Ο ΛΕΩΝΙΔΑΣ
Του
Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου
Μη φανταστείτε πως αναφέρουμε στον Λεωνίδα της Σπάρτης με τους τριακόσιους του. Αλλά στον δικό μας Λεωνίδα Μιχαλόπουλο τον Γλανιτσιώτη, που με το φορτηγό του μετέφερε εμπορεύματα. Φόρτωνε και ξεφόρτωνε με τα καλογυμνασμένα μπράτσα του, που γυάλιζαν, δυνάμωναν και ήταν όλο ευρωστία και τα παρέδιδε στους πελάτες του. Οι παλιοί θυμούνται τον Λεωνίδα του Καπέτα, που έδινε ζωή και χρώμα, ανατάραζε τα λιμνάζοντα νερά στα χωριά, εκείνης της εποχής. Με τις μεταφορές προϊόντων και εμπορευμάτων από την Τρίπολη σε πολλά χωριά της άγονης Γορτυνίας με το φορτηγό αυτοκίνητο. Ήταν ένας πανέξυπνος άνθρωπος, αυθόρμητος, χαρούμενος , με καταπληκτική μνήμη αλλά και σπουδαία καρδιά. Σαν έπιανε το τιμόνι του αυτοκινήτου, δούλευε ακούραστα νυχθημερόν. Ήταν μέτριου αναστήματος, μαυριδερός από τον ήλιο, άνθρωπος με πολύ νεύρο και δύναμη και πάντα ευγενής. Εξυπηρετούσε πάνω από δέκα χωριά κάθε ημέρα και έκανε την διαδρομή Μυγδαλιά Τρίπολη και το αντίθετο. Πάντα είχε να πει έναν καλό λόγο και ένα αστείο με κείνο το πλατύ και καλοσυνάτο χαμόγελο, κάθε φορά που μας αντάμωνε. Οδηγούσε με μεγάλη προσοχή το φορτηγό με όλες τις καιρικές συνθήκες. ‘Ήταν χειμώνας. Σαν έφτασε προς το απόγευμα σε ένα από τα πρώτα χωριά της διαδρομής του, από Τρίπολη –Μυγδαλιά. Ο καιρός ήταν έτοιμος για βροχή. Οι άνθρωποι περίμεναν να πάρουν τα εμπορεύματα που είχαν παραγγείλει από πριν. Μεγάλες σταγόνες πέφτανε σαν βέλη και χτυπούσαν τις στέγες των σπιτιών, τον χωμάτινο δρόμο και το σκέπαστρο του φορτηγού. ‘Όλο και γινόταν πιο πυκνή η βροχή και έπεφτε με πάταγο. Ο Λεωνίδας βλέποντας να συνεχίζει η βροχή, με γρήγορα βήματα ήρθε στο καφενείο, εισέπραξε τα μεταφορικά και έπινε καθώς τον περίμεναν και κεράσματα. Κατέβασε δυο τρία τσίπουρα, χαιρετώντας αναρίθμητους φίλους του. Τα νερά ποτάμια στους δρόμους, μα σαν σταμάτησε η βροχή, τα παρέδωσε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, γιατί είχε δρόμο μπροστά του.
Ήταν προσεκτικός στην
οδήγηση, τα μάτια του τα είχε δεκατέσσερα. Από τους καθρέφτες έβλεπε τα
πάντα. Τα μάτια του πήγαιναν στα
μπαλκόνια για τις κοπέλες, τις αυλές των σπιτιών, τους δρόμους, παντού. Ήταν η
χαρά του με τις κοπέλες και το έδειχνε, με ένα πλατύ χαμόγελο και τις χαιρέταγε με την κόρνα του αυτοκινήτου.
Οι δρόμοι χωματόδρομοι,
γεμάτοι λακκούβες, πέτρες, με κλήσεις από την μια πλευρά η από την άλλη, έγερνε
και ο ίδιος καθώς οδηγούσε. Η εικόνα της
Παναγίας κρεμασμένη στο ταμπλό τον φίλαγε
από κάθε κακό. Καθώς οδηγούσε ο
μπουχός, συννέφιαζε τον ουρανό. Το αυτοκίνητο στις ανηφόρες μούγκριζε σαν άγριο θηρίο και η κάπνα από την
εξάτμιση και το καυσαέριο, μύριζε για πολύ ώρα. Πώς να οδηγήσει σωστά, σε δυο
μέτρα πλάτος κακοτράχαλο δρόμο, με λάστιχα παλιά και φθαρμένα. Στο μυαλό του
είχε χίλιες δυο σκοτούρες με τις παραγγελίες και τα χρήματα που έπρεπε να
εισπράξει, τους λογαριασμούς που έκανε αν ήταν σωστοί και πολλά άλλα. Που να τα
θυμάται όλα. Οι άνθρωποι στα χωριά ήταν,
όλοι φίλοι του και ο κάθε ένας παράγγελνε ότι ήθελε. Φάρμακα, τσιμέντα ,
σανίδια, σίδερα, αλεύρια έστελναν παραγγελίες, γράμματα, μηνύματα, την μάνα
τους και τον πατέρα τους.
Στους στενούς του φίλους,
που ήταν ανύπαντροι, τους φώναζε από μακριά πως δεν βρήκε την κοπέλα να τους
φέρει, που του παρήγγειλαν και γέλαγαν μικροί μεγάλοι.
Στο επόμενο χωριό που έφθανε δεν άλλαζε τίποτε. Άλλοι άνθρωποι,
νέες συναλλαγές, άλλος καφετζής. Εδώ στο καφενείο που έμπαινε μέσα, με το πρώτο
τσίπουρο του έφερναν κάτι να βάλει στο στόμα του. Μια ελιά, ένα σβόλο τυρί,
λίγο ψωμί… Καλοχαιρέταγε με το τελευταίο
τσίπουρο και ξεκίναγε με αισιοδοξία και κέφι για το άλλο χωριό.
Εδώ βιαζόταν, τελείωνε η
ημέρα και είχε δουλειά. Πολλά χωριά είχε ακόμη μπροστά του. Στο πόδι και
ορθός, έπινε από ένα τσίπουρο , χαιρέταγε και έφευγε.
Οδηγούσε και το πόδι του
ήταν πάντα έτοιμο για το φρένο και τα μάτια του πάνω κάτω δεν έβρισκαν ησυχία
πουθενά. Πόσο χρήσιμες ήταν οι στάσεις στα χωριά. Χόρταινε ποτό, κάτι έτρωγε
κιόλας.
Ήξεραν οι άνθρωποι, πόσο καλός ήταν και του ζητούσαν, φίλοι
γνωστοί, ξένοι, να τους μεταφέρει από το ένα χωριό στο άλλο. Εκείνος δεν έλεγε όχι. Αρκεί να υπήρχε λίγος
χώρος στην θέση του συνοδηγού. Διέθετε ακόμη και από τον δικό του χώρο.
Καθώς άρχιζε ψιλόβροχο, οι
σταγόνες πέφτανε άτσαλα πάνω στο τζάμι, στριμωγμένοι όπως ήταν στο κάθισμα, δεν έβλεπε μπροστά του. Τα τζάμια θάμπωσαν και σε μια στροφή με το
φρενάρισμα ένας φίλος του έσπασε τα γυαλιά του στο παρμπρίζ, ένα
γρατζούνισμα στα φρύδια και λίγα αίματα
έτρεξαν. Ήταν καλός οδηγός καθομολογούμενος και ας σημάδεψε μια κολώνα της ΔΕΗ και έπεσε
πάνω σε έναν τοίχο.
Κάποια μέρα για να μην
σκοτώσει μια γάτα που ξεπετάχθηκε μπροστά του, με το απότομο φρενάρισμα,
έστριψε το τιμόνι δεξιά και την γλύτωσε.
Άλλη φορά με γέρο που βρέθηκε μπροστά του, στριγκλιές και
φωνές ακούστηκαν από το φρενάρισμα. Ο γέρος την γλύτωσε και ένας νεαρός πήδηξε
από μια φράχτη. Ευτυχώς έστριψε το τιμόνι δεξιά, οι ρόδες άκουσαν και βρήκε ξυστά το μπαλκόνι, και έκανε λίγες γρατζουνιές στο αυτοκίνητο. Από την
στενοχώρια του ήπιε ένα σφηνάκι και απαντούσε όταν τον ρωτούσαν πως έγινε.
« Δεν φταίω εγώ η μηχανή φταίει που δεν
σταμάτησε» απαντούσε.
Όταν είδε τον γέρο που
ήρθε να του ζητήσει συγνώμη, τον ρώτησε:
__Μπάρμπα πως είσαι;
Βαρέθηκες την ζωή σου;
__Καλά είμαι παιδάκι μου
είπε εκείνος, σ ευχαριστώ που με πρόσεξες.
__Να ξέρεις μπάρμπα από δω
και πέρα, από δω θα περνώ κάθε ημέρα να έρχεσαι να σε βλέπω.
Έτσι συνέχιζε τον δρόμο
του, με τις στάσεις στα χωριά, να παραδίδει παραγγελίες, να πίνει και από
κανένα τσιπουράκι. Έφθανε στην μεγάλη
στροφή , για να την περάσει έκανε όπισθεν κι εμπρός πολλές φορές. Ήταν εκεί και ένας βράχος πάνω στην μεγάλη στροφή του
Γλογοβίτικου ρέματος. Αυτός ο βράχος ήσυχος, ατάραχος σου μιλάει σαν να έχει
φωνή και ψυχή μέσα του. Είναι ένα ακριβό
πετράδι, έργο φτιαγμένο από το εργαστήρι της φύσης, γεμάτος ζωγραφιές. Όποιος
σταμάταγε εκεί αγνάντευε, το παλιό πέτρινο γεφύρι της ρεματιάς, τα ήρεμα
ή θολά νερά που βογκάνε. Αγνάντευε τους
ίσκιους των βουνών, την σκοτεινή χαράδρα, με τα’ ατέλειωτα βράχια και της
αετοφωλιές. Πάνω του ο μεγάλος Σταυρός με το εικονοστάσι που φέρνει τους
ανθρώπους κοντά στο Θεό….
Ύστερα πέρναγε από το
Κερπινιώτικο ρέμα, με τα θεόρατα βράχια
που γέμιζε ο δρόμος από δαύτα, όπως και σήμερα. Πέρναγε και το χωριό Κερπινή
και έφθανε μετά από πολλές πολλές ώρες, στο αγαπημένο του χωριό την Μυγδαλιά.
Τυλωμένος, χαρούμενος και ευτυχισμένος, για να περάσει στο σπίτι με την φαμελιά
του και το πρωί με τον Αυγερινό στον ουρανό, να ξεκινήσει το δρομολόγιο.
Αλήθεια πόσο όμορφα ήταν
κείνα τα χρόνια.
Ο Λεωνίδας είχε καλή ψυχή,
καθάρια σαν το νερό που κυλάει στο ρυάκι. Είχε αγαθά αισθήματα, ευσυνείδητος
και καλοσυνάτος με πολύ αγάπη για τον κόσμο των χωριών μας. Έκανε μια ωραία
οικογένεια με την Γιώτα, αυτή την τόσο νοικοκυρά, καλότροπη και καλή μάνα και
απέκτησαν τρία παιδιά μορφωμένα και αγαπητά στην κοινωνία. Ο σεβασμός ήταν μεγάλος στους μεγαλύτερους,
αλλά και στους μικρότερους, στους αδύνατους και στους φτωχούς, που βοηθούσε και
εξυπηρετούσε με όλη του την αγάπη. Ήταν
άριστος πατριώτης και ας τον έβαλα να πίνει λίγο παραπάνω χάριν
του κειμένου.
7.1.2025 Βαγγέλης Κ. Χριστόπουλος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου