοντινή μας γειτόνισσα.
__Τι κάνεις Μαρία;   Είσαι καλά; Την ρώτησα.
__  «Καλά θα λέμε  και όπως είμαστε». Θα λεγα κι εγώ ευτούνο που έλεγε η Γριά Γαγάτσαινα.
Σε μια λεκάνη ήταν ρούχα που μόλις είχαν πλυθεί και ήταν έτοιμα για άπλωμα. Κοίταξε και αναστέναξε. 
__Τώρα είναι όλα τα μέσα. Παλιά με τα χεράκια μας πλέναμε.  Και δεν είχαμε καλεβέτια να βράσουμε νερό.
__Εσείς είχατε Μαρία.  Ορισμένοι δεν είχανε.
__Εμείς είχαμε. Μα!  στην έχω ειπεί την ιστορία με το λεβέτι;
__Όχι!  Δεν την ξέρω, Μαρία
__Τότε αξίζει τον κόπο να την ακούστε.  Άκου να ιδείς τι πάθαμε με το λεβέτι.
 Όλοι θέλαμε να την ακούσουμε,  τα έλεγε παραστατικά και ωραία.
__Είχαμε ένα μεγάλο λεβέτι. Το βάζαμε στη φωτιά,… έβραζε το νερό  και πλέναμε τα ρούχα. Άλλο μικρότερο λεβέτι δεν υπήρχε.  Μικρό και μεγάλο…. αυτό ήταν.

Μια νύχτα, τί εποχή ήταν τότε… χειμώνας ήτανε… Τώρα… μήνας Γενάρης ήτανε, κάτι τέτοιο. Ήταν εποχή ακόμη με το αντάρτικο. Κατοχή.
‘Ηρθανε  στο σπίτι μας ο Μακαρίτης ο Λάμδα  με τον αδερφό του τον Δείνα  για να πάρουνε αραποσίτι .
__Ποιό αραποσίτι, κυρά Μαρία;
__Τότε έστελνε η Ούνρα τρόφιμα, ρούχα.. και ο πατέρας μου ήταν πρόεδρος στην Κοινότητα.  Εκεί στο κατώι μας μάζευαν τα τρόφιμα και το αραποσίτι. Το αραποσίτι το δώκανε, οι υπεύθυνοι και ο πατέρας μου, στις οικογένειες  που είχανε οχτώ και εννιά παιδιά για να φάνε και να ζήσουνε.  Το είχαμε στο κατώι μας  και είχανε κλειδί και άλλοι. Μόλις δεν βρήκανε αραποσίτι τ΄ αδέλφια  βάλανε τις φωνές στον πατέρα μου. Ο πατέρας μου δεν κράτησε μια χούφτα να ειπεί: « να το βράσω για τα παιδιά μου».  Δεν κράτησε τίποτε. Το μοιράσανε όλο και τους έλεγε: «Να δώστε σε αυτούς που έχουνε πολλά παιδιά, εγώ δεν θέλω».
Και έδωσαν στον Μπούγο, στον Ξερικό, στον Παπίτσα και σε όσους είχαν πολλά παιδιά.
Άλλοι κάνανε κουμάντο για το αραποσίτι και ας ήταν στο σπίτι το δικό μας. Λέει στους διαμαρτυρόμενους ότι, «εκτός που δεν ήμουνα παρόν, το μοιράσανε και το δώκανε στις οικογένειες. Δεν ήταν πολύ! Δεν με πιστεύετε; Για τα παιδιά μου δεν κράτησα ούτε ένα σπυρί».
__Ήταν αλήθεια αυτό. Δεν κράτησε να βράσουμε λιγούλι…
Εκείνοι φύγανε όταν τους είπε έτσι ο πατέρας μου. Ήταν βράδυ αργά. Δέκα ήταν η ώρα; δεν ξέρω.
Την νύχτα η Ξούριαινα ήτανε εδεκεί από κάτου, σε ένα μπαλκόνι που είχανε. Το λεβέτι ήτανε στον στάλακα με νερό.(κάτω από τα κεραμίδια της στέγης,  όταν έβρεχε να πιάνει νερό). Ήρθανε την νύχτα κλέφτες, μία δίνουνε, γυρίζουνε το λεβέτι με τον στάλακα και το πήρανε και φύγανε. Με κείνο μαζεύαμε νερό, πλέναμε, συγυριόμαστε. Πού να πας να φέρεις νερό από την Λιάσκοβα.  
Το πρωί που φώτισε, λέει ο πατέρας μου  στην μάνα μου.
__ Το λεβέτι τι έγινε;
__Ποιό λεβέτι;
__Δεν είναι όξω Γιωργούλα , της λέει.
__Γιωργούλα,  λέγανε την Μητριά σου, κυρά Μαρία;
__Ναι.
__Δεν είναι κάτου το λεβέτι, Γιωργούλα.
__Τί λες! Το λεβέτι ήτανε γεμάτο νερό και έλεγα να βάλω να πλύνω  σήμερα.  
Ακούει και η κακομοίρα η Ξούριαινα την φασαρία που γινότανε με το λεβέτι και βγαίνει αγνάντιο και τους λέει:
__Θεια!  Εγώ το άκουσα τον νερό που κύλαγε τον κατήφορο  και έλεγα ότι σηκώθηκες να βάλεις να πλύνεις.

__Σώπα Τασιούλα μου (Ξούριαινα), που θα λα σηκωθώ την νύχτα.
Από δεκεί πάει το λεβέτι. «Ούτε φωνή, ούτε ακρόαση».  Πού να το βρούμε;   Πάει στον Παπά Κώτσιο ο πατέρας μου και του λέει:
__Παπά δεν έπρεπε να έλθουν σε μένα να πάρουν το λεβέτι. Πέντε παιδιά έχω κι εγώ με την γυναίκα μου εφτά νομάτοι και τώρα δεν έχει η γυναίκα μου με τί να πλύνει τα ρούχα μας. Τώρα βάζει το ντενεκέ να ζεσταίνει στην φωτιά νερό  και έχω πολύ στενοχωρηθεί.  Εγώ δεν χάλασα χατίρι σε κανέναν. Γιατί να μου πάρουν το λεβέτι;
Και ο Παπακώτσιος στενοχωρήθηκε και έκανε έναν αφορισμό στην εκκλησία. Έλεγε ότι δεν έπρεπε να πάρουν του Πάνου το λεβέτι. Από τον Πάνο έφαγε όλο το χωριό ψωμί.
__Θυμάσαι, κυρά Μαρία, τον αφορισμό που έκανε ο Παπακώτσιος;

__Έλεγε: «Αφορισμένος και καταραμένος να είναι και άμα πεθάνει να μην λιώσει ποτέ».  Ξέρω γω πόσα έλεγε; δεν τα θυμάμαι όλα. Ο πατέρας μου τα μολόγαγε.  Αλλά τίποτε δεν έγινε. Πάει το λεβέτι!
Πέρασαν, Βαγγέλη μου,  δέκα έξι χρόνια(!)
Στο μεταξύ η μακαρίτισσα η μάνα του Μπήλα, η Χαϊδίνα, είχε παντρέψει ένα κορίτσι της στην Καρύταινα. Το είχε πάρει ένας  Κουτάλας και το ήξερε το λεβέτι που ήταν στην Καρύταινα.
Η Χαϊδίνα ήταν πολύ άρρωστη τότε και μάλιστα λίγο μετά πέθανε. Μιλάει της γριάς Τζήμαινας, εδεκεί κοντά που ήτανε γειτόνισσες.
__Έλα δω, της λέει, να σου ειπώ ένα μυστικό και να πας να το ειπείς του Πάνου, να πάει να βρει το λεβέτι.
__Τι λες μωρή;
_ Στην Καρύταινα πήγε το λεβέτι!
Και η Μήτραινα συνεχίζει την αφήγηση.

__Δεν είπε σε ποιόν ήταν το λεβέτι. Σου λέει : «μήπως και δεν πεθάνω και έρθει ο γαμπρός μου και με σκοτώσει».

__Πώς την λέγανε την κόρη της Χαϊδίνας, κυρά Μαρία (Μήτραινα);
__Ελένη την λέγανε την κόρη της , μα δεν είμαι και σίγουρη.
 Επήγε, που λες, ο πατεράκος μου εκεί.  Είχαμε μια φοραδούλα, την παίρνει και πάει στην   Καρύταινα και βρίσκει ένα γερόπαπα.
__Καλώς τονε, του είπε. Από πού είσαι;
__Από την Γλανιτσιά.
__Πώς λέγεσαι;
__Πολύδερας Πάνος .
Ο παπάς είχε πολύ φίλο τον αδερφό του, τον  Τυρηρή  τον Κωνσταντίνο , πατέρα του Αντρέα.
__Του Κωνσταντίνου αδερφός είσαι;
__ Ναι παπούλη. Αδερφός του είμαι.
__Ρε, ο Κωνσταντίνος ήτανε από τους πολύ καλούς ανθρώπους.
__ Αυτός, που  λες Βαγγέλη μου, ο μπάρμπας μου, είχε την λώβα, πού λέγανε τότε. Τον είχανε διώξει στην Κρήτη και από την Κρήτη στην Αθήνα και δεν έγιανε.
Τότε εθυσιάστηκε  ο παπάς! Και ρώτησε τον πατέρα μου.
__Τι γυρεύεις εδώ;
__Έτσι και έτσι παπά. Έχασα ένα λεβέτι.
 Ήταν εκεί κοντά ένα μπαλκονάκι, κοντά στην πλατεία.
__Ρέ, του λέει ο παπάς. Δικό σου είναι κείνο το ανάχρι, που είναι πάνω στο μπαλκόνι;
Ήτανε μεγάλο. Φτιάνανε μέσα το χαλκό και ρεντάγανε τ’ αμπέλια.
__Παπά, δικό μου είναι.

 Πάει εκεί, βρίσκει την γυναίκα ο πατέρας μου, την χαιρέτησε και την ρώτησε . 
__Πού είναι ο άντρας σου;
__Είναι στο χωράφι.
__Το λεβέτι που έχετε έξω στο μπαλκόνι, που το βρήκατε;
_Δεν ξέρω. Κάποιος το πούλαγε και το πήρε ο άντρας μου.
 Δεν μαρτύρησε η γυναίκα στον πατέρα μου, ποιος τους το πούλησε.
__Πότε θα έρθει ο άντρας σου;
__Θα έρθει το βραδάκι.
 Το λεβέτι δεν το έδινε η γυναίκα στον πατέρα μου και δικαιολογημένα.
__Είναι δικό μου το λεβέτι, μου το κλέψανε κάτου από το κατώι και με λείπει τόσα χρόνια.
__Ε! του λέει η γυναίκα. Εγώ δεν ξέρω τίποτε, τι μου λες.  Τώρα που θα ‘ρθει ο άντρας  μου, να το  κουβεντιάσεις.

Και ο άντρας της, σαν τον ρώτησε, « που βρήκε το λεβέτι»,  του απάντησε:

__Εμένα το λεβέτι μού το έφερε εδώ  ο Ζάγρης και  ο Μπάρδας(δεν αναφέρονται τα πραγματικά ονόματα) και έδωκα μια προβατίνα. Τώρα τίνος ήτανε και από πού το φέρανε δεν ξέρω.
__Το λεβέτι είναι δικό μου, του είπε ο πατέρας μου. Κατέβασέ το κάτω, να το πάρω να φύγω.
__Εγώ το έχω πληρωμένο.
 Τότε ο πατέρας μου του έκανε φασαρία και τον  φοβέριζε.
__Στέκεις καλά χριστιανέ μου; Δεν θέλω να σε μπλέξω με την Αστυνομία και να κάνω και σένα κλέφτη. Κατέβαστο να το πάρω να φύγω και οι κλέφτες ας το βρούνε από το Θεό.
Με χίλια ζόρια, έλεγε ο πατέρας μου, πήρε το λεβέτι, το φόρτωσε στην μια πλευρά του σαμαριού και στην άλλη έβαλε μια πέτρα για να καλιάσει πάνω στη φοράδα . 

Εμείς δεν ξέραμε τι γίνηκε ο πατέρας. Είπαμε μην έπαθε τίποτε κι εκλέγαμε.  Όλη την νύχτα με τα πόδια ήρθε στο σπίτι στις 12 η ώρα.
Όταν  έφερε το λεβέτι, εμείς τρελαθήκαμε από την χαρά μας.
Ε! παιδάκια εμείς τότε, βγήκαμε όξω και κάναμε χαρές και πανηγύρια, Βαγγέλη μου, γιατί;   Τί να κάνει η λάτα σε φαμελιά 6-7 νομάτους.
__Κυρά Μαρία, για πες μου πώς ήρθε το λεβέτι σε σένα.
__Το πήρα εγώ όταν παντρεύτηκα. Μου το έδωσε ο πατέρας μου προίκα. Ήμουν η πρώτη του κόρη .
Κόντεψε να φύγει το λεβέτι από το σπίτι μου όταν  αρραβωνιάσαμε την αδερφή μου, την  Γιωργία με τον Πρίσκαλο.

 Από πυρκαγιά είχε καεί το πατρικό μας σπίτι  και καταστράφηκαν όλα τα μόμηλα  που ήσαν μέσα. Οι δικοί μου καθόσαντε προσωρινά στο δικό μου σπίτι. Όταν ήτανε να παντρευτεί η αδελφή μου, της είπα:
__Γιωργία, ότι έχω εδώ από ρούχα και ανάχρια θα πάρεις  και συ.

 Δεν θα πας στο ξένο χωριό, να λένε ήρθε από την Γλανιτσιά ξεβράκωτη. Ο γέρο Πρίσκαλος δεν ήθελε να πάρει το λεβέτι,  γιατί έλεγε έχει τρία στο σπίτι του.
Ακούτε την σειρά.
Πιάσαμε το λεβέτι και το δώσαμε στον Νάσιο τον Καλατζή να το γανώσει, για να το πάρει η Γιωργία. Από κάτω στην αποθήκη γλυτώσανε και κάτι γανώματα( σκεύη) από την φωτιά. Η μάνα μου είχε φέρει πολλά χαλκώματα , τεψιά και τεντζιέρια από τα Λαγκάδια.
__Πώς την λέγανε την μάνα σου;
__Βασίλω. Γιαυτό πήρε και το όνομα Βασίλης το παιδάκι μου! Η μάνα μου είχε δυο τρείς τσιούπες βαφτίσει εδώ στο χωριό. Την Βασίλω του Ντούσια, την Βασίλω της Ξιοξιός….
__Για το λεβέτι πες μου τώρα. Αυτά θα τα ειπούμε άλλη στιγμή.

__Εμείς Βαγγέλη, δεν είχαμε ποτέ ενοχληστεί με άνθρωπο.
__Στον ένα που έκλεψε το λεβέτι, ο πατέρας μου του είχε δώσει πολλά λεφτά και είχε πάρει μια στάνη γίδια, και ο άνθρωπος, παρ’ όλα αυτά, ήρθε να πάρει το λεβέτι. Η μάνα μου ήταν φιλότιμη, βόηθαγε.
Άκουσε τι  μου έλεγε η Πανούλα του Αγγελάρα για την μάνα μου.
__Μαρία!  είχαμε ένα χοριδοκάμινο (ασβεστοκάμινο) στου Κόσσυβα, στ’ Αρδούνια παρα κάτω. Ήσαν ο Αγγελάρας, Τσιαγκρής……  καμιά δεκαριά και ήμαστε κει κάτω. Ήμουνα κι εγώ γκουτζιάμ τσιούπα τότε.  Καίγαμε το καμίνι οχτώ ημέρες, δεν ξέρω αν το ξέρεις, για να βγάλουμε ληγούλι ασβέστι.  Και ήρθε η μάνα σου μια μέρα, με κάποια άλλη γυναίκα, και φέρνουνε χαλβά.  Τον  είχε φτιάξει η μάνα σου. Οι Λαγκαδινές είχανε ρεκόρ στον χαλβά.
Χαρτί και χαλβά, χαρτί και χαλβά, είχε γεμίσει το κοφίνι. Και έφερε και ένα πιοτό σε μια πεντακοσιάρα. Άμα είδανε οι άνθρωποι και ήρθε μέσα στο καμίνι με τέτοια ζαρζαβατικά, τρελαθήκανε.
Ήσαντε πεντέξη άντρες. Άλλοι καίγανε το καμίνι, άλλοι κόβανε ξύλα και οι γυναίκες  κουβάλαγαν τα ξύλα ζαλιά και τα  ρίχνανε οι άντρες μέσα στο καμίνι. Θα ήμαστε πάνω από δέκα πέντε άτομα… Το θυμάμαι σαν να’ ναι τώρα!
__Πάντα η μάνα μου θα έπρεπε να γεμίσει τα χέρια της για να πάει
 κάπου
__Πες μου τώρα για το λεβέτι, ενώ ήτανε να δοθεί προίκα δεν το πήρανε.
__Α!  Εγώ, μόλις το πήρε να το γανώσει ο μακαρίτης ο Νάσιος, στενοχωρήθηκα . Από την μια πλευρά μου φαινότανε  πως διώχνω από το σπίτι μου την μάνα μου, άμα διώξω το λεβέτι, και από την άλλη σκεφτόμουνα  να το πάρει  η Γιωργία μου, να μην πάει σε ξένο χωριό χωρίς λεβέτι.
Εγώ, έλεγα,  θα δανειστώ, δεν ξέρω τί θα κάνω, θα πάρω ένα  άλλο λεβέτι.
Σαν έγινε ο γάμος, άρχισαν και φόρτωναν τα προικιά αμπαλαρισμένα στα ζώα και μέσα στο  γανωμένο λεβέτι βάλαμε τεψιά, τεντζιέρια  έτοιμο να φορτωθεί.
Μια αδερφή του γαμπρού, ήταν με κάτι τακούνια φερμένη.  Δεν μπορούσε να πάει στο χωριό με τα πόδια. Ο γέρο Πρίσκαλος «Θεός σχωρέστον»,  μας  ρωτάει  . «Συμπέθερε τι φορτίο μένει;». 
Μένει η ραπτομηχανή που θα μπει στην μια πλευρά του μουλαριού και τα χαλκώματα από την άλλη.
__Ασιαπέρα  ρε,  που θα πάρω λεβέτι. Έχω στο σπίτι τρία. Δεν θα το φορτώσετε αυτό.
__Μόλις λέει έτσι, Βαγγέλη μου, να ιδείς χαρά που έκανα εγώ!
Την μηχανή και λίγα χαλκώματα τα πήρε ο γαμπρός αργότερα με ένα αυτοκίνητο, που ήρθε στο χωριό. Αλλά η χαρά η δική μου δεν περιγράφεται. 
Το γέρο τον συγχωρά και εδώ και κει πέρα. Τώρα «βλέπω» την μάνα μου . ‘Όταν έρχομαι στο χωριό η πρώτη μου δουλειά είναι να πα να ιδώ το λεβέτι. Δεν το μεταχειριζόμαστε και μου φαίνεται άσχημα που δεν το γάνωσα.
__Το λεβέτι ήταν της μάνας σου;
__Ναι, βέβαια. Ο παππούλης μου στα Λαγκάδια λεγότανε Αλεξόπουλος και είχε μαγαζιά. Η αγορά δεν ήταν κει που περνάει τώρα ο δρόμος. Ήτανε στο Δημοτικό Σχολείο. Εκεί, εκτός από τα μαγαζιά, είχε  τριώροφο σπίτι. Πίσω εκεί  που πάμε για το Ρεκούνι είχε έξι στρέμματα αμπέλια και δεν μπορείς να φανταστείς τι βγάζανε. Είχε βαγεναριά και άλλα πολλά λεβέτια, που βράζανε τον μούστο και κάνανε πετιμέζι.
Με το λεβέτι έρχονται στην μνήμη της Μαρίας, οι ατέλειωτες ώρες με το πλύσιμο των ρούχων και  συνοδοιπορεί με το χαμογελαστό πρόσωπο της μάνας της και ξαναζεί την θαλπωρή της οικογενειακής της ζωής.
 Μετά την εξιστόρησή της,  μας οδηγεί και μας δείχνει το πολύτιμο λεβέτι της και με υπερηφάνεια και κολακευτικά λόγια υμνεί  τους γονείς της.

Αυτή την ιστορία έχει το λεβέτι της Μήτραινας.

B GIRAKAS   21/12/2015

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου