Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2018

ΤΟ Η Μ Ε Ρ Ο Λ Ο Γ Ι Ο ( Ώ ρ ε ς φ θ ι ν ο π ώ ρ ο υ )


                                               Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου

                                        Στο χωριό 2.11.2015.
Γράφω στο ημερολόγιό μου, γιατί μου κρατάει συντροφιά.
Τον τελευταίο καιρό με έχει πιάσει λαχτάρα, να βρίσκομαι κοντά στην φύση. Ακόμη είναι φθινόπωρο , ώρα που όλα τα τυλίγει  το γλυκό φως του ήλιου .  Νοσταλγώ  να δω τα οργωμένα χωράφια και το καφέ χρώμα που παίρνει η γη, τα  κιτρινισμένα φύλλα των δέντρων με το σκουριασμένο χρώμα, που  πέφτουν  στροβιλίζοντας  απαλά στο χώμα, τα ώριμα καφέ αχλάδια της άγριας αχλαδιάς, στρώμα κάτω στον ίσκιο της.

Νοσταλγώ τα βουνά, τους ανθρώπους της εξοχής, τ’ αγριοπούλια,  τα μοναχικά εκκλησάκια. Πιθύμησα το καθαρό αεράκι και το θρόισμα των φύλων.  Είχα ανάγκη να μιλήσω με βοσκούς και ξυλοκόπους. Να γνωρίσω  νέους  ανθρώπους και ν’ ανοίξω αυτό το βιβλίο, τον άνθρωπο, για να μάθω κάτι παραπάνω.  Έπρεπε να γεμίσω και σήμερα το σακούλι μου με ιστορίες,   πληροφορίες  και πράγματα ,που τόσο τα έχω ανάγκη.
Έτσι, άφησα πίσω μου το χωριό, περνάω το φαράγγι στις Γούρνες  και κατευθύνομαι στο μικρό οροπέδιο  . Μπροστά μου, στο βάθος   βρίσκονται  πολλά βουνά .  Άλλα φαίνονται σαν  γίγαντες ξαπλωμένοι  πάνω στην γη, άλλα μοναχικά , στρογγυλά με φαλακρή την κορυφή , και άλλα απόμακρα ψηλά και απάτητα, γεμάτα έλατα.
Έφτασα πίσω από τους λόφους του χωριού μου, σε χωράφια γεμάτα χλόη.  Αχλαδόκαμπο,  θαρρώ, το λένε το μέρος.   Ήταν σπαρμένη η γη και είχε βλαστήσει.
__ Να, η ζωή! Είπα μέσα μου..
 Φύτρο το λέγαμε.  Ήταν μικροί  βλαστοί καταπράσινοι, που  ξεπετάχθηκαν με το νερό της  βροχής  και το φως του ήλιου και τώρα  χόρευαν με την  μικρή ανάσα του αγέρα.
Κείνο το φύτρο, πράσινο, τρυφερό, μόλις βγήκε  από τα σπάργανα της γης. 
Με τρελαίνει αυτό που βλέπω!  Τόσο δα,  μικρό  που είναι  με δροσοσταλίδες  πάνω στο βλαστό τους,  που λαμπιρίζουν στον ήλιο!  Άπλωσα το χέρι μου να το χαϊδέψω  κι αναρωτήθηκα:  Αν έρθουν, βοριάδες, μπόρες και κρυάδες, θα ζήσει; Είναι τόσο δα μικρούλι και άταρο. Σκέπτομαι, θα αντέξει στο  χρόνο  να καρπίσει;Σαν περπάτησα μερικά  μέτρα μακριά απ’ το  δρόμο, αντίκρισα  τα κουφάρια δυο δέντρων. Βρήκα μια  νεκρή   φύση! Μια απογοήτευση με πιάνει βλέποντας αυτή την εικόνα των υπολειμμάτων   νεκρών δέντρων. Κάποτε ήταν δυο δέντρα,  λυγερόκορμα  ριζωμένα γερά  με κλαδιά απλωμένα στον ουρανό .Τώρα  βλέπω τα απομεινάρια  από κορμούς  δέντρων, κομμένα και ριζωμένα  μέσα  στο χώμα για  χρόνια. Μέχρι να πετρώσουν να γίνουν όμοια με τη γη και να χαθούν. Ήσαν  Δρυς  το ιερό δέντρο του θεού Δία. Θυμήθηκα ότι τον καρπό τους παλιά οι Αρκάδες το έτρωγαν, ήταν βαλανοφάγοι. Είχε την γεύση του κάστανου .   Μέτρησα με το μάτι τον περίγυρό τους. Πρώτα  τον έναν και ύστερα  τον άλλον. Υπολόγισα με το μυαλό μου τα χρόνια τους, λανθασμένα φυσικά, και αναρωτιόμουν.  Πόσες ιστορίες θα έλεγαν αν μπορούσε να μιλήσουν . Για μένα ήταν πολύ σπουδαίο. Πόσους ζευγολάτες άραγε να δέχτηκαν στον ίσκιο τους, πόσα πουλιά  φιλοξένησαν και  προστάτεψαν και πόσους καρπούς απλόχερα έδωσαν. Πόσα μάτια τα ζήλεψαν!! Αυτή η εικόνα με βύθισε σήμερα σε μια θλίψη.  Δεν μπόρεσα ν’ ανοίξω την καρδιά τους να μου μιλήσουν.  Με την φωτογραφική μου μηχανή τα  αποτύπωσα να τα πάρω μαζί μου.
Κοίταξα τριγύρω το  μικρό οροπέδιο με τα πολύχρωμα φθινοπωρινά φύλλα των δέντρων, με τα διάσπαρτα κυκλάμινα στις ρίζες τους, με το πράσινο σεντόνι της χλόης.
Στο βάθος του λόφου ακούγονταν τροκάνια . Πρόβατα έβοσκαν, βέλαζαν, έκαναν γραμμή και περπάταγαν. Δεν φαίνονταν όλα , στο σημείο αυτό ήταν πυκνή η βλάστηση. Περπάτησα πιο πέρα και συνάντησα τον βοσκό, που κόπιαζε όλη μέρα με τα πρόβατα.
Γεροδεμένος, αεράτος,  με  ίσιο κορμί, πυκνά μαλλιά  και ένα  μάτι που  έκοβε μακριά σαν αστραπή.  Δυο εκατοντάδες πρόβατα φύλαγε.  Σαλάγησε  τα πρόβατα με τον δικό του κώδικα, την δική του γνώριμη φωνή:
__Ει! Ει!    Ει! Ει!   δυο φορές.  Ορισμένα σήκωσαν το κεφάλι τους και κοίταξαν προς το μέρος του. Ακόμη τους φώναξε μια φορά και κείνα αραδιάστηκαν,  και περπατώντας  έφτασαν στην μεγάλη λάκα. Εκεί άπλωσαν και έβοσκαν.
Τον χαιρέτησα και τον ρώτησα για τα πρόβατα.
__Γεννήσανε;
__Την βλέπεις την λάγια;  Με ρώτησε,
__Όχι! Απάντησα .  Μέσα στα δέντρα πού να την δω!
__Έλα πιο δω.  Το βλέπεις;  Μου έδειχνε  με το χέρι του ένα τουφωτό πουρνάρι .  Θα ήταν εκατό μέτρα μακριά κι εγώ έλεγα, πως μου δείχνει εκεί κοντά.
_Τώρα!  το βλέπω, του απάντησα.
__Να! Εκεί είναι η λάγια προβατίνα. Κοίταξε!  Καθαρίζει το χώρο για να γεννήσει κι εγώ πρέπει να πάω εκεί  να βοηθήσω. Το αγάπαγε το ζώο, δεν θα το άφηνε μόνο στην γέννα!
Έτριψα τα χέρια μου από χαρά.
__Τυχερός είμαι, είπα μέσα μου. Η γέννα ενός πρόβατου μέσα στην μάνα φύση δεν είναι και λίγο πράμα, να το δεις.
__Θα έρθω μαζί σου, του είπα, να ιδώ την γέννα.
Δεν μου απάντησε. Ίσως δεν άκουσε και, χωρίς άλλη κουβέντα, δρασκέλησε γρήγορα γρήγορα και χάθηκε από μπροστά μου. Έκανα να τον ακολουθήσω. Μα με την πολλή βλάστηση τον έχασα .
Τελικά  εξαπατήθηκα!  Ο βοσκός δεν άφησε την λάγια  προβατίνα  εκεί. Πήγε κοντά της και σαν να κάνανε μυστική συμφωνία,  να  μην γεννήσει   σε κείνο το πουρνάρι.
Όσο κι αν κοίταγα, ο βοσκός δεν φαινόταν και τα πρόβατα όλο κι απομακρύνονταν από κοντά μου.
 Μέσα στην ερημιά που βρισκόμουν,  είπα να γυρίσω πίσω και να φύγω.
 Μα να, ένας ξυλοκόπος με φορτωμένο τ’ αμάξι του, πέρναγε κοντά μου. Απόρησε με την εκεί παρουσία μου και αυτός και η γυναίκα του, σαν με είδαν.
__Γεια σας, τους είπα πρώτος εγώ, για να σπάσω τον πάγο. Εσείς κόβατε ξύλα;
__Εμείς  ήμαστε!  Από πού είσαι συ; 
__Από το κοντινότερο χωριό,  και του έδειξα με το χέρι μου τον ορίζοντα.
__Α! κατάλαβα από την Μυγδαλιά.
__Πηγαίνω καλά για το μαντρί; Τον ρώτησα.
__Για το μαντρί του Θοδωρή, να στρίψεις στον πρώτο δρόμο αριστερά  και θα πέσεις επάνω του.
Τράβηξα το δρόμο, όπως μου είπε ο ξυλοκόπος, και έφθασα εκεί.
Ανάρια ανάρια, λίγα σύννεφα  αργοταξιδεύουν  πάνω από τον Άγιο Αιμιλιανό και είναι κόκκινα από τις στερνές ανταύγειες του ήλιου, που πήγαινε να δύσει..
Κάθισα στην άκρη του μαντριού και παρακολουθούσα. Είδα  έναν άλλο  βοσκό,  που  έριχνε καρπό στις ταΐστρες. Ήρθε ευγενικά με χαιρέτησε, με γνώρισε από το συχνό πέρασμά του στο χωριό, αλλά δεν κάθισε, βιαζόταν. Οι δουλειές δεν τον καρτερούσαν.
Στη στάνη αλλού έβαζαν τα τραγιά, αλλού τα κριάρια, χώρια τα γίδια κι αλλού τα πρόβατα. Σε άλλο  μέρος τα αρνιά, σε άλλο τα κατσίκια .  Καλύβια από δω,  σκέπαστρα και χωρίσματα  από κει, εμπατές και  συρματοπλέγματα παντού.  Ο τσοπάνης έπρεπε να ετοιμάσει τις ταΐστρες  για  όλα τα ζωντανά του, γιατί   βράδιαζε και κείνα επέστρεφαν στη στάνη.          

__Ελάτε μου δω, τους φώναζε, καθώς πλησίαζαν, και τα καλούσε να πάνε κοντά του, να φάνε.  Σιούραγε  κατάλληλα και κείνα άκουγαν και με την δική τους γλώσσα ανταποκρίνονταν, βέλαζαν και  έτρεχαν κοντά του. Ήρθε και στα γκεσέμια, που τα είχε σε ξέχωρο μέρος  και ήταν κοντά μου. Φώναζε και σε κείνα, σαν να ήταν παιδιά του .
Φώναξε τα σκυλιά του που με γαυγίζανε και έμαθα τα ονόματά τους. Αυτή είναι η Ζέμπα μου είπε. Είχε καθίσει δυο μέτρα  κοντά μου, με γαύγιζε  και κούναγε την ουρά στον αφέντη της.
__Ήσυχα  Ζέμπα, της είπε. Εκείνη άκουσε και κοίταξε προς το μέρος του. Πρέπει να την ταΐσω κι αυτήν. Έχει ανάγκη της   φροντίδας μου.
__Μα γιατί; Τον ρώτησα.
__Της τρώνε τα άλλα σκυλιά την τροφή. Δεν βλέπει από κανένα μάτι! Είναι τυφλή η καψερή!
Ο Μούργος είναι το μαύρο σκυλί και αυτός που έρχεται με κουλουριασμένη ουρά, είναι  ο Λόντος.
__Τα δυο μεγάλα σκυλιά είναι κοντά στα πρόβατα, αν περιμένεις λίγο, θα τα ιδείς.
 Αυτά πρόλαβε να μου ειπεί και απομακρύνθηκε από κοντά μου. Είχε πολύ δουλειά!
Σε λίγο έφτασε το κοπάδι με τα πρόβατα, βελάζοντας για τ’ αρνιά τους.
Τους φώναζε με φθόγγους, άλλοτε μαλακά, άλλοτε σκληρά και άλλοτε άγρια και προστακτικά και έκανε μαζί τους μυστική συμφωνία. Και κείνα, ανάλογα με την γλύκα και την ένταση της φωνής του, αποκρίνονταν και ακολουθούσαν.          
Να, και η λάγια προβατίνα που τόσο συμπάθησα. Περπάταγε αργά αργά από το βάρος που κουβάλαγε με φουσκωμένη την κοιλιά και  τα μαστάρια γεμάτα γάλα, να σούρνονται σχεδόν στο χώμα.
Τελευταίος ήρθε και ο βοσκός που συνάντησα στον κάμπο. Δεν μου είπε τίποτε σε σχέση με μένα που με είχε εγκαταλείψει.  Έφυγε γρήγορα από κοντά μου να προφτάσει τα γίδια, που κατέβαιναν από την κορυφή του λόφου, για να τα οδηγήσει στο δικό τους χώρο.  Βέλαζαν μικρά και μεγάλα , πρόβατα και γίδια , μέχρι που αντάμωσαν και άρχισαν να τρώνε.
Ο τσοπάνης δεν είχε το χρόνο να μου μιλήσει. Η μηχανή μου έμεινε   χωρίς μπαταρίες. Νύχτωνε και την λάγια δεν ήξερα που  την πήγε  να γεννήσει. Τα σκυλιά δεν με άφηναν να πλησιάσω.  Είχε βραδιάσει, πήρα εικόνες στο μυαλό μου, χαιρέτησα, χωρίς να δω τους τσοπάνηδες,  και έφυγα.

B  GIRAKAS   10/11/2015


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου