Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2019

ΑΠΟ ΓΛΑΝΙΤΣΙΑ ΣΤΗΝ ΣΤΡΕΖΟΒΑ

                                                                             Του Βαγγέλη Κ, Χριστοπούλου
Άλλοι προσπαθούν να πάνε σε σημαντικές χώρες και πόλεις, με σημαντικούς ανθρώπους,  ιστορία και μνημεία, καταγράφοντας στην μνήμη τους τον θαυμασμό για την τέχνη και την ομορφιά του τόπου.Σε μένα αντίθετα εναρμονίζεται η ψυχή μου με την αναζήτηση,  στα σπίτια, τα σοκάκια, τις εκκλησιές, τον Αι Μάμα, το Μοναστήρι και τον ουρανό που γειτονεύει με τα καμπαναριά και τις ψηλές καμινάδες των σπιτιών της Στρέζοβας.
Προπάντων όμως , γαληνεύει με τους πράους,  σεμνούς,  λιγόλογους και υπερήφανους ανθρώπους της. Για μια ακόμη φορά έκανα την επίσκεψή μου στην Στρέζοβα!

Υποτονική και στενόχωρη η επίσκεψη από την απουσία πολλών και γνώριμων ανθρώπων. Φονικό και θανατηφόρο όπλο υπήρξε όπως και σε όλα τα χωριά μας η αστυφιλία.

Έφυγε ο κόσμος που ξέραμε και αυτόν που δεν ξέραμε και η καρδιά μας δεμένη με τα περασμένα, πιέζεται, θρηνεί και οδύρεται. Ποιος μπορεί να μείνει αμέτοχος με τόσο μεγάλο κακό. Μόνο η φαντασία μπορεί να πλάσει, έναν καινούργιο κόσμο. Οι άνθρωποί της με τις αρετές και τις κακίες τους, με την περηφάνια και το πείσμα τους, με την αντοχή και την κούραση τους, με την καλοσύνη και την πραότητά τους έγιναν  συμπαθείς και αξίζουν την επίσκεψή μας.

Δύο Δεκέμβρη παραμένει χεινοπωριάτικος γλυκός  καιρός που επισκέπτομαι την Στρέζοβα. Αγνάντια από την Γλανιτσιά  βλέπεις ψηλές κορφές και ανάμεσά τους ο φιδίσιος δρόμος, γυαλίζει από την λεπτή πάχνη που έχει καθίσει επάνω του. Ο ουρανός είναι γεμάτος στάσιμα σύννεφα.


Κατηφορίζοντας τις πλαγιές του Μαινάλου φτάνω στην άδεια λίμνη του Λάδωνα. Ο κάμπος  πρασινωπός από τις βροχές προσπαθεί να ντυθεί . Σε λίγο όμως θα τον σκεπάσει και πάλι το νερό. Χαιρετώ το παλιό γεφύρι της Κυράς πάνω από την καινούργια μεγάλη γέφυρα. Φτάνω στο καλύβι του Γιόβα  80 – 100 αρνιά στον αυλόγυρό του ανεβάζουν τις φωνές τους στον ουρανό . Άλλη εικόνα στην Πουρναριά πάνω και γύρω από πανύψηλες καρυδιές ακούγονται κραξίματα και με απλωμένες φτερούγες πετούν κοράκια.
Στολισμένη η μικρή πλατειούλα με ψεύτικα δεντράκια και λαμπιόνια. Στην άκρη του δρόμου μια γριούλα περπατά στην άκρη του δρόμου σκυφτή και αμέριμνη. Ο δρόμος είναι όλο στροφές μέχρι την Στρέζοβα στην πλαγιά του Αφροδισίου όρους.  Αριστερά ο πανύψηλος  όχθος  του δρόμου με καφεκόκκινο πέτρωμα δίνει μια άλλη αίσθηση στα μάτια, μέχρι που συναντούμε  μάντρα με τα οικοδομικά υλικά και πιο πέρα η ταμπέλα  « καλώς ήρθατε στην Δάφνη».  Συναντάς όμορφα σπίτια, ψηλά, νέας κατασκευής χαίρεσαι που τα βλέπεις. Η πλατεία είναι το ομορφότερο σημείο αναφοράς για την Στρέζοβα, με την πέτρα να κυριαρχεί σε σπίτια, οικοδομές λιθόστρωτους δρόμους, ψηλούς τείχους. Εδώ είναι οι καφετέριες τα καταστήματα και το εμπορικό κέντρο της παλιάς  και τωρινής  κωμόπολης.
Εδώ κι εκεί βλέπεις κανέναν άνθρωπο παρ’ όλον ότι ή ώρα είναι ένδεκα. Μια σιωπή αχρωμάτιστη, δυσάρεστη και το ανθρώπινο αφτί δεν ακούει σχεδόν τίποτε.
Αυτή είναι η Στρέζοβα είπα ξαφνιασμένος  και ανατρίχιασα που άλλοτε την είχα γνωρίσει με ουρανομήκης φωνές, κίνηση, πόρτες ανοιχτές με κόσμο  στα μαγαζιά της.
Τράβηξα απ ευθείας για το σπίτι της ξαδέρφης μου της Ντίνας , απέναντι από το Νοσοκομείο. Άνοιξα την μουσκεμένη σιδερένια καγκελόπορτα  , μπήκα στον διάδρομο προς την αυλή της, φωνάζοντας το όνομά της.
__ Εδώ είμαι! Απλοήθηκε και καθώς ανταμωθήκαμε κοντά στον φούρνο, φωτίστηκε το πρόσωπό της από χαρά και φιληθήκαμε εγκάρδια και αδερφικά.



Είχε καλή φωτιά στο τζάκι, έβαλε και άλλα ξύλα και ζέστανε τον χώρο σαν τις καρδιές μας. Τρείς ώρες λέγαμε για όλα τα παλιά, τους ανθρώπους, τα σπίτια και την ορφάνια της Στρέζοβας από ανθρώπους.

__Πάνε κείνα που ξέραμε, ερήμωσε το χωριό και οι αυλές γέμισαν δέντρα  που κρύβουν τα σπίτια, μου είπε.

__Γείτονες έχεις;

__Τι κάνω που δεν έχω, απάντησε και κούνησε το κεφάλι της.  Μόνο που η γειτόνισσά μου κινείται με το πι κι εγώ με δυο μαγκούρες. Ο ήλιος ας ήταν κρυμμένος στα σύννεφα γύριζε γρήγορα προς την δύση.
Αποχαιρετιστήκαμε  με την προϋπόθεση να τα λέμε στο τηλέφωνο και να ξανασυναντηθούμε. Έπρεπε να πάω στο πάνω χωριό στην ενορία του Αγίου Χαραλάμπους παλιά γειτονιά μου από τα γυμνασιακά μου χρόνια.  Δεν βρήκα κανέναν γνωστό, ούτε συνάντησα άνθρωπο στην γειτονιά. Λίγες παιδικές φωνές άκουσα σε δυο σπίτια.  Έκανα δυο βόλτες στα καλντερίμια, έκοψα δυο τσετσέκια από τον κήπο της παλιάς γειτόνισσας της Λούλας, έβγαλα μερικές φωτογραφίες και κατευθύνθηκα στο πίσω μέρος του νεκροταφείου προς το σπίτι του Δαλιάνη να αγναντέψω.
Μια δεύτερη είσοδο στο νεκροταφείο με οδήγησε στο κάτω μέρος του. Σε έναν διάδρομο διάβασα μερικά  ονόματα και καθώς προχωρούσα ήταν γραμμένο σε μαρμάρινη πλάκα το όνομα «ΣΚΟΥΤΕΡΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ» που ήταν πρωτοξάδερφος. Αποζημιώθηκα έστω και έτσι που τον είδα και τον χαιρέτησα!!
Με ευλάβεια και αγάπη κατέθεσα  τα τσετσέκια στο μνήμα του κάθισα λίγο σκεπτικός και ύστερα γύρισα τον γνωστό δρόμο για την πλατεία.
Μόλις ο σύλλογος Δαφναίων είχε στολίσει το Χριστουγεννιάτικο δέντρο. Έπινα καφέ που με σύστησαν με τον Πρόεδρο του συλλόγου κ. Κοροντζή. Έπρεπε να φύγω.  Όμως κάτι μου έλλειπε. Ήθελα να περπατήσω από την πλατεία προς τον Άγιο Παντελεήμονα να θυμηθώ τα παλιά. Το αποφάσισα!
Με αργό σίγουρο βάδισμα σεργιανίζω στο καλντερίμι με τις πέντε αισθήσεις , βλέποντας τα πέτρινα χτίρια, το φιδίσιο δρόμο, τα μπαλκόνια με τις μπαλκονόπορτες  και τα φαρδιά παραθύρια. Τα μάτια χαίρονται, τ’ αφτιά αφουγκράζονται , μα η ψυχή δεν ευφραίνεται, αγανακτεί και η φωνή μένει βουβή, κανένας θόρυβος, καμιά παρουσία ανθρώπου δεν φαίνεται, να δώσεις έναν χαιρετισμό και να ρωτήσεις κάτι.
Άλλοτε στα μαθητικά χρόνια η ζωή εκεί είχε άλλο ρυθμό, υπήρχε κοινωνική ζωή, επαφή των ανθρώπων, κουβέντες, κλάματα μικρών. Κοντοστέκομαι κάθε λίγο και βγάζω φωτογραφίες στα πέτρινα σπίτια που λείπουν οι άρχοντες ιδιοκτήτες τους. Δεν ξέρω κανέναν ιδιοκτήτη αυτών των σπιτιών.
Ένα αρχοντικό χτισμένο πάνω σε εμφανή συμπαγή βράχο , κρατιέται στέρεα και ο ένας του τείχος είναι στολισμένος με πρασινάδα. Ο ομορφότερος ίσως δρόμος έγινε αφιλόξενος, με γκρίζες εικόνες , με κλειστά πατζούρια και το σκοτάδι της νύχτας να σε φοβίζει.
Και τι έγιναν οι άνθρωποί της, έρχεται αβίαστα η ερώτηση! Τα ζωντανά τους, τα μουλάρια, οι κατσίκες, οι κότες, τα γουρούνια, τώρα που έρχονται και Χριστούγεννα, να τα σφάξουν και να περάσουν τις γιορτές χαρούμενα.
Έφυγαν στα ξένα, άλλοι χάθηκαν στην απεραντοσύνη του κόσμου, άλλοι γέρασαν και πέθαναν και άλλοι γυρίζουν για λίγο προσκυνητές σαν τα χέλια ,στον τόπο που γεννήθηκαν. Και κείνα τα χωράφια, τ’ αμπέλια, οι μύλοι, έρημα έγιναν, η γη φτώχυνε και αναστενάζει.
Κατεβαίνοντας στα δεξιά του δρόμου, σε κάποια σπίτια βλέπεις τις σκεπές πεσμένες. Καταστράφηκαν από τους καιρούς και τα χρόνια, από το ανεμόβροχο και τους αέρηδες. Φαίνονται τα σωθικά τους  « κέραμοι, πέτρες και ξύλα ειρημένα».    Τα τείχη στέκονται έρημα, μουγκά αλλά καλόχτιστα με τις πελεκητές κατακόρυφες πέτρινες γωνίες.  Σταμάταγα εδώ κι εκεί , καμάρωνα τον εξωτερικό χώρο, την ομοιοχρωμία των σπιτιών που ήταν νότες ομορφιάς, πρόσχαρες και γλυκειές,
Όλα τα σπίτια έχουν αρμονικές διαστάσεις, είναι όμως ερμητικά κλειστά για  να δούμε και τον εσωτερικό χώρο.
Μια πολιτεία μελαγχολική, χωρίς φωνή, μεταμορφώνεται αργά και σιωπηλά σε έρημο.
Φτάνω κατηφορίζοντας σε ένα πηγάδι που ξεδίψαγε ανθρώπους και χρησιμοποιούσαν το νερό για τις ανάγκες τους. Καθώς το νερό της βροχής προηγούμενων ημερών έτρεχε στον  λιθόκτιστο κατηφορικό δρόμο,   έλαμπε από καθαριότητα.
Λίγο πριν φτάσω στον Άγιο Παντελεήμονα η φωτογραφική μηχανή με πρόδωσε. Είχε πέσει το σκοτάδι. Μια κουκουβάγια από την σκεπή ενός ψηλού σπιτιού ακούστηκε παραπονεμένα.  Είδα για λίγο το πετρόχτιστο σύνολο του Αγίου Παντελεήμονα, άκουσα αριστερά του το κελάρυσμα νερού από την παλιά βρύση και πισωγύρισα για την πλατεία.
Όλο κι όλο σε ένα μικρό σπίτι είδα φωτισμό, τρείς μεγάλες πορτοκαλή κολοκύθες στην αυλή του και  άκουσα συζήτηση. 
Είδα το καινούργιο μαγαζί του Μπουσιούτη με μια κοπέλα να παίζει στην είσοδο του με το κινητό και στο καφενείο της Ανανιάδου  πέντε έξ πελάτες.  Τα μάτια μου κουρασμένα, καταπονημένος τράβηξα για το αυτοκίνητό μου, για την επιστροφή στην Γλανιτσιά, προβληματισμένος.

Είναι ένας τόπος που μας  καλεί να επιστρέψουμε, τουλάχιστον τώρα που είναι γιορτές . Τι λέτε;

Βαγγέλης Χριστόπουλος

1 σχόλιο:

  1. Επος πτερωον στων καιρων την τοση σκοτοδινη εκεινο το γνωστο.[[συν Αθηνα και χειραν κινει]]φταιει αραγε το χερι μας η φταιει η Αθηνα που μενουνε τα εργα μας παντα κολοβα,που οτι και να χτισουμε γκρεμιζεται ξανα,και που μας ερχονταιο ολα ατσαλα και ζερβα,.Παντως οτι κακο συμβει οτι στραβο κι αν γινει εμεις θα λεμε παντα πως φταιν΄οι ξενοι,εκεινοι που δεν καταλαβαν ποτε τι ειναι ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ...
    ,

    ΑπάντησηΔιαγραφή