Κυριακή, 5 Απριλίου 2020

ΤΟ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΑΙΪΚΟ (ΚΑΤΣΙΑΊΪΚΟ) ΣΠΙΤΙ


                                                   
  Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου

Πριν πολλά χρόνια, παιδί ακόμη, καθώς πέρναγα στον δημόσιο δρόμο, η ματιά μου έπεφτε  σε τούτο το όμορφο σπίτι, με την μεγάλη αυλή, τις κληματαριές τις καρυδιές στο πίσω μέρος και τις γλάστρες γεμάτες λουλούδια.
Μια όμορφη μυρουδιά αναδυόταν στον αέρα, αργοπορούσα τα βήματά μου, και με κείνη την μυρουδιά τρέχανε τα σάλια μου από τα νόστιμα φαγητά που έφτιαναν.  Τους έβλεπα πολλές φορές  και άκουγα τις γνώριμες φωνές των  δασκάλων μου της Γκόλφως και του Στάθη. 
Επίσης έβλεπα την ήρεμη και σεβάσμια μορφή του παπά Γιώργη και το καλοκάγαθο και όλο χαμόγελο πρόσωπο της Πρεσβυτέρας, ξαδέρφης μου, κυρίας Σταυρούλας. Τα σπίτια τους ήταν ενωμένα και μοιράζονταν  τις χαρές και τις λύπες.
Δάσκαλος ο ένας, παπάς  ο άλλος, τα δυο αδέρφεια ήταν υπόδειγμα  εργατικότητας, σωφροσύνης, και αγάπης, στους ανθρώπους του χωριού.
Στην μακρόστενη αυλή, έβλεπα τα παιδιά τους να χαίρονται την ζωή, να τσιρίζουν να παίζουν και να κάνουν τις παιδικές αταξίες. Κι εγώ τότε ζήλευα, που δεν είχα αυτή την ευχέρεια.

Έμαθαν  από τους γονείς τους τον σεβασμό και την αγάπη  προς τους χωριανούς και συνανθρώπους τους και συνεχίζουν μέχρι σήμερα, που είναι φτασμένοι και αξιόλογοι επιστήμονες  στην κοινωνία μας.
Στο πίσω μέρος, το σπίτι έχει μια μεγάλη βεράντα, που φαίνεται σχεδόν όλο το χωριό και η πλατεία με το σχολείο.
Θυμάστε στην Βυζαντινή αυτοκρατορία που άναβαν φωτιές στις κορυφές των βουνών οι συνοριοφύλακες  για να δίνουν μηνύματα στον Αυτοκράτορα  στην πόλη;
Ε! από αυτή την βεράντα κάτι παρόμοιο γινόταν. Ο Δάσκαλος σφύριζε με την σφυρίχτρα του δυό με τρείς φορές κι εμείς τα παιδιά που υπολογίζαμε την πρωινή ώρα, ή την απογευματινή που θα σφύριζε, τρέχαμε χαρούμενα να χτυπήσουμε την γλυκόλαλη καμπάνα, για να μαζευτούμε στο σχολείο.

Άλλαξαν οι καιροί, άλλαξαν οι άνθρωποι, ορφάνεψαν τα χωριά, από παιδιά και δασκάλους και τα σχολεία έκλεισαν. Μια γλυκιά ανάμνηση μου ήρθε,  ημέρες τώρα που βρίσκουμε στο χωριό με το σπίτι του Δάσκαλου και του Παπά,  με χιλιάδες εικόνες και παραστάσεις.
Τον Δάσκαλο με τα παιδιά στο σχολείο να μοχθεί και τον Παπά στην εκκλησία, να συμβάλει τα μέγιστα στην ηθική διαπαιδαγώγηση και μαζί να υμνούμε τον Θεό.
Το βράδυ σαν κλείνω τα μάτια μου, ακούω  την φωνή των δασκάλων  στη  αίθουσα,  τις χειρονομίες και τις φωνές τους από τα ξεφωνητά και τις κραυγές των παιδιών και τον Παπά με τ’ αγιοκέρια αναμμένα στην εκκλησιά, ημέρες που είναι να ψέλνει τους χαιρετισμούς και τον Ακάθιστο Ύμνο  στην Παναγία. Ξύπνησαν κόσμους παλιούς μέσα μου, κόσμους που έφυγαν.  Με πήγαν στα παλιά χρόνια. Έκρινα απαραίτητη την επίσκεψή μου, στην αυλή και τον κήπο και δεν έχασα. Είδα πρασινάδες παντού,
διαλεχτά λουλούδια ανθισμένα, δάφνες, κισσούς και ένα σωρό άλλα δέντρα και θάμνους. Πολύ χάρηκα που είδα το σπίτι τον χώρο, μα ένοιωσα και έναν μεγάλο πόνο για αυτούς τους σπουδαίους ανθρώπους που έφυγαν.

Δεν μπορώ να χωνέψω πως λείπουν από το χωριό και την ζωή.
Ευτυχώς υπάρχουν τα σπίτια τους! Συχνά έρχονται στο χωριό  οι Γιάννηδες , θυμούνται τα παλιά, τα ωραία παιδικά τους χρόνια και δίδουν την  αγάπη όπως εκείνοι.
3.4.2020

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου