Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2018

Η ΘΕΙΑ ΜΑΡΙΑ ΤΗΣ ΚΕΡΠΙΝΗΣ


          Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου

Τα προβατάκια αναμασούσαν αργά την λίγη τροφή τους στο κατώι του Θύμιου. Όταν άκουγαν κουβέντες και πατήματα να πλησιάζουν, σήκωναν το κεφάλι τους και βέλαζαν. Τρείς μέρες απ’ το κατώι δεν βγήκαν έξω . Ήταν μέσα Φλεβάρη, τα πάντα κάτασπρα και το χιόνι ένα γόνα. Δύσκολα χρόνια, φτώχεια, πείνα και κρύο.
Τα τρία μεγάλα παιδιά του Ντίνου είχαν αρκετά μεγαλώσει. Οι δύο κόρες του, ζωηρές, έξυπνες, θαρρετές έκαναν πολλές δουλειές.
__Να πάτε στην Κερπινή, στην Θεία Μαρία, τους είπε η μάνα. Έτσι είχαν το βράδυ συνεννοηθεί με τον πατέρα. Θα σας φιλέψει κιόλας, σας αγαπάει. Θα σας δώσει και ψωμί να φάτε. Εκείνες με απορία ρώτησαν:
__Τι να κάνουμε μάνα στην Κερπινή;
__Να σας δώκει σανό για τα πράματα. Θα ψοφήσουν όλα αν δεν φάνε και σήμερα. Η Σκούκια είναι έτοιμη με δυο αρνάδες κοντά της. Δεν αντέχει άλλο.
Δεν χρειάστηκε πολύ. Οι δυο κόρες, κοιτάχτηκαν στα μάτια και συμφώνησαν να φύγουν αμέσως.
Τσιουπίτσες μου να προσέχετε το χιόνι, να πατάτε στην στέγνη εκεί που είναι και άλλα πατήματα μην πέσετε, όταν θα έρχεστε ζαλωμένες. Τις ορμήνεψε η μάνα.
__Ξέρουμε μάνα από άλλες βολές. Θα προσέχουμε. Αλεύρι να μην ζητήσουμε;
__Αλεύρι έχουμε ακόμη από κείνο που φέρατε την άλλη βολά.
 Η μια δίπλα στην άλλη, χουχουλίζοντας τα χέρια από το κρύο, προχωρούσαν για την Κερπινή. Ο αέρας παγωμένος ερχόταν από την Κουκούλα, πέρναγε τα λεπτά φορέματα και τις πλεχτές  ζακετούλες τους και  σαν  έβλεπαν κοντά το χωριό έπαιρναν θάρρος και προχωρούσαν αδιάφορες στο κρύο.
Έφτασαν στο Εικονοστάσι του Αγίου Κωνσταντίνου, έκαναν το σταυρό τους και προχώρησα. Ένα μπουλούκι τσιροπούλια πετάχτηκαν από μπροστά τους και σταμάτησαν σε μια φράχτη με ξερόκλαδα τσιμπολογώντας. Πάλι τα πλησίασαν και εκείνα  έκαναν άλλο φτέρακο και μπήκαν στους κήπους.
Πέρασαν κάποια σπίτια στην αρχή που ήταν αραιά εδώ κι εκεί και ύστερα αντίκρισαν το μεγάλο μπαλκόνι, που κάλυπτε όλη τη φάτσα του διώροφου σπιτιού. Όχι δεν είχαν κάνει λάθος. Αυτό ήταν το σπίτι της κυρά Μαρίας με την μεγάλη ξύλινη σκεπασμένη πόρτα και την πέτρινη σκάλα. Ήταν λερωμένες τα παπούτσια τους γεμάτες λάσπες. Συμφώνησαν να μην μπούνε μέσα στο σπίτι και το λερώσουν.
Φώναξαν στην αρχή κυρά Μαρία, κυρά Μαρία, μα σαν δεν άκουσαν καμία φωνή, άνοιξαν μόνες τους, με το ζεμπερέκι,  το ένα φύλο της δίφυλλης  φαρδιάς αυλόπορτας και δειλά δειλά μπήκαν μέσα. Ετοιμάζονταν να ανέβουν τα πελεκητά σκαλοπάτια για το ανώγειο. Κάτω φαίνονταν ξεχωριστές είσοδοι, για τις  αποθήκες, το κελάρι, το πλυσταριό και το κατώι για τ’ άλογα. Σε μια γωνιά της πλακοστρωμένης ευρύχωρης  αυλής  ήταν ο μεγάλος φούρνος που ανέδιδε μοσχοβολιές από ψημένα γλυκά και ψωμί. Επάνω έμεναν  η κυρά Μαρία με τον άντρα της τον κυρ Γιάννη και την κόρη τους την Χριστίνα, που και κείνη ήταν σαν την μάνα της ,όλο χαμόγελο και καλοσύνη. Δεν πρόλαβαν να πατήσουν το πόδι τους το δεύτερο πέτρινο σκαλοπάτι που άκουσαν την γνώριμη φωνή της.

__Καλώς ήρθατε κόρες μου. Ανεβείτε τα σκαλιά σιγά σιγά μην πέσετε. Ελάτε μου μέσα, να  καθίστε στην φωτιά να πυρωθείτε. Άπλωσε το χέρι της στα δυο κεφαλάκια των κοριτσιών με αγάπη και τα χάιδεψε .  Ελάτε μου εδώ, να πάμε  στο τζάκι να κάτσουμε. Καθώς πέρναγαν  από το διάδρομο, δίπλα ήταν η σάλα φωτεινή, απλόχωρη, παστρικιά, στρωμένη με βαριά χειμωνιάτικα ρούχα, γεμάτα κεντίδια. Στο ενδιάμεσο, στις δυο μπαλκονόπορτες της σάλας ήταν ο μεγάλος καθρέφτης, πάνω από το μεγάλο τραπέζι και δεξιά και αριστερά δυο μεγάλες φωτογραφίες  που στόλιζαν τον τοίχο.

Το χειμωνιάτικο επιπλωμένο, περιποιημένο, μοσχοβόλαγε από καθαριότητα. Το τζάκι έκαιγε δυο αδερφωμένα κούτσουρα και άλλα μικρότερα και ο χώρος είχε θαλπωρή και ζέστη.
__Τι κάνει ο πατέρας κοριτσάκια μου, η  μάνα σας;  Όλοι καλά είστε;
__Καλά είμαστε θεία είπε η μικρότερη αδερφή. Μας έστειλαν να μας δώκεις σανό για τα πρόβατα, να μην ψοφήσουν.
__Μην στενοχωριέστε τσιουπίτσες μου, έχουμε σανό να σας δώσουμε. Βγάλτε τώρα τα παπουτσάκια σας να στεγνώσουνε τα πόδια σας και να ζεσταθείτε. Μα ήταν τόσο καλή η θειά Μαρία που η καρδιά της πόναγε στον πόνο και στην δυστυχία του άλλου. Έδινε την καρδιά της, την ψυχή της για να μειώσει την δυσκολία και την φτώχεια των άλλων. Αυτή η γυναίκα σε σκλάβωνε με τα καλά της λόγια, την καλοσύνη της και τις χειρονομίες της.
Δεν άργησε έκοψε δύο φέτες ψωμί και δυο κομμάτια τυρί και τα έδωσε να χορτάσει το στομάχι τους.
Να μάτι. Φάτε! Θα σας δώκω και άλλο να χορτάσετε. Είχε και γουλιά από λάχανα, τους έφερε στο τέλος  και μελωμένες δίπλες. Όταν χόρτασαν για τα καλά και ζεστάθηκαν η Θειά Μαρία είχε ετοιμάσει δυο ζαλιές σανό, για τα πρόβατα και θα τα έβαζε  πάνω  στα λεπτά κορμιά των κοριτσιών.
Τις βόηθησε, έβαλαν στην πλάτη τους τον σανό, τις φίλησε και τις δυο, σαν να ήταν κόρες της και τις προέτρεψε να φύγουν το γρηγορότερο. Ο καιρός ήταν έτοιμος,  να προλάβουν να φθάσουν στο σπίτι άβροχες. Έφυγαν από τον ίδιο δρόμο που ήρθαν , ζεστές χορτάτες και χαρούμενες.

__Εμένα είναι βαρύτερη η ζαλιά, είπε η μεγαλύτερη αδελφή.
__Δεν είδες που έκοψε την μεγάλη πουγανιά το ψωμί; Το μεγάλο κομμάτι η Θειά μας το έδωκε να το πάρουμε μαζί μας. Και είναι στην δική σου ζαλιά της είπε η μικρότερη που δεν της ξέφευγε τίποτε. Να! φαίνεται το πανί που το τύλιξε.

__Αμ γιαυτό είναι βαριά. Εγώ δεν το κατάλαβα είπε η μεγάλη κόρη.

__Τί καλή που είναι η θειά Μαρία είπε με αγάπη η μικρή κόρη. Στην δική μου ζαλιά έβαλε χαρόνια από τον κάμπο. Είναι σαν  μάνα μας. Δεν θα μας αφήσει  να πεινάσουμε. Την άλλη φορά που ήρθαμε, ο μπάρμπα Γιάννης, μας έδωκε και κρασί για τον πατέρα. Αν είχαμε φέρει το μπουκάλι θα μας το γέμιζε.

__Πω! Πω! Τι καλή γυναίκα που είναι και αυτή και ο άντρας της ο Γιάννης. Συμπλήρωσε η Γιώτα. Μου φαίνεται πως  τους βλέπω μπροστά μου.

Το βλέμμα της κυρά Γιώτας  είναι  όλο αγάπη και συμπόνια στους ευεργέτες της και δείχνει πως τους αναζητάει.
_Και ο πατέρας μας είναι καλός και τους αγαπάει Όταν τον θέλουν πηγαίνει στα χωράφια τους και δουλεύει συμπλήρωσε η μικρότερη αδερφή, ενώ πλησίαζαν στο σπίτι.
 Μπήκαν στο σπίτι τα δυο κορίτσια φορτωμένες με τις ζαλιές στην πλάτη όλο χαρές.
__Μάνα μας έδωσε και ψωμί η θειά Μαρία της είπαν την ώρα που βόηθαγε τις κόρες της . Σιγά μην γεμίσει το ψωμί  σαρίδια από τον σανό.
__Είναι το στήριγμα μας στα δύσκολα, συμπλήρωσε η μάνα με ένα  χαμόγελο ευγνωμοσύνης. Ο Θεός να τους έχει καλά.
Χωρίς να ξεκουραστούν έβαλαν, τον σανό πάνω σε ένα κούτσουρο, τον ψηλόκοψαν και τον έβαλαν στα παγνιά, στο κατώι που ήταν τα πρόβατα να φάνε.
Για πέντε ημέρες τα πρόβατα θα ζούσαν ακόμη!!
Εμείς ας έφυγαν από την ζωή, τους ευεργέτες μας τους ευγνωμονούμε, τους ευχαριστούμε και τους θυμόμαστε για τα καλά τους, για την εκτίμηση που μας είχανε, για την αγάπη που μας έδειξαν. Θεός σχωρέστους…. Αυτά μου είπε η αδελφή μου η Γιώτα που της διάβασα το κείμενο.

Βαγγέλης Κ. Χριστόπουλος






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου