Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2020

 

                                                ΤΑ  ΚΑΛΑΝΤΑ

 

Με το φώτισμα ξεκινήσαμε οι τρείς μας, ο Σωτήρης, ο Γιώργης κι εγώ. Θα λέγαμε πρώτα τα κάλαντα στην απάνου γειτονιά και ύστερα στο κέντρο του χωριού και περιμετρικά.

__Μπάρμπα να τα ειπούμε;

__Πέστε τα, αλλά τι να σας δώσω που δεν έχω δεκάρα τσακιστή!

__Ότι έχεις μπάρμπα δώσε μας. Να κάνουμε το ξεκίνημα θέλουμε. Έτσι ξεκινήσαμε  οι τρείς μας να τα λέμε:  Καλή ημέρα άρχοντες , αν είναι ορισμός σας Χριστού την θεία γέννηση να μπώ στ αρχοντικό σας…

__Φτάνει φώναξε ο μπάρμπα Αγγελής. Δεν έχω λεφτά για τον κόπο σας. Να! Πάρτε το πορτοκάλι και άστε στο καλό.

__Καλό προφαντό είναι, είπε ο Γιώργος, έφερε και μένα ο πατέρας μου χτες από το Αίγιο. Σε μένα το έδωσε και έπεσε ο κλήρος να το κρατάω στα χέρια μου, γιατί δεν χώραγε στις τσέπες μου.

  Ύστερα χτυπήσαμε το σπίτι της κυρά Διαμάντως και της τα είπαμε. Εκείνη έφερε δυο αυγά. Αν θέλαμε και το τρίτο, μας είπε,  να περάσουμε το μεσημέρι να το πάρουμε. Άκουσε μια κότα που κορκολογιόταν, για να πάρουμε ο κάθε ένας, από ένα και  να τα πάμε στο μαγαζί να πάρουμε ότι θέλαμε.

Περάσαμε από πολλές πόρτες και πήραμε πενηνταράκια , με τον Βασιλιά Παύλο από την μια τους όψη και είχαμε χορτάσει από κουραμπιέδες και δίπλες. Φτάσαμε και στο σπίτι της  Θανάσαινας,  ανύπανδρης και παράξενης να την πειράξουμε .  Εκείνη ήθελε το πορτοκάλι και μιας και δεν της το δίναμε  άρπαξε την μαγκούρα και μας φοβέριζε.

Ύστερα κατηφορίσαμε τον δρόμο για την κάτω γειτονιά. Εκεί ήταν το σπίτι του νουνού του Γιώργη. Εκείνος άκουσε τα κάλαντα με την μεγάλη του κόρη την Δήμητρα  και έβγαλε δυο δρχ. Αυτός  τις έδωσε εις τον βαφτισιμιό του  και σε μας έφερε η κόρη του μια χούφτα καρύδια με σταφίδες και τσαπελόσυκα.  Ο Γιώργος δεν έβαλε το δίφραγκο στην τσέπη που ήταν το κοινό ταμείο. Και δεν συμφωνούσε να το μεταφέρει, ισχυριζόμενος πως αυτό ήταν έξτρα, μόνο για τον ίδιον.

Είπαμε με τον Σωτήρη, πως θα τον πείθαμε, στο τέλος να το βάλει σε κοινή μοιρασιά το δίφραγκο.

Εμείς είμαστε και καλλίφωνοι , σε σχέση με τον Γιώργη και η πλειοψηφία της παρέας. Αυτό μόνο έπρεπε να λάβει υπ όψιν  του και να συμμορφωθεί. 

Ήταν και άλλα παιδιά, μεγαλύτερα από μας  που διάλεγαν τα σπίτια και έλεγαν τα κάλαντα. Αν κάποιος δεν τους έδινε δραχμή τουλάχιστον για τον κόπο τους,  τους φοβέριζαν με το δίστηλο που έλεγαν μεγαλόφωνος δύο και τρείς φορές:

                                Σε τούτο σπίτι πού  ήρθαμε

                                 Η  πέτρα να ραΐσει

                                  Και ο νοικοκύρης του σπιτιού

                                  Λίγους χρόνους να ζήσει .

Ξινό βγήκε σε ένα ζευγάρι, που είχε μανταλώσει το σπίτι και δεν δέχονταν να τους πουν τα κάλαντα, με την πρόφαση, πως άλλα παιδιά τα είχαν λίγο πριν ειπεί.

Έπιασαν δυο κότες , τις κρέμασαν στην μυγδαλιά  κατουκέφαλα  και εκείνες άρχισαν φοβισμένες να σκούζουν. Γέλαγαν όλοι οι γείτονες με το πάθημα και η γυναίκα έγινε υστερική  φωνάζοντας πως θα φέρει την Αστυνομία αν οι κότες της πάθουν κάτι.

Την έπαθε για μια δραχμή η τσιγκούνα έλεγε ο Σωτήρης, σαν άκουσε το κακάρισμα και η άλλη παρέα να φεύγει διασκεδάζοντας.

Συνεχίσαμε την πορεία μας σε άλλους χωριανούς.  Οι αυλές γέμιζαν κόσμο. Είχε πάρει η ημέρα παντού, ο ουρανός ελαφρά συννεφιασμένος με τον ήλιο να γελάει ώρες ώρες.

Καπνοί πολλοί ανέβαιναν στον ουρανό. Πολλοί ετοίμαζαν μεγάλες φωτιές , έβαζαν τα λεβέτια επάνω για να κάνουν καυτό νερό να μαδήσουν τα γουρούνια. Ήταν ημέρα που έσφαζαν οι περισσότεροι τα γουρούνια. Παντού ακούγονταν σκουξίματα και ευχές καλοφάγωτο χρόνια πολλά..

Στου μπάρμπα Αντρέα ήταν εφτά σφάχτες με κάτι μαχαίρες που έλαμπαν στα ζωνάρια και στα χέρια τους. Στην φωτιά κάτω από το λεβέτι που είχε κάρβουνα, είχαν ρίξει το συκώτι  και μοσχοβόλαγε ο τόπος κρέας και ρίγανη .

Ευτυχώς μας δώσανε από έναν μεζέ και φάγαμε, εισπράξαμε και πενηνταράκια και φώναξε ο μπάρμπα Νίκος  την σπιτονοικοκυρά να φέρει ποτήρια να πιούμε κρασί. Εκείνη δεν τον άκουσε, μας είπε να περιμένουμε να φέρει δίπλες.

Εμείς δεν κάτσαμε είχαμε πολλά σπίτια να περάσουμε, της μοδίστρας της Βγένως , του Φλεβάρη, του Λάμπρου και του Ξούρια.

Η Βγένω σαν της τα είπαμε, έφερε δύο  κυδώνια και καρύδια με σταφίδες.  ‘Ήταν δική μου συγγενής και μου έβαλε στην τσέπη ένα δίφραγκο. Το είδε ο Γιώργης και το ζήτησε να μπει στο κοινό ταμείο. Εγώ δέχτηκα αν έβαζε και εκείνος το δικό του στην άλλη τσέπη.  Έτσι έβαλε κι εκείνος το δίφραγκο της άλλης τσέπης  και έγινε συμφωνία ταμίας να γίνει ο Σωτήρης.

Περάσαμε από ένα φτωχόσπιτο και η γυναίκα που φόραγε μαύρα δεν είχα να μας δώσει κάτι. Ο Σωτήρης  ήξερε το σπίτι πως δεν είχε πατέρα και συμφωνήσαμε να δώσουμε το πορτοκάλι και  τα δύο κυδώνια, με ένα δίφραγκο για τα δυο μικρά κοριτσάκια της.

Ήταν μεσημέρι και τα γουρούνια ακούγονταν στις γειτονιές ακόμη να φωνάζουν, εμείς καθίσαμε στα τουράκια της εκκλησίας και χωρίς μάλωμα μοιράσαμε, πρώτα τις δραχμές.  Από δώδεκα δρχ. πήραμε εγώ και ο Σωτήρης και δωδεκάμισι ο Γιώργης.  Χωρίσαμε και τα καρύδια με τα μύγδαλα και τις σταφίδες στα τρία και τα βάλαμε στις τσέπες.

Έτσι χωρίσαμε και πηγαίναμε σπίτια μας τρώγοντας.

Β.Χ  26\12\2020

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου