Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2020

 

                  ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΟΡΜΗΝΙΕΣ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΜΟΥ

Προσπαθώ να θυμηθώ σαν την σημερινή ημέρα, πριν 63 ακριβώς χρόνια το 1957.

Μελανιασμένος ο ουρανός από τα άγρια σύννεφα και ο άγριος βοριάς, περόνιαζε τα κόκκαλα, μέχρι το μεδούλι. Κρύο, χιόνια, βροχές με κοκοσιάλια , στραβοί της πείνας οι περισσότεροι και μπόλικη ξυπολησιά ήταν το  καθημερινό σκηνικό.

Οι τσοπάνηδες τυλιγμένοι με ότι πανοφόρια είχαν μαζί τους και με τριμμένα ρούχα, έβγαζαν τα πρόβατα σε κανένα απαγκερό χωράφι, να αρπάξει το στόμα τους κάτι να μην ψοφήσουν της πείνας.  

Δεν ήταν μόνο το τσουχτερέ κρύο , ήταν και το βάσανο, που είχε η μάνα μου τέσσερα χρόνια κατάκοιτη στο κρεβάτι του πόνου.

Κείνη την μέρα πόναγε ανυπόφορα.  Το έβλεπα μέσα στα μάτια της, στις συσπάσεις του προσώπου της, στις άναρθρες κραυγές και στην επίκληση προς την Παναγία. Μαζεύτηκα κοντά της φοβισμένος μα και πολύ στενοχωρημένος και κείνη, η καρδιά της σφιγμένη, λυγισμένη, αφημένη στον ανείπωτο πόνο και με τα μάτια δακρυσμένα

__Σώπω, σώπα μάνα μην κλαίς ; Θα περάσεις. Θα το δεις. Θα φέρω και  ελιές να φας  που μου ζήτησες από τον μπακάλη να αλμυρίσει το στόμα σου.

Είδα τα πράγματα άσχημα, βγήκα έξω, από το σπίτι και έκλαψα. Όχι πολύ, έπρεπε να τελειώσω την αποστολή μου, να φέρω  της ελιές. Σύμπησα την φωτιά πήγα στο μπακάλη και σε λίγο γύρισα. Έφαγε δύο ή τρείς ελιές με λίγο ψωμί, με κοίταξε με αγάπη πολύ, με ευχαρίστησε. Ήταν το τελευταίο μου δώρο  που της πρόσφερα. Ήταν μεσημέρι.

Στις επικλήσεις  της, την κοίταξα χαμογελαστά, όχι γιατί είχα διάθεση, αλλά να της δημιουργήσω ευχάριστο κλίμα και να της δώσω κουράγιο, πως όλα πηγαίνουν καλά.

Την πλησίασα στο νεύμα της κι εκείνη ήρθε όσο μπορούσε προς το μέρος μου και με φίλησε τρυφερά στο ένα μου μάγουλο. Στο άλλο δεν μπορούσε μια ο πόνος και μια η θέση της πάνω στο κρεβάτι ,ήταν δύσκολα.  Μέχρι τώρα με λείπει αυτό το φιλή.

__Μην γελάς μου είπε σοβαρά . Τα μάτια της ήταν θολωμένα και γεμάτα καυτά δάκρυα. Εγώ σήμερα  θα φύγω!!

Τελευταίες μέρες το είχε ξανά ειπεί, δύο τρείς φορές . Μα εγώ δεν την πίστευα. Ο λόγος της όμως πιστικός αυτή την φορά δεν μου έμενε αμφιβολία. Προσποιούμενος πως έχω δουλειά έβγαινα έξω και έκλαιγα, Το είχα πιστέψει πως χάνω την μάνα μου. Σήμερα θέλω να κουβεντιάσω μαζί σου . Μου είπε.

__Λέγε μου μάνα τι θέλεις να μου πεις;

__Στο είπα σήμερα θα φύγω!

__Μην λες κουταμάρες μάνα. Άκου θα φύγει σκεπτόμουν .

__Άκουσε Βαγγελάκο μου. Θέλω από σένα , να είσαι καλό παιδί και να ακούς τον πατέρα σου. Να διαβάζεις και να τελειώσεις το σχολείο. Τις μικρές τσιούπες να μην της βαράς να τις προσέχεις και να είσαι ο προστάτης τους. Να τις αγαπάς  και να τις βοηθάς. Όταν πηγαίνουν κάπου, να μην τις αφήνεις μόνες τους, ούτε με συγγενείς. Ο κόσμος είναι κακός. Γινόταν τακτικά διακοπή. Καθώς λαμπίριζε η φωτιά τα δάκρυα στα μάτια μου σχημάτιζαν ακτίνες με τις φλόγες της.

 Ο έρμος ο πόνος, την περόνιαζε και κοβόταν η αναπνοή της. Μου είπε και άλλα κατά διαστήματα, μα τώρα επέμενε να αντικαταστήσω τον πατέρα στα πρόβατα, να τα ειπεί  για μια φορά ακόμη και σε κείνον.

Αχ! Δεν θα ιδώ τα παιδάκια μου, που λείπουν στα ξένα και φώναζε τα ονόματά τους. 

Θεέ μου, που να πάω με τέτοιον καιρό, έλεγα μέσα μου, καθώς βράδιαζε και ο πατέρας σε λίγο ήρθε με τα πρόβατα να βελάζουν για τα παιδιά  τους  και η δική μου μάνα θα άφηνε τια δικά της ορφανά.  Ο πατέρας κι εκείνος στενοχωρημένος και απογοητευμένος άκουσε τις δικές του ορμήνιες . Δεν ξέρω πόσες. Κείνο το βράδυ ήρθε αρκετός κόσμος στο σπίτι και μας έδινε δύναμη και κουράγιο.

Η μάνα μου έφυγε όρθια , αφήνοντας ορμήνιες , παρακαταθήκες και αβάσταχτο πόνο.

                                      Από τότε

Κόπηκαν τα παιδικά όνειρα και σαν νιός και σαν γέρος μάνα φωνάζω σε κάθε μέρος.

 

ΒΧ  19\12\2020

 Σ α ν   σ ή μ ε ρ α

Έφυγες και αισθάνομαι ακόμη το ευεργετικό το χάδι με το χέρι σου ,στο κεφάλι μου.

 Ακούω τις ορμήνιες  σου στα αυτιά μου που μου έλεγες: "Να αγαπάς τους ανθρώπους. Όλοι είναι καλοί σαν είσαι και συ καλός". Θυμάμαι όλα ήταν όμορφα κοντά σου, και την ημέρα και τα βράδια και το χειμώνα και το φθινόπωρο και στις γιορτές και στις λύπες.

Χαμογελούσες και στο χαμόγελό σου ζωγραφιζόταν η έγνοια και η αγάπη σου για όλους μας. Τότε γιόρταζε όλο το σπίτι και αντηχούσε το χαρούμενο γέλιο. Κανείς δεν περίμενε πως θα έφευγες τόσο γρήγορα.

Σήμερα έφερα στο νου μου το κουρασμένο βλέμμα σου το θλιμμένο χαμόγελο στο χλωμό πρόσωπό σου που έχει μείνει σφραγίδα πόνου στην ψυχή μου και ας έχουν περάσει 60 χρόνια ακριβώς από τότε που έφυγες.

Η αγάπη μας είναι κοντά σου......

1 σχόλιο:

  1. Μου επιτρεψεις να κλαψω Βαγγελη και για τη δικια μου που δεν αποχαιρετησα οπως εσυ

    ΑπάντησηΔιαγραφή