Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2018

ΣΤΗ ΣΚΟΤΙΝΑ


                                                                 Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου



Οκτωβριάτικα,  σαν ξημέρωσε τραβήξαμε ο Αντρέας κι εγώ με το αυτοκίνητο του,  προς την πλευρά της Λίμνης του Λάδωνα για την Καρέκη. Είχα λιανίσει μια ξερή αχλαδιά και θα φορτώναμε τα καυσόξυλα. Χειμώνας θα ερχόταν. Κάναμε μια στάση στην Σκοτίνα. Τοπωνύμιο του χωριού, παλιά καλλιεργήσιμη έκταση. Στα σλάβικα  η λέξη σημαίνει , τόπος γεμάτος ζώα.  Από ψηλά φάνταζε ο μικρός λόφος με τα δέντρα, το πετρώδες έδαφος, τα πολλά επίπεδα από τις πεζούλες και τις μάντρες. Ήταν ευκαιρία, δεν ήταν μακριά από στο Δημόσιο δρόμο,  να απολαύσουμε το τοπίο.
Καθώς ανηφορίζαμε στον λόφο, στο έδαφος υπήρχε  λίγο ξερό χορτάρι, και στο βάθος  βλέπαμε θεόρατα δέντρα, σε μικρή απόσταση το ένα από το άλλο, με πελώριους κορμούς και κλαδιά. Στέκονται αγέρωχα εκατοντάδες χρόνια και άντεξαν στους φοβερούς αγέρηδες του χειμώνα.
Ενδιάμεσα ήταν φυτρωμένα πουρνάρια και αχλαδιές, και είχαν επάνω τους ακόμη τα φύλλα και λίγους κίτρινους καρπούς . Στα δέντρα ψηλά στα κλαδιά κόνευαν αγριοπούλια και στις σχισμές και στην χοντρές  όλο ρωγμές φλούδες τους, μπαινόβγαιναν στρατιές μερμηγκιών.
Έτσι άξαφνα ,καθώς ανηφορίζαμε, πετάχτηκαν από ένα δέντρο ένα γεράκι και πίσω του ακολουθούσαν δυο κίσσες σκούζοντας, σαν να ερωτοτροπούσαν. Περιπλανηθήκαμε κάμποση ώρα κάτω από τα υπέρ αιωνόβια  δέντρα και φτάσαμε σε μια γέρικη αχλαδιά γεμάτη ώριμα και γλυκά αχλάδια. Στον ίσκιο της ήταν παλιότερα μια στρούγκα που οι τσοπάνηδες άρμεγαν τα πρόβατά της. Ο κυκλικός πέτρινος  περίγυρός της ήταν ανέπαφος. Ολόγυρά  της ήταν  άλλα δέντρα  φυτρωμένα ,  σαν να φύλαγαν την ίδια και τον πολύτιμο καρπό της.
Σταθήκαμε πάνω από μισή ώρα εκεί γύρω και περιμέναμε ν’ ακούσουμε καμιά παλιά φωνή από τσοπάνη από σκυλί , από ζωντανό. Το μυαλό γύριζε στα περασμένα. Μια απέραντη ησυχία απλωνόταν  και καθώς περπατούσαμε νωχελικά γύρω από την στρούγκα, ένας λαγός πετάχτηκε μπροστά μας και μας έσκιαξε. Δεν χαρήκαμε την περπατησιά και την χάρη του, χάθηκε γρήγορα από τα μάτια μας. Δεν προλάβαμε να σηκώσουμε ούτε το ραβδί που το είχαμε για αποκούμπι και μας στύλωνε. Κουβεντιάζαμε πόσα πουλιά γεννηθήκανε στα κλαδιά τους, πόσες αλεπούδες, κουνάβια και κουκουβάγιες πέρασαν από τις κουφάλες τους .
Και κάτω από τον ίσκιο και τις ρίζες του πόσα φίδια  χελώνες και ζωύφια  σύρθηκαν να ξαποστάσουν και να βρουν την τροφή τους.

Εδώ σε αυτό το ύψωμα, κάτω από τα δέντρα κοιμόντουσαν οι άνθρωποι τα καλοκαίρια και τα γιδοπρόβατα  αναχάραζαν την τροφή τους. Τα μάτια μας έπεφταν γύρω γύρω, σε μάντρες, σε δέντρα, σε πεζούλες και  το μυαλό προσπαθούσε να βάλει τους ανθρώπους στο μέρος  που  κόνευαν , σε τραπέζια που έτρωγαν με πρωτόγονα μέσα και τρόπους. Εκεί που έπηζαν το τυρί και την μυτζήθρα.
Αναρωτιόμαστε μέσα μας για την ζωή τους, την δίψα και την πείνα τους,  τα ρούχα που φόραγαν, τα άγρια και σκληρά πρόσωπα τους,  με τις γενειάδες και τα μυστήρια που έκρυβαν μέσα τους.
Θυμηθήκαμε και μνημονεύσαμε τους τελευταίους γεροτσοπάνηδες και ύστερα σταματήσαμε να λέμε κάτι, σαν να περιμέναμε την παρουσία τους. 
Μέσα στην ησυχία, ακούσαμε έναν άγνωστο μεγάλο θόρυβο  από τα κλαδιά του μεγάλου δέντρου. Κάποιο πουλί αντελήφθη την παρουσία μας και  άνοιξε τα φτερά του να φύγει.  Κουνήθηκαν κλαδιά και  φύλλα και γρήγορα αλαφιασμένο χάθηκε, μαζί με τον θόρυβο.
Αγριοπερίστερο η ξεφτέρι θα ήταν  σκεφθήκαμε.

Έτσι μου ήρθε να βάλω φωνή μεγάλη που δεν έβλεπα ζωή. Και δεν άργησα. Φώναξα.
__Που είστε τσοπάνηδες: Που είστε ρ.ε.ε.ε.ε.  Σε λίγο χάθηκε ο απόηχος, χωρίς καμιά απάντηση από το δάσος,  με τα μεγάλα δέντρα. Ο Αντρέας με κοίταγε εκστατικός, συλλογισμένος και η συνάντηση των ματιών μας έφερε ένα χαμόγελο αμηχανίας και απογοήτευσης. Κούνησε το κεφάλι του λυπημένα για την κατάντια του τόπου.
Γρήγορα συνήλθαμε και πήγαμε κάτω από τους κορμούς άλλων και άλλων δέντρων και κοιτάγαμε τα μικρά φωτεινά ανοίγματα του γαλάζιου ουρανού.
Τα πάντα εδώ χαμογελούν και η χαρά ξεχύνεται από παντού.
Το θέαμα ήταν εξαίσιο μέσα στα μεγαλόπρεπα δέντρα του δάσους με  το κελάηδημα των πουλιών.  Πιο κάτω συναντήσαμε ένα χάλασμα. Είναι  το παλιό καλύβι του Τριάδη, μου είπε ο Αντρέας που ήξερε τον τόπο, από το όνομα του παλιού ιδιοκτήτη .
Περπατάγαμε μέσα στα χωράφια του Γιωργίλα, του Γούλα, του Αγγελάρα του Σαρρή.
Φέραμε την συζήτηση στους τσοπάνηδες που κοιμόντουσαν  με τις κοζίνες τους τα βράδια κοντά στα πρόβατα. Όταν σμίγανε διασκέδαζαν και χόρταιναν με τα καμώματα, τα αστεία, το φτηνό φαγοπότι και το παίξιμο της φλογέρας.
__Πως να την έβγαζαν εδώ οι κακόμοιροι, ρώταγα τον Αντρέα, για να φέρουμε περισσότερο στην μνήμη μας, αυτούς τους ανθρώπους.
_Να απάντησε εκείνος . Όταν έβρεχε είχαν την κάπα. Κάθονταν κάτω από τους κορμούς των δέντρων και το νερό δεν περίκοβε να βραχούν.
__Και τι τρώγανε τότε Αντρέα;
__Τίποτα δεν είχαν να φάνε. Έβγαζαν από το τράϊστο το κομμάτι την μπομπότα με λίγο τυρί και άρχιζαν σιγά σιγά να την τρώνε. Πρώτα την σάλιωναν στο στόμα, αρκετή ώρα ώσπου να μαλακώσει και ύστερα την κατάπιναν . Τις πολλές βολές έτριβαν στην καρδάρα γάλα. ‘Ήταν και βολές που έφερναν κλεφτά σφαχτά, μια προβατίνα η μια γίδα. Εδώ κάτω από τα δέντρα έμεναν κιόλας, τυροκομούσαν και ξεκαλοκαίριαζαν κοντά στα σφαχτά τους. Ο μεγάλος τέντζερης συχνά κόχλαζε, έβραζε το σφαχτό και μισοβρασμένο το ξεκοκάλιζαν.
Κι εγώ έριξα άθελά μου μια ματιά στο χώμα για να ιδώ  κόκκαλα!!  Τότε έπαιζε και η φλογέρα και το τραγούδι αντιλαλούσε στο βουνό.  Σταμάταγαν για λίγο και έλεγαν εντυπωσιακές ιστορίες, για να ξαναρχίσουν με νέο κέφι, το τραγούδι και το χορό.  Ευχαριστημένοι καθώς έκοβε η νύχτα, τυλιγόσαντε  στις κάπες τους  για ύπνο.
Λένε ότι συνήθως μαζεύονταν τέσσερεις τσοπάνηδες που είχαν τα μαντριά τους εδώ  κοντά, για να μην μαρτυρήσει ο ένας τον άλλον.
Σε ένα ίσιωμα του λόφου ήταν ένας χοντρός κορμός δέντρου ολόγυμνος. Χωρίς κλαδιά και πράσινα φύλλα πάνω του. Να θυμότανε τις καλές μέρες και τους επαίνους που έπαιρνε; Να θυμάται τις επισκέψεις και τις χαρές που έκαναν στα κλαδιά και τ’ απόσκια του άνθρωποι, ζώα, πτηνά;

Πλησιάσαμε το γέρο δέντρο. Κακή η ώρα και η ημέρα που πιασαν  βροχές , αέρηδες και πέσανε κεραυνοί. Φαίνεται ζήλευαν την ευτυχία του και ξεμασκάλισαν τα κλωνάρια του και οι κεραυνοί έκαψαν την καρδιά του. Από τότε το χιόνι κι ο πάγος πάγωσαν το κορμό του. Και έτσι έμεινε μόνος και δυστυχισμένος .
Όσο περπατάγαμε και συζητούσαμε και διαλογιζόμαστε με τα δέντρα πιο κάτω ένα μικρό μπουλούκι πρόβατα έτρεχε κάτω από τις αχλαδιές για τα ώριμους καρπούς και δυο σκυλιά με τον τσοπάνο ακλουθούσαν στο ύψωμα του λόφου. Ήταν ο Γιώργης ο Γούνης.
Από τον λόφο της Σκοτίνας, είδαμε τα γύρω βουνά του χωριού, το πελώριο μάτι του ήλιου και τις ακτίνες του που τα κατάφεραν να φωτίζουν τους ίσκιους των δέντρων. Είδαμε απέναντι τον Πρασιά με την πυκνή βλάστηση και τους κορμούς άλλων δέντρων. Το φαράγγι της Λιάσκοβας με τις βαθυπράσινες Αριές και τις γύρω περιοχές με την Λίμνη και τον Λάδωνα ποταμό να πρωταγωνιστούν στο φως, τους μύθους και την Ιστορία.

Εμείς σε λίγο αφήσαμε τους σιωπηλούς ίσκιους, στην ερημιά τους . Τους τσοπάνηδες να κοιμούνται, να τραγουδούν, να ζουν την ποιμενική τους ζωή, και γοητευμένοι και προβληματισμένοι για την ερήμωση του τοπίου,  πήγαμε να φορτώσουμε τα  καυσόξυλα μας.!!

 25.8.2018

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου