Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2018

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΑΤΑ ΣΤΑ ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ


               
ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ Κ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
Η φοβερότερη  θεομηνία  για το χωριό μας ήταν το πνίξιμο του κάμπου του.
Ανάμεσα στα κακοτράχαλα, τραχιά και άγονα εδάφη, μια  στενή λωρίδα ποτιστικής γης στήριζε, με την ευφορία της, την παραμονή των κατοίκων στον τόπο τους. Αλλά θυσιάστηκε  κι αυτή στο βωμό της ανάπτυξης!
Τότε πολλοί παράτησαν το χωριό και πήγαν αλλού να βρουν  πατρίδα.
Περίμεναν τον Ιούλιο να καλοκαιριάσει ο καιρός,  να συμμαζέψουν  τις δουλειές, να πουλήσουν τα χωράφια τους, τα ζωντανά τους, όσα δεν μπορούσαν να πάρουν μαζί τους, τα σπίτια, τα υπάρχοντά τους και να φύγουν. Πήγαιναν στην Αθήνα ,στην Αυστραλία, στα χωριά του Πύργου να γίνουν μεροκαματιάρηδες σε τσιφλικάδες, και όπου  βόλευε τον καθέναν.
Πέρσι έφυγε ο Καπέτας, ο Μπάντος, ο Μπογάτσας, ο Φίλος, ο Μόδεστος  και φέτος ήρθε η σειρά του Τιριρή του Βλασοθανάση  και του Γιαρέντη.
Οι χωριανοί  σε απόγνωση είχαν μαζευτεί στα σπίτια τους και μόνο πεντέξι κάθονταν στενοχωρημένοι στα  τουράκια  της εκκλησιάς και συζητούσαν για το φευγιό του Γιαρέντη και το λιγόστεμα του χωριού.
__Το κακό ,είπε ένας της παρέας, είναι ότι αυτοί που αφήνουν τον τόπο μας είναι οι καλύτεροι και τον αγαπάνε!  Αλλά……
__Τήρα μην τον αγαπάνε, αντέτεινε άλλος. Αν τον αγαπάγανε δεν θ’ άφηναν τα σπίτια τους ,τα χωράφια τους να φύγουν;
__Εγώ πάντως είδα το Γιαρέντη στον Παλιόπυργο, σε μια λωρίδα γης που έχει και την  άφησε άσπαρτη φέτος,  να γονατίζει στην άκρη και να φιλεί το χώμα!  Ύστερα σηκώθηκε, έκανε το σταυρό του και έφυγε δακρυσμένος.
__Εσύ πώς βρέθηκες εκεί; Τον ρώτησαν.
__Ήμουν πίσω από ένα πουρνάρι  και κάτω από την απιδιά του Βάλαγγα και μάζευα απίδια .  Δεν ήθελα να του φωνάξω για να κάνει τη δουλειά του όπως εκείνος ένοιωθε.
Πριν ένα χρόνο είχε πάρει δέκα   τέσσερα χιλιάρικα από τα ποτιστικά  του που πνίγηκαν στον κάμπο, πούλησαν και το σπιτάκι του χωριού, κάτι πήρε και απ’ το καλύβι στον Παλιόπυργο και υπολόγιζε με αυτά ν’ αγοράσει ένα μικρό κτηματάκι όξω από τον Πύργο με ένα  καλυβάκι,  για να βάλει την οικογένειά του μέσα και ,με την αξίνα  στο  μεροδούλι, να μπορέσει να την ζήσει.
Το σχέδιο για το φευγιό ήταν του πατέρα του , του Πάνου του Γιαρέντη, που ήξερε από ταξίδια, ξενιτειά, Αμερική  ακόμα, που είχε ζήσει κάμποσα χρόνια εκεί.
Ο Νίκος Γιαρέντης τον σεβόταν και τον  αγάπαγε το γέρο του. Ότι έλεγε κείνος γινότανε.   Έβλεπε το καλοφτιαγμένο μουστάκι του , το μαυριδερό και ρυτιδωμένο πρόσωπό του, ήξερε πόσο ικανός ήταν και τον  καμάρωνε, και ας ήταν κοντός και αδύνατος. Ο γέρος του, με την σουβλερή μύτη και το  φουσκωμένο «καρύδι», ήταν δυναμικός, έξυπνος κι όλο  «νεύρο» και δεν του έβγαινε στα νιάτα του κανένας στην δουλειά και την …κλεψιά.
Μια φορά, θυμάται, που έφερε στον Παλιόπυργο είκοσι πέντε κλοπιμαία πρόβατα!  Βρέθηκε νύχτα στη Συλίμνα και ζήτησε από το χαντζή ένα δωμάτιο στο χάνι  του να ξενυχτήσει αυτός και τα’ άλογό του. Εκείνος του αρνήθηκε, και ο γέρο πατέρας του ,για αντίποινα, έκλεψε δίπλα από μια στάνη τα πρόβατα και όλη νύχτα τα οδήγησε στο καλύβι του. Ποιος ξέρει πια τι απέγιναν !...
Είκοσι μέρες ξεχώριζαν τα πράγματα που θα έπαιρναν στο καινούριο κονάκι τους.  Τι  ν’ αφήσουν και ποιο να πρωτοπάρουν. Όλα τα χρειάζονταν  και για όλα θα είχαν μια ανάμνηση.
Για το φευγιό όλα ήταν κανονισμένα από πριν. Την αποφράδα  ημέρα ήρθε στο χωριό ολόκληρο φορτηγό, να πάρει την οικογένειά του με τα πράγματα. Στη γειτονιά είχε πέσει μαύρο πέπλο και με δάκρυα παρακολουθούσαν την τραγική σκηνή.
Πρώτα φόρτωσαν  επάνω τα δυο ξύλινα μπαούλα. Το ένα είχε απέξω χοντρή λαμαρίνα και έλεγαν ότι το έστειλε ο πατέρας του στα χρόνια της πείνας, όταν ήταν στην Αμερική. Δεν φαινόταν τι είχαν μέσα, αλλά είπαν μερικοί, που ήξεραν, ότι στο ένα είχαν  τις φτωχιές αλλαξιές ρούχων που φορούσαν αυτοί και τα παιδιά τους , τις φημισμένες φουστανέλες του γέρο πατέρα του, με τις δυο πουκαμίσες, το σελάχι  και τα άλλα  εξαρτήματα της στολής του και απάνω απάνω την εικόνα του Αγιώργη , τυλιγμένη σε ένα κεντητό τραπεζομάντηλο.
Το άλλο μπαούλο είχε σεντόνια, που τα είχε πάρει η Θεωνιά,  η γυναίκα του, προίκα, λίγα πιάτα γυάλινα σκόρπια εδώ- εκεί να μην σπάσουν,  ένα  απλάδι, που μέσα είχε τυλιγμένες παλιές φωτογραφίες ,και  πάνω διάφορα ανάχρια του σπιτιού.
Λένε ότι ο γέρο Γιαρέντης δεν έφευγε από το χωριό και δεν ακολουθούσε τον Νίκο, το γιό του, στον Πύργο, αν δεν έπαιρνε μαζί του και την πλατιά αξίνα που έσκαβε στον κάμπο τα χωράφια του κι ας ήταν σπασμένη και σκουριασμένη.. 
Θα την κρέμαγε, λέει, στο καινούριο κονάκι του να την βλέπει και να θυμάται τον κάμπο στο Νησί και στη  Ρουπακίνα, θα θυμόταν τον ήρεμο Λάδωνα….. και τι δεν θα θυμόταν;
Πάνω στα μπαούλα έβαλαν τα κλινοσκεπάσματα:  σαΐσματα, μπατανίες, κουρελούδες…. Να τα στρώσουν στο νέο τους σπίτι και  να φαίνονται όμοια  όπως τα έφτιαναν στην σάλα του σπιτιού τους, που τώρα με πόνο αφήνουν.
Είχαν τρία κασόνια. Το ένα ήταν μεγάλο , δεν χώραγε στο φορτηγό και το άφησαν πεσκέσι στον νοικοκύρη που αγόρασε το σπίτι. Τα άλλα δυο τα φόρτωσαν άδεια και έπειτα σακιά που ήταν γεμάτα  αλεύρι και σιτάρι  τα έβαλαν  στα κασόνια.
Πήραν μαζί τους  το κόσκινο, την κρησάρα,  τη σκάφη,  το πλαστήρι  και όλα τα χαλκώματα που είχαν για να τα χρησιμοποιήσουν στο καινούργιο σπίτι τους. Ποιος ξέρει, στον καινούργιο τόπο που θα πήγαιναν, τι ανθρώπους θα  έβρισκαν εκεί.
Πάνω στα δυο κασόνια έβαλαν σανίδια  και έγινε ένα μεγάλο κρεβάτι.  Το μυαλό των χωριανών, όσων δεν βοηθούσαν  και εμάς των παιδιών , έδωσε την εξήγηση ότι το ταξίδι ήταν μακρινό και θα διαρκούσε πάνω από μια βδομάδα(!) και έπρεπε να μπορούν  να κοιμηθούν οι άνθρωποι.

Έξω στην  αυλή ήσαν  δυο σωροί από πράγματα του σπιτιού. Πού  να χωρέσουν όλα αυτά ; λέγαμε, και πού να χωρέσει η γυναίκα του, η Θεωνιά, τα παιδιά της ο Γιώργης, ο Πάνος ,η Περσεφόνη, η Μάρθα. Ο άντρας της, ο Νίκος, και ο γέρο πατέρας του, ο Πάνος ο Γιαρέντης!..
Βόηθαγαν οι συγγενείς και άλλοι χωριανοί και οι γεροντότεροι έδιναν συμβουλές πώς να βάλουν τα πράγματα επάνω, για να καλιάσουν  καλύτερα.
Μισή μέρα κουβάλαγαν και φόρτωνα ν στ’ αυτοκίνητο τα πράγματα. Εντύπωση έκανε σε μας τα παιδιά , η μικρή σπηλιά που είχαν αφήσει ανάμεσα στα δυο κασόνια  και ήταν σκεπασμένη με τα σανίδια.
Όταν ήρθε η ώρα του φευγιού έφεραν δεμένες από το λαιμό με ένα σχοινί  την λιάρα γίδα και την γκέσα και τις έβαλαν με τα κουδουνάκια τους  και με τα βυζιά γεμάτα γάλα στην μικρή σπηλιά.
Αφού φόρτωσαν το φορτηγό μέχρι τα μπούνια, ήταν ώρα για χειραψίες, ασπασμούς φιλιά, αποχαιρετισμούς. Ώρα για αναχώρηση. Ώρα μεγάλης συγκίνησης, ώρα σκληρή.
Επάνω στα σανίδια , δεμένα με προσοχή να μην κουνιούνται, και με απλωμένο ένα αχυρένιο στρώμα ,κάθισαν τα παιδιά και όλη η οικογένεια για το μεγάλο ταξίδι. Μπροστά στον οδηγό κάθισε , για συνοδηγός ,ο γέρο Γιαρέντης. Έτοιμοι να ξεκινήσουν.
__ Πιά ξάδερφε, τα μάζεψες όλα τα πράματα ,να μη σε λείψουν εκεί που θα πάς; Φώναξε δυνατά ο Τσιότσιολας του γέρο Γιαρέντη, γιατί ο θόρυβος της μηχανής ήταν πολύ δυνατός.
__Μην ανησυχείς, ξάδερφε.Πήρα τις αστραπές των ματιών σας, γεύσεις από δάκρυα, τα  δροσόλουστα  ανοιξιάτικα  πρωϊνά, τα καυτά  Αυγουστιάτικα μεσημέρια, τα ωραία δειλινά του Παλιόπυργου, μαζύ με τους χίλιους δυο γλυκούς ήχους της φύσης.  Φρόντισα και πήρα ένα ζιομπόλι  από τον τοίχο του σπιτιού μου, πήρα το χαμόγελό σας και την καλοσύνης σας και την εικόνα του φωτισμένου  Παλιόπυργου από τον  πρωϊνό  ήλιο. Πήρα τις βραδινές εικόνες από τα εκατομμύρια   αστέρια του ουρανού της Σκοτίνας  και την Πούλια με τον ολόλαμπρο Αυγερινό την ώρα που λουζόσαντε στην μέση της λίμνης.
Τα μάζεψα όλα μαζί με το ολόλαμπρο φεγγάρι όταν ξαναφαίνει  στην Κουκούλα , και θα τα κρατήσω μέσα μου για να είναι η παρηγοριά μου στα ξένα.
__Μη ρίξεις μαύρη πέτρα πίσω σου, ξάδερφε, μη μας ξεχάσεις, του επανέλαβε και ένας λυγμός του ήρθε στα χείλη του  για λίγο. Συνήλθε κάπως και φώναξε πάλι ο Τσιότσιολας.
__ Στο καλό, ξάδερφε, στο καλό. Το βλέπω εγώ που θα μείνω μοναχός μου.
__Έννοια σου, η νοσταλγία για την επάνοδο στο χωριό θα με καίει και υπόσχομαι, άμα εγκατασταθούμε και όλα πάνε καλά, θα έλθω χωρίς άλλο.
__Μακάρι, είπαν οι χωριανοί, στέλνοντας φιλιά και χαιρετισμούς με τα χέρια τους.
Όταν απόσωσε τις τελευταίες του λέξεις , το φορτηγό έφυγε προς τις Γούρνες , τα μαντήλια ανεμίζουν και τα δάκρυα κυλούν  στα πυροκόκκινα  μάγουλα……
Καλή τύχη  ξεριζωμένοι  πατριώτες..
 Ο Γέρο Γιαρέντης έκλεισε τα μάτια του να μην χυθούν τα χοντρά δάκρυα του στην γη.
Χάθηκαν οι γνωστοί ήχοι, οι φωνές των συγγενών και συγχωριανών, οι εικόνες του χωριού, τα πρόσωπα των ανθρώπων.
__Έτσι έπρεπε να γίνει, είπε .
Με μιας άλλαξε και  το πρόσωπό του έγινε χαρούμενο και δεν ξαναδάκρυσε.
Την κονταυγή προβλεπόταν να φθάσουν στην καινούρια πατρίδα τους. Μια παλιά χαμοκέλα θα ήταν το προσωρινό καταφύγιό τους. Όλα είχαν ταχτοποιηθεί, δεν πήγαιναν τελείως ξεκάρφωτα.
Στο χωριό δεν υπήρχε άλλο θέμα συζήτησης. Ομάδες από τρείς , τέσσερις  και πέντε νοματαίους  κουβεντιάζουν για  την αποδημία  της οικογένειας Γιαρέντη.
__Τι να κάνουν οι άνθρωποι εδώ , και πώς να ζήσουν τη φαμελιά τους!  Είχαν τον κάμπο με τα ποτιστικά χωραφάκια στο Νησί και η μπομπότα δεν τους έλλειπε. Τώρα πάει, έγινε λίμνη!
__ Καλά που φύγανε, έλεγε ο Αντρέας του Βαγγέλη.
__Πω! Πω!  Κακοπαθιόταν  η θειά Γωργούλα, η Θανάσαινα. Έμπλεξε την φαμελιά ο γέρος και θα πάει να χαθεί.
__Μην τους κλαίς, Θανάσαινα, της είπε ο παππάς. Εκεί που πάνε θα κάνουνε προκοπή. Θα βρούνε δουλειές να δουλέψουνε  και θα φάνε και θα πιούνε .
__Πού να ταξιδεύουν  τώρα οι κακόμοιροι και τι στενοχώρια θα τραβάνε.
__Την κονταυγή θα έχουν φτάσει στον τόπο που διάλεξαν να ζήσουν. …
Και οι συζητήσεις τελειωμό δεν είχαν.
Ταξίδεψαν σχεδόν όλο το απόγιομα και όλη την νύχτα και η οικογένεια  του Γιαρέντη έφτασε εκεί με δύναμη, με κουράγιο με πίστη και ελπίδα. Βρήκαν  καλούς ανθρώπους να τους βοηθήσουν στα πρώτα βήματα, βρήκαν δουλειές ,  μεγάλωναν τα παιδιά τους και πρόκοψαν.
Το  γέρο-Γιαρέντη,  και στην Αμερική που πήγε , ο καημός για τους δικούς του και για το χωριό του δεν τον άφησε να ζεστογωνιάσει εκεί. Γύρισε πίσω στην πατρίδα. Τώρα θα καθόταν στα χωριά του Πύργου, χωρίς να επισκεφτεί  το χωριό του;  
Παρ’ όλα αυτά  πέρασαν  δέκα χρόνια (!)  από τότε που  έφυγε για τον Πύργο  και το μυαλό του όλο και γύριζε στη Γλανιτσιά.  Τον έκαιγε ο καημός να ιδεί το καλύβι του, τα χωράφια του, να θυμηθεί τα περασμένα.
Ήθελε να έρθει στον αγροτοποιμενικό  συνοικισμό  του Παλιόπυργου, να σφίξει το χέρι στους απλοϊκούς και καλοσυνάτους ανθρώπους που ζούνε ακόμα εκεί.
Με κάτι παλιόνειρα που έβλεπε δεν είχε στασιό. Κίναγε, τάχαμου,να πάει στον Παλιόπυργο και έβλεπε πως περπάταγε σε άγνωστα μέρη, σε φαράγγια, σε ρεματιές, σε πλάγια, σε μονοπάτια και όλο σε στενούς ανήλιαγους δρόμους, και δεν μπορούσε να φτάσει.
Νοσταλγούσε να φθάσει το γρηγορότερο εκεί που έζησε τα παιδικά του χρόνια. Να περπατήσει και ν’ αφήσει τις πατούσες των ποδιών του στο σπίτι του στο χωριό και στις στράτες, στα βαθύσκιωτα δέντρα, στα καταράχια και τις ψηλές ραχούλες που άλλοτε ήταν τσοπάνης. Νοσταλγούσε να ιδεί και ν’ ακούσει βιβλικές μορφές των γερόντων  του χωριού, να  σμίξει στα κονάκια τους και να γιορτάσει μαζί τους το Δεκαπενταύγουστο, το Πάσχα, τ’ Αγιωργιού . Θέλει να πάρει την ανάσα της φύσης του Παλιόπυργου, να ‘ρθη στον τόπο του, στις ρίζες του. Όλο δυσκολίες, όλο εμπόδια βρίσκει μπροστά του και  δεν μπορεί να έρθει στους αγαπημένους τόπους του.   Κι εκεί που ο ύπνος τον  ξαναπαίρνει βλέπει την Αγγέλω, την Ελένη, την Θανάσω, μπαρεζοσκεπούσες, να τον καλούν στο καλύβι τους  να τον φιλέψουν. Η μια ένα κομμάτι μοσχοβολημένη γαλόπιτα, η άλλη ένα κομμάτι ροδισμένη αχνιστή κουλούρα με μια σφέλα τυρί και η άλλη να του φέρνει το ελατήσιο κανάτι γεμάτο δροσερό νερό απ’ τον  Κουρπό να βρέξει το λαιμό του.
Συνέρχεται κάπως , μισοξυπνάει και απλώνει το χέρι στο παντελόνι του να βρει τα μπαλώματα που είχε στα γόνατα, όταν ήταν στο χωριό και την χοντρή ραφή στο σχισμένο πουκάμισο. Δεν τα βρήκε!
Ξύπνησε, άνοιξε διάπλατα τα μάτια του,  πετάγεται όρθιος….
__ Όνειρο, είπε ,ήταν και έφυγε η εικόνα που έβλεπε με τις γίδες του στην αυλή του καλυβιού του, την αυλόπορτα , τους περιμαντρωμένους δρόμους του Παλιόπυργου και  τους γειτόνους του. Πόσο θα ήθελε να ξανακλείσει τα μάτια του να μην χάσει το όνειρο που έβλεπε;
Ξύπνησε ιδρωμένος, τρομαγμένος, φοβισμένος, κουρασμένος  από την αγωνία της νύχτας.
Έτσι, εκείνη την νύχτα πήρε πια απόφαση, να γυρίσει έστω για λίγο στα χώματα του παππού του, του πατέρα του, στη γη  των προγόνων του.
Αυτά συλλογιόταν όλη την νύχτα και δεν έκλεισε πάλι μάτι,  μέχρι την κονταυγή που φώτισε και πήρε το λεωφορείο  που ερχόταν προς  τα Λαγκάδια.
Τώρα δεν ήταν όνειρο ερχόταν πραγματικά στο χωριό του!  Όλο το δρόμο σκεφτόταν το απορφανισμένο χωριό του. Ποιους άφησε τότε πριν δέκα χρόνια και ποιοι θα ήσαν εκεί, γλιτωμένοι από τον θάνατο και την ξενιτειά .
Κατέβηκε στην Πανηγυρίστρα ,εκεί που γινόταν το πανηγύρι, στα Λεύκα. Θυμήθηκε το μεγάλο πανηγύρι και τον απέραντο χώρο που βόσκανε  τα άλογα, τα γαϊδούρια, τα μουλάρια των τσαμπάσηδων  γύφτων, που τα είχαν για πούλημα. Ήρθε μπροστά του η εικόνα του Τσίλη του, που αγόρασε από κει και  δεν άφηνε πανηγύρι  με πανηγύρι, που  να μην πάει καβάλα και έμοιαζε σαν εκείνον  που είχε ο Αγιώργης. Αναρωτήθηκε να ζούσε άραγε! Το είχε αφήσει σε καλά χέρια.
Θυμήθηκε το καρπούζι που αγόρασε  να το φέρει στον Παλιόπυργο να ξαγκουσέψει η οικογένειά του. Το φόρτωσε πανωγόμι   και εκείνο έπεσε όταν σκόνταψε το άλογο και έγινε χίλια κομμάτια!
 Ο δρόμος που πήρε ο ξενιτεμένος ανηφορίζει για το βουνό. Ο αέρας κουνάει τις ελατόκλαρες και διακόπτει την ησυχία του λόγγου.
Πιο πίσω ερχόταν μια παρέα συνταξιδιώτες με το ίδιο λεωφορείο. Τους γνώρισε όταν τον έφθασαν και σμίξανε . Ήσαν από το γειτονικό χωριό κι ερχόσαντε  απ’ τους κάμπους. Η στράτα που ακολούθησαν ανέβαινε σε μικρά καταράχια, ύστερα κατέβαινε σε γούπατα, στένευε και τα χαμηλά κέδρα αγκύλωναν τα χέρια που προσπαθούσαν να τα μεριάσουν. Συναντούσαν ψηλά και πυκνά έλατα, με χαμηλές κλάρες. Για να περάσουν  τη στράτα έσκυφταν.
Ύστερα πέρασαν μια ρεματιά κόλλησαν την απέναντι πλευρά και, περπατώντας όλοι μαζί, μετά από μια ώρα έφθασαν στην Κρυάβρυση.
Εδώ  έβγαινε γάργαρο νερό από τις ρίζες ενός έλατου,  κύλαγε σε μια ξύλινη κορύτα και μοσκοβόλαγε ελατίσιο άρωμα. Έσκυψαν και ήπιαν το κρύο  και χονευτικό  νερό, κάθισαν  και ξαπόστασαν κουβεντιάζοντας.
Μια γυναίκα πέρασε από κει φορτωμένη στην πλάτη  ένα σακί σιτάρι, που πήγαινε στο μύλο. Τους χαιρέτησε και τράβηξε το δρόμο της χωρίς να  περιμένει την παρέα τους.
Μετά την Κρυάβρυση σε μια διχάλα, η μια στράτα κατέβαινε απότομα τον κατήφορο και έπειτα έστριβε αριστερά και η άλλη έπαιρνε την δεξιά  πλευρά της πηγής , κόλλαγε σε μια πλαγιά μέχρι που έβγαινε σε ένα ζυγό. Μετά πέρναγες τρείς τέσσερες ρεματιές έφτανες  σε ένα διάσελο  και από κει πήγαινες στο διπλανό χωριό. Στη διχάλα χωρίσανε οι ταξιδιώτες και ο Γιαρέντης περίμενε λίγο μόνος του να τραβήξουν δρόμο οι άλλοι, μην κυλίσουν καμιά πέτρα από ψηλά και τον χτυπήσουν. Ύστερα πήρε μόνος το δρόμο. Κατέβηκε δυο κατηφόρες, πήρε αριστερά την κατηφορική πλευρά  μέχρι που  τα έλατα άρχισαν να αραιώνουν και φαινόταν καθαρά ολόϊσιος ο δρόμος για το χωριό….
 Έχει χτυπήσει εσπερινός όταν φθάνει στο χωριό.  Η  εκκλησία είναι ανοικτή και ο παπάς ψέλνει. Πρώτα απ’ όλα σταυροκοπιέται μέσα στην εκκλησία  και ανάβει ένα κερί, πριν περάσει  απ’ την πλατεία . Αναγνωρίζει της ολόφωτες ματιές των Αγίων. Η Παναγία και οι Άγιοι από το τέμπλο τον κοιτάζουν   σα  του λένε:
__Καλώς ήρθες παλιέ, καλέ μας φίλε.
 Σταυροκοπιέται , ασπάζεται τις εικόνες που τον αξίωσαν να πατήσει πάλι τα πόδια του στο χωριό.
Περνώντας από την πλατεία δεν στάθηκε καθόλου! Κατέβηκε στον πλάτανο του Παπαντώνη, εκεί που διακλαδίζεται ο δρόμος. Θα έπαιρνε την αριστερή διχάλα και θα έφθανε στο σπίτι του,  που είχε πουλήσει σε νέον νοικοκύρη.
Εάν δεν έβρισκε κανέναν εκεί, θα έκανε μια βόλτα να ιδεί τα πορτοπαράθυρα, την αυλή με την γέρικη μυγδαλιά,  έτσι για να του φύγει ο καημός.   Ύστερα θα του έμενε χρόνος να περιτριγυρίσει  τη μάντρα του μεγάλου κήπου , να ιδεί τις δυο  αδερφωμένες συκιές στο κάτω μέρος του, που τόσες φορές γλύκαναν το στόμα του και έθρεψαν την οικογένειά του. Ασυναίσθητα κοίταξε το χέρι του και είδε ένα σημάδι που κουβάλαγε από παιδί , όταν είχε πέσει από την  πέτρινη σκάλα του σπιτιού. Κοιτάζοντας προς το σπίτι του,  ένας ελαφρός βήχας του ‘ρθε και του ‘κατσε  κόμπος και δεν έλεγε να σταματήσει.
Ο Στάθης, ο ξάδερφος ,τον  άκουσε και δεν  πίστευε  στ’ αυτιά του.
__Αυτός είναι στον Πύργο! Τι δουλειά έχει εδώ μονολόγησε.
__Μη μιλάς γέρο, να ακούσουμε, του είπε η γυναίκα του, η Γιαννούλα, που και αυτή άκουσε τον ίδιο βήχα. Ξαφνιάστηκε και βγήκε έξω. Φώναξε αμέσως κατά το μέρος του σαν τον είδε.
Ε! ξένε. Για πλησίασε. Έλα από δω να φτιάξουμε χαμομήλι να σου φύγει ο βήχας και να ειδωθούμε.  Εκείνος άκουσε την πρόσκληση  που ήταν και παράκληση  και έστριψε για το σπίτι της.  Μια γλυκιά ζεστασιά φέρνει στην καρδιά του το ζεστό και στοργικό χέρι της ξαδέρφης του, της Πατσιέβως και με  το θερμό φιλί της διατρέχει ανατριχίλα το σώμα του.
Τα μάτια του έλαμπαν, τα μάτια του Στάθη και της Πατσιέβως άστραφταν.  Θαύματα κάνει η άδολη αγάπη και η ζεστή φιλοξενία!  Την είχε απλόχερα το χωριό μας τότε. Το βράδυ έμεινε στο σπίτι τους.
Τριγύρω του, καθώς βράδιασε, όλη η φαμελιά  τον καλοδέχονταν. Ο  Αλέξης, ο Αντώνης, ο Θοδωρής, ο Κυριάκος η κόρη τους η Θανάσω ,λένε παλιές πονεμένες ιστορίες.
__Γιώργη ,του είπε εμπιστευτικά κάποια στιγμή η Πατσιέβω, που τα παιδιά της  στρωματσάδα  κοιμόσαντε, φρόντισε για κανένα καλό παιδί για την τσιούπα.
__Όλα θα γίνουν, ξαδέρφη, μη στενοχωριέσαι.
Μόλις ήρθε το πρωί και ξύπνησαν, ο Σταθίτσας ,ο Ξάδερφος πήρε τη μαγκούρα του και του είπε επίσημα.
__Μαζί θα πάμε στην πλατεία,  στα καφενεία  του Ντούσια, του Μαγκόγιαννη του Τούρκου του Μαγαζά, να ιδούμε τον κόσμο του χωριού.
Στην πλατεία δίπλα στην κοντόχοντρη ακακία ήταν η παράγκα, το καφενείο του Θανάση. Κάτω από τον ίσκιο του δέντρου καθόταν ο πρόεδρος, ο δάσκαλος, κουμπάροι του, ξαδέρφια  και χωριανοί . Όλοι δικοί του άνθρωποι με τους οποίους αντάλλαξε χαιρετισμούς, φιλιά, ευχές. Άλλες συγκινήσεις τον περίμεναν εδώ. Η σκέψη του γυρνούσε σε αλαργινά χρόνια, σε παλιούς καιρούς, σε ανθρώπους γέρους που κάποτε μοίραζαν γύρω τους ορμήνιες, χαμόγελα προστασία και αγάπη και τώρα δε βρίσκονται εκεί.
Όλοι τον κοίταγαν και τον ρώταγαν για την ζωή του και των δικών του και κείνος με την σειρά του μάθαινε νέα για τους γέρους του χωριού, για τους συγγενείς των παρευρισκομένων και για την ζωή του χωριού με λεπτομέρεια. Για λίγο μπήκε μέσα στο μαγαζί και θυμήθηκε τα παλιά. Πέρασε στο κατώφλι του κόσμου που θυμάται από μικρό παιδί.
Ύστερα έκανε μια βόλτα στην πλατεία, χάιδεψε με τα βλέμματά του τα πλατάνια, τις ακακίες και την γέρικη μουριά που ήταν σαν σύνορο στου Τούρκο την κήπο και του παπά. Με κάθε βόλτα που έκανε στην πλατεία μεθούσε από χαρά για τις καινούργιες συναντήσεις με τους πατριώτες του.
Μα ήρθε η ώρα που γύρευε να περπατήσει, πάνω στις ίδιες πατημασιές, πάνω στα ίδια αχνάρια που περπάταγαν οι γέροι γονείς του, τ’ αδέρφια του, οι πατριώτες του οι Παλιοπυργήσιοι.
Ήταν ώρα να πάει στον Παλιόπυργο.
Έφτασε στα Δυο Ρέματα και περπάταγε. Πέρα από τον Χελμό, έρχεται φουριόζο το βοριαδάκι και κάνει να αναριγούνε τα πουρνάρια και η ρίγανη απλώνοντας  την ευωδιά γύρο της. Απέναντι στα ζωνάρια και στην κορυφή της Κουκούλας, σκαρφαλωμένα τα γιδοπρόβατα δροσίζονται και τα κουδούνια αχολογούν.
Τραχείς, ακανόνιστοι και τεφροπράσινοι βράχοι καρφωμένοι στα πλευρά της Κουκούλας φαίνονται σαν μετερίζια και ταμπούρια. Στις ρεματιές της Λιάσκοβας ορθώνονται συμπαγείς βράχοι με κρυφές και φανερές σπηλιές απροσπέλαστες από τον άνθρωπο.
Κατεβαίνοντας έφθασε σκεφτικός στην βρύση της Λιάσκοβας και το Κεφαλάρι  αναπολώντας  τα παλιά. Σίγουρα τούτη η βρύση με το σιδερένιο σωλήνα που φέρνει το γάργαρο νερό και την βαθουλωτή κορύτα,  που πίνουν τα ζα νερό είναι χτισμένη από παλιά. Δεν έχει καμιά εντοιχισμένη πλάκα με επιγραφή να μάθει την χρονολογία που την έχτισαν οι πρόγονοί μας.
Άφησε λεύτερη τη ματιά του, στα τρεχούμενα νερά με τα οποία  άλλοτε άλεθε ο μύλος του Μπογάτσα, πιο κάτω τα περιβόλια οι  θεόρατοιβράχοι, ρεματιά….
Έφερε την σκέψη του, στους τσοπαναραίους που πέρναγαν από κει να ξεδιψάσουν τα κοπάδια τους και έλεγαν χιλιοχρονίτικες ιστορίες. Εδώ ξεδίψασε και τα είκοσι πέντε πρόβατα  που έφερε από την Συλίμνα. Δεν ήταν όποιος κι όποιος ο Γιαρέντης! Καμάρωνε για κείνα τα κατορθώματά του.
Με το μεστωμένο και κιτρινισμένο από το φουμάρισμα μουστάκι του, το ηλιοκαμένο πρόσωπό του, έδειχνε μια εκφραστική δύναμη μεγάλη, έδειχνε ξανανιωμένος που βρισκόταν στα παλιά του λημέρια.
Μετά του Λώλη και τη Σκάλα,  κατηφόρισε στ’ Αρδούνια, που κάποτε ολημερίς ο κόσμος πηγαινοερχόταν σαν μελίσσι , και πλησίαζε στον Παλιόπυργο.
Θυμήθηκε πώς ζούσε εκείνη την εποχή που ήταν μικρός και έπαιζε στο μεγάλο προαύλιο του Αγιώργη με τους συνομήλικους του. Έβλεπε μπροστά του την μεγάλη χορταριασμένη έκταση που έβοσκε τα πρόβατά του. Θυμήθηκε τον θεριστή με τα ξανθά δεμάτια απλωμένα στις λάκκες και τον Αλωνάρη με τα χλιμιντρίσματα  των αλόγων και τις φωνές των βαλμάδων, που τα σαλάχαγαν να τρέχουν  στ’ αλώνισμα. Νοστάλγησε τους συγγενείς , τους φίλους , του χωριανούς με τις χαρές που έκαναν στις γιορτές και τα πανηγύρια. Θυμάται  όλο τον κόσμο του Παλιόπυργου, τον κάθε άνθρωπο χώρια και όλους μαζί με τις φωνές, τα γέλια τα μαλώματα.  
Διέκοψε τον συλλογισμό του και η καρδιά του χτύπησε δυνατά, παράξενα, με  το χλιμίντρισμα ενός αλόγου. Το άλογό του, που δεν μπόρεσε, τότε που έφευγε, να το πάρει μαζί του, είχε μείνει σε άλλο αφεντικό. Ήταν δεμένο στις λάκκες του Παλιόπυργου, γνώρισε τον ξερόβηχα του Γιαρέντη και απανωτά τρείς φορές χλιμίντρισε κοιτάζοντας προς το μέρος του. Μα και κείνος το γνώρισε! Άλλαξε δρόμο, πήρε το πλεύρωμα και περικοπά κατέβηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε στην λάκκα, που ήταν δεμένο το καμάρι του. Όσο πλησίαζε το άλογο, κείνο έκανε κύκλους γύρω από την τριχιά, που ήταν δεμένο, καμαρωτό, ανήσυχο με μεγαλοπρέπεια. Ήρθε μούρη με μούρη με το παλιό αφεντικό του και στάθηκε ήρεμο, καλόβολο σαν παιδάκι μπροστά του. Εκείνος το χάϊδεψε τρυφερά στο κεφάλι , το κοίταξε κατάματα και ύστερα έχωσε το χέρι του κάτω από την χαίτη και χάιδευε το λαιμό του. 
Το άλογο τίναξε δυο φορές απότομα το κεφάλι του και ύστερα κούνησε τ’ αυτιά του και τα ‘φερε μπροστά. Ηρέμησε ολότελα και με την γλώσσα του έγλειφε τα χέρια του παλιού αφεντικού του.
Έμεινε αρκετή ώρα κοντά του και όταν απομακρύνθηκε να φύγει ,ο Ντορής του προσπαθούσε να κόψει την τριχιά για να πάει κοντά του!
Μπαίνοντας στον Παλιόπυργο αναρωτούνται και  ρωτάει ο ένας τον άλλον για τον ξένο!
__Ποιος να ‘ναι ο ξένος Κωστούλα ,που περνάει και τον γαυγίζουν τα σκυλιά;
__Ο Πάνος ο Γιαρέντης μου φάνηκε πως ήταν. Ήταν αλάργα και αλλαγμένος και δεν τον γνώρισα και καλά.
__Οϊιιιιιιιιι!  Ο κακόμοιρος! Γυρίζει  στον Παλιόπυργο,  στο κονάκι του, είπε η Γούλαινα, πουάκουσε την κουβέντα. Το έλεγε πως θα ξανάρθει εδώ ,και το  ‘κανε στην πραγματικότητα.
Τέσσερες γυναίκες κάνανε τον κατήφορο να τον φτάσουν, που πήγαινε για το καλύβι του.  Η Φωτιού, η Σπηλιώταινα, η Καπαλού και η Γούλαινα και άλλες γυναίκες και άντρες και παιδιά ακολουθούν.
__Πάνο, ε Πάνο,  του φωνάζουν και κείνος αποσβολωμένος σταματάει, κοιτάζει πίσω του, κοντοστέκεται . Τον φτάνουν οι γυναίκες και όλοι μαζί αγκαλιάζονται, φιλιούνται και χαίρονται για την αντάμωση. Η Γούλαινα δεν έβλεπε καλά η κακομοίρα και στην αναμπουμπούλα κουτούπωσε την Φωτιού και φίλαγε. Εκείνη αντέδρασε και διορθώνει  το λάθος για να μην λείψουν τα φιλιά από τον Γιαρέντη.
__Πώς ήταν αυτό το ξαφνικό,Πάνο;  Καλωσόρισες ,του είπε η μια, «καλώς ήρθες»,  του είπε η άλλη και τον κοίταγαν  παράξενα. Και άλλες γυναίκες και άντρες και παιδιά τον καλωσορίζουν και τον καλούν τις επόμενες μέρες να έρθει στο τραπέζι τους να φάνε να πιούν και να χαρούν τον ερχομό του.
Αναμνήσεις και θύμησες  έρχονται στο μυαλό του από τα χρόνια που βρισκόταν και κείνος με την οικογένειά του εκεί. Οι γυναίκες τον ρωτούν όσο πηγαίνει προς το καλύβι του.
__Πια  Πάνο, χορτάσατε ψωμί   κει κάτου που είστε;  Έχετε κοντά και άλλους πατριώτες; Μποσμαίους μην είδες  πουθενά;  Εκείνος με χαμόγελο προσπαθεί να ικανοποιήσει όλες τις ερωτήσεις τους.
Η ψυχή του σφίχτηκε γιατί πέρασαν τόσα χρόνια στα  ξένα,  χωρίς να ξανανιώσει τις καλοσύνες και τις χαρές, όπως τις έζησε εδώ στον τόπο του.  Έχει η ξενιτιά  καημούς!...…
 Πλησίαζε στο αλώνι,  κοντά στο καλύβι του και απέναντι από το εκκλησάκι του Αγιώργη.
Το γαύγισμα ενός σκύλου διέκοψε την σκέψη του. Εκείνο όρμησε να τον δαγκώσει. Μα όταν πλησίασε, γνώρισε τον  παλιό αφέντη.
Ήταν ο Μούργος του, που το άφησε  στον καινούργιο αφέντη του καλυβιού,  το Γούνη . Του κούνησε την ουρά ντροπιασμένο, που δεν τον γνώρισε αμέσως  και τον άφησε να μπει στο καλύβι με γρυλίσματα χαράς.
Η καρδιά όλων χτυπάει  χαρούμενα στον Παλιόπυργο, γιατί απόψε καλωσορίσανε έναν συγγενή τους, έναν Πατριώτη, που είχαν φάει ψωμί κι αλάτι μαζί, και είχαν δέκα χρόνια να τον ιδούν!
Όσο και αν βιαζόταν να φύγει για την φαμελιά του δεν τον άφηναν.
 Έπρεπε να περάσει από όλα τα καλύβια να φάει, να πιεί, να διηγηθεί ιστορίες , να χαρεί και να τον χαρούν.
Τέσσερες μέρες έμεινε εκεί. Το Σαββατόβραδο, την Κυριακή, τη Δευτέρα και όλη την Τρίτη.
Ένα βράδυ κοιμήθηκε στο παραγώνι του δικού του Καλυβιού. Εκεί που άκουγε μισόν αιώνα πριν από τα γέρικα χείλη των γονιών του, ιστορίες και παραμύθια. Θυμήθηκε της μάνας τα φιλιά, τα χάδια του πατέρα, την συντροφιά των αδερφών του, την καλή παρέα των γειτόνων του και τα μάτια του γέμισαν δάκρυα….
Τετάρτη πρωί, καβάλα στο  δικό του άλογο, το Ντορή του, με συνοδεία το Γούνη, ήρθε στην Πανηγυρίστρα, κρατώντας μέσα του, παραστάσεις, χαρές, συγκινήσεις, ευχές από την Γλανιτσιά και τον Παλιόπυργο. 
 Γλανιτσιά 14/8/2013
 B GIRAKAS

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου