Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2020

                         
 

                              Η ΑΠΑΝΩ ΒΡΥΣΗ ΤΗΣ ΣΤΡΕΖΟΒΑΣ

 

                                                          Του Βαγγέλη Κ Χριστοπούλου

Περπατώντας μετά το Ηρώων τον ανηφορικό δρόμο με το καλντερίμι , χωρίς να το καταλάβω, έφτασα στους πρόποδες του Αγίου Χαραλάμπους με  τον επιβλητικό Ναό και με το κομψό καμπαναριό,  με την απέραντη θέα.


Κάποτε ανέβαινα   καθημερινά για έξι  ολόκληρα χρόνια αυτόν τον δρόμο με συμμαθητές και συμμαθήτριες. Αφημένος στις σκέψεις μου πλησίασα την απάνω  βρύση, που είναι φτιαγμένη με μεράκι και τέχνη από παλιούς τεχνίτες της πέτρας. Είναι κτισμένη με καλοδουλεμένες πελεκητές πέτρες και είναι   ένα κομψό, καλαίσθητο και γοητευτικό κτίσμα. Πλησίον της πολλά τα ομορφοχτισμένα, ψηλά με παραδοσιακές βεράντες, σπίτια.

Και καθώς η βρύση βρισκόταν τυλιγμένη στην σιωπή και την μοναξιά της κι εγώ  αποτραβηγμένος σε παλιές αναμνήσεις, μου φάνηκε πως έβλεπα ψηλόκορμες μαθήτριες με την γαλάζια ποδιά τους να πίνουν νερό. Τα μεγάλα μαύρα και γαλάζια μάτια τους τα δροσερά  ασπροκόκκινα πρόσωπά τους,  έδιναν άλλη διάσταση στο χώρο με τα πειράγματά , την ομορφιά και το χαμόγελο τους. Όπως τότε παλιά!

Μου φάνει πως άκουσα ποδοβολητό και χλιμίντρισμα αλόγων που έρχονταν να πιούν νερό. «Απόηχος ήταν άλλων εποχών», έτσι  ξαφνιάστηκα και συνήλθα από τις σκέψεις μου.

Τρέχει από τα σουληνάρια   το λιγοστό νερό της λόγω εποχής, στο δάπεδο, δημιουργώντας με τον ήχο ένα πένθιμο εμβατήριο, της μοναξιάς και της εγκατάλειψης.

Αυτοσυγκεντρώθηκα  και άκουσα το νερό, να κατρακυλά ήρεμα, μονότονα στα βάθη της γης  αποχαιρετώντας τον απάνω κόσμο.



Μια λύπη και ένας φόβος με έπιασε, καθώς άκουσα μια φωνή.

__Καλά που ήρθες! Για ζύγωσε κοντά. Δεν θέλεις να πιείς το νερό μου και να δροσιστείς;  Και κάτι άλλο. Που είναι ο κόσμος που ρχόταν  πρωί πρωί, το μεσημέρι και με το σούρουπο κοντά μου.

__ Αχ! Βρύση μου, σώθηκαν οι άνθρωποι στα χωριά και αυτοί που είναι εδώ έχουν νερό από άλλη πηγή στα σπίτια τους.

__Γιαυτό με ξεχνούνε και περνάνε απόμακρα χωρίς να μου τραγουδούν και να γελούν όπως παλιά! Κι εσύ ξένος είσαι ή δικός,   που με επισκέφθηκες ;

__ Και ξένος και δικός σου είμαι βρυσούλα μου.

__Αν είσαι δικός μου και με αγαπάς, στείλε μήνυμα, πως πονάω και έχω ανάγκη , παρουσίας ανθρώπων  και προστασίας. Ξεδίψασα γενιές και γενιές, πότισα τα ζώα τους και έδωσα την ψυχή μου και την αγάπη μου χρόνια και χρόνια.

Στείλε και μήνυμα στο σύλλογο των Δαφναίων αν με αγαπάς, οι βρύσες κι εγώ θέλουμε συντήρηση. Ότι καλό μου κάνουν εγώ θα το ξεπληρώσω. Βρυσούλα μου άκουσα το παράπονό σου και τον καημό σου , εγώ θα το μεταφέρω και ήδη αυτό κάνω τώρα.

Ψηλά από τις δασωμένες, καταπράσινες βουνοπλαγιές των Αφροδισίων ορέων το νερό από τις βροχές και το λιώσιμο του χιονιού, μπαίνει μέσα στην γη, σούρνει μέσα στα σπλάχνα της και μουρμουρίζοντας  βγαίνει στην απάνω βρύση, σε αυτήν της Αγίας Μαρίνας και αλλού.

Η βρύση παραμένει ένα στολίδι του χωριού. Στο κέντρο είναι η μεγάλη βαθουλωτή κορύτα, που μέσα καταλήγει ένα σωληνάρια και έπιναν τα ζώα νερό. Δεξιά και αριστερά επίσης υπήρχαν δυο σωληνάρια που γέμιζαν οι γυναίκες τις βαρέλες και τα βαρέλια νερό.

Πόσες και πόσες γυναίκες δεν βρέχονταν και τις περόνιαζε το κρύο το χειμώνα  και άλλες δροσίζονταν στην κάψα του καλοκαιριού. Όλες που έκαναν χρήση της βρύσης έχουν να θυμούνται όμορφες και χαρούμενες στιγμές που χάθηκαν ανεπίστρεπτη.

Στο κέντρο και προς τα πάνω είναι το παράθυρο  χρήσιμο για την υπερχείλιση και τον καθαρισμό του αποθηκευτικού χώρου του νερού. Δεξιά και αριστερά οι ζαλώστρες  ή τουράκια. Εδώ οι γυναίκες ακούμπαγαν τα βαρέλια που χώραγαν 20-25 οκάδες νερό να τα ζαλωθούν ή να τα φορτώσουν στα ζώα. Όλοι θυμόμαστε και αναγνωρίζουμε τις παλιές ευεργετικές διευκολύνσεις .

Εδώ ακούγονταν γλυκές φωνές, καλημέρες ευχές , γέλια χαρές από γριές και νιές.  Γίνονταν συναντήσεις, λέγονταν ειδήσεις, κουτσομπολιά , ασημώματα και δίνονταν φιλιά.

Τώρα κάθεται παραπονεμένη, περιθωριοποιημένη και εκπέμπει ΣΟΣ για καθαριότητα, σεβασμό και ευπρέπεια. Μούσκλια καλύπτουν την άλλοτε πεντακάθαρη  επιφάνειά της και γύρο της χαμόκλαδα και φύλλα είναι σκορπισμένα.

Κοίταξα και τους τρείς δρόμους , κανένας άνθρωπος δεν ερχόταν στην πολύβουη γειτονιά με την πάνω βρύση. Βράδιαζε ένα φως έκαιγε στου Μαμάκου και στου Ασημακόπουλου τα σπίτια. Άφησα την βρύση να τρέχει νερό και δάκρυα. Ανέβηκα τον ανήφορο μέχρι το σπίτι του Ασημακόπουλου. Ένας κύριος έβγαινε εκείνη την ώρα από την εξωτερική καγκελόπορτα. Με κοίταξε και ανταλλάξαμε μια καλησπέρα. Δεν άντεξα στον πειρασμό και το ρώτησα.

__Εσύ δεν είσαι ο Μέλλιος.  Ήρθε στην επιφάνεια του μυαλού μου το όνομά του μετά  από 63 ολόκληρα χρόνια.

__Ναί μου είπε. Εσύ ποιος είσαι;

__Δεν με θυμάσαι; Τάχα μου πως εγώ τον ήξερα από την καλή. Ήταν συμμαθητής μου στην πρώτη τάξη του Γυμνασίου, έκτοτε χαθήκανε οι δρόμοι μας.

Βράδιαζε, το σκοτάδι έπεφτε βαθύ και η νύχτα γινόταν στενόχωρη.  Άφησα το φίλο μου τον Μέλλιο, που ήθελα πολύ την παρέα του και ή βρύση ήταν πάλι μπροστά μου. Κι εκείνη καθόταν λυπημένη , που λείπουν οι άνθρωποί της και είναι σκόρπιοι στα πέρατα της γης  και αλλού +++

Μαζί με τα μάτια μου έκλεισα μέσα μου την εικόνα της, άκουσα τον αναστεναγμό της , είδα ατέλειωτες σειρές γυναικών να περιμένουν στην σειρά να πιάσουν νερό και μια ανατριχίλα πέρασε επάνω μου από τον λυγμό του νερού την τελευταία στιγμή.

Την αποχαιρέτησα σιωπηλά και κατέβηκα το καλντερίμι  για την πλατεία. Έριξα μια ματιά στο πεσμένο σπίτι των δυό  αδελφιών Κοροντζή και έτσι τελείωσε η μικρή, σύντομη επίσκεψη. Δε έμαθα τους κτίστες και τον χρόνο κατασκευής της.

Η πάνω βρύση, ζωντάνεψε μνήμες, μου θύμισε ανθρώπους, εικόνες παλιές, συγκινήσεις και προ πάντων το κρύο και πεντακάθαρο νερό της.

Πάντα η πάνω βρύση θα έχει θαυμαστές, αρκεί να την προσέχουμε!



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου