Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2018

ΘΕΡΟΣ –ΤΡΥΓΟΣ - ΠΟΛΕΜΟΣ


                                         Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου



                               ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΑΞΕΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΟΣ ΜΥΓΔΑΛΙΑΣ

                                                              Πράξης  22

Έν Μυγδαλιά σήμερον την 2αν του μηνός Οκτωβρίου του έτους 1951 ημέρα  τρίτη και ώρα 10 π.μ. συνελθών εκτάκτως το Κοιν.  Συμβούλιο Μυγδαλιάς και ευρεθέν εν απαρτία δια της παρουσίας  των κάτωθι υπογεγραμμένων μελών έλαβε μετά συζήτηση την κατωτέρω απόφαση επί του μόνου θέματος περί καθορισμού της ημερομηνίας τρύγου και θερισμού αραβοσίτου.
Το συμβούλιο ομοφώνως καθορίζει πρόγραμμα τρυγημού και θερισμού ως ακολούθως;
Την 5ην του μηνός Οκτωβρίου ημέρα παρασκευή θα γίνει ο τρύγος των αμπέλων .  Την 8ην του ιδίου μηνός ημέρα Δευτέρα ορίσθηκε ο θερισμός του κάμπου από  Κουρπό μέχρι Κυράς Γεφύρι  και 3ον / Την 10ην ιδίου μηνός ημέρα  τετάρτη  ορίζεται ο θερισμός του ετέρου κάμπου από Κυράς Γεφύρι μέχρι κομμένο γεφύρι.
Μη υπάρχοντος ετέρου θέματος λήγει η συν/σης.
Ο Πρόεδρος                                                                            
Αγγ. Κωνσταντινόπουλος                                    
 Τα μέλη
ΓΚομπόλης                                                                                                                         Γ.Α.Σταθόπουλος                                                                                                                Α.  Γιαννόπουλος                                                                           

                                                                               








Τα σταφύλια είχαν γουρμάσει και ήταν έτοιμα για τρύγο.  Ο Πρόεδρος και το Κοινοτικό συμβούλιο, το τοιχοκόλλησαν στον πλάτανο της πλατείας, ο τελάλης το φώναξε στο Παπαδέϊκο αλώνι. Την Παρασκευή στις πέντε Οκτώβρη 1951, θα γίνει ο τρύγος των αμπελιών. Δεν έπαιρνε αναβολή. Στα σπίτια από τις  προηγούμενες ημέρες , οι άνθρωποι,  είχαν ξεσηκωθεί , έπλεναν τα βαγένια και ετοίμαζαν τα χρειαζούμενα για τον τρύγο.
Μπονόρα την Παρασκευή,  ο κόσμος ανέβαινε συντροφιές συντροφιές, φαμίλιες φαμίλιες , όπως έβγαιναν από τις γειτονιές τους , τα σπίτια και τις αυλές τους  και τράβαγαν, άντρες, γυναίκες, κορίτσια, γέροι  τον ανήφορο,  προς τα  αμπέλια.
Τα μουλάρια και τα γαϊδούρια, φορτωμένα, κασελέτες, κοφίνια, μουστιές, λεβέτια, τράϊστα και άλλα χρειαζούμενα,  απανουγώμι,  τράβαγαν για τα αμπέλια.   
Μέσα στα κοφίνια και τις κασελέτες , έβαζαν κουρελούδες, παλιά απλάδια, ματαράτσια. Σεντόνια, να τα απλώσουν στην άκρη του αμπελιού, που θα μάζευαν τα σταφύλια.
Μικρομάνες, που δεν είχαν που να αφήσουν,  κάπου τους μπόμπιρες, τα έσερναν μαζί τους, από το χέρι, ή κρατώντας τα, να μην πέσουν, καβάλα στα ζα. Αποκοντά και τα σκυλιά και κάποιοι γέροι. Μόνο οι γριές κάθονταν και περίμεναν το κουβάλημα  του γλυκού καρπού των αμπελιών, τα σταφύλια  και τον μούστο στο κατώϊ.
Άλλοι καβάλα στα ζα τους, άλλοι τραβώντας τα από τα καπίστρια, άλλοι  αγωγιάτες από πίσω τα σαλαχάγανε και ανηφόριζαν στις κάτω ράχες. Ο δρόμος στενός, ανηφορικός, όλο στροφές  και γεμάτος πέτρες. Μα και στις πάνω ράχες και στου Λέου, ο δρόμος ήταν σαν τα μερμήγκια  γεμάτος, ανθρώπους και ζα. Το αχούγιαγμα των ζώων, να βιαστούν, οι συζητήσεις μεγαλοφώνως, οι ευχές, οι φωνές, το περπάτημα  και ο χτύπος στις πέτρες των οπλών, γέμιζαν την ατμόσφαιρα ήχους. Και το σκούξιμο των παιδιών, τα χαμόγελα και η πανηγυριώτικη γιορτή έδιναν ανεπανάληπτες και αξέχαστες εικόνες, που δεν ξαναγίνονται. Ήταν ένα μεγάλο  βακχικό πανηγύρι χωρίς το ποτό.
Στην βιάση τους, σκούνταγε ο ένας τον άλλον. Το ένα ζω, ήταν πίσω από το άλλο και η προσπέραση του δυνατότερου από το αδύνατο ήταν δύσκολη.

Χτύπαγαν τα άδεια φορτώματα των ζώων μεταξύ τους , υπήρχαν μικροθυμοί μα κανένας δεν έφταιγε και η πορεία προς τα αμπέλια γινόταν χαρούμενα.
Ο γέρο Μπαρνόγιαννης, έφτασε πρώτος στο αμπέλι του. Μέριασε τις κληματόβεργες, άλλες με το δεξί του χέρι, άλλες με το αριστερό και διέσχισε το αμπέλι, από την μια άκρη ως την άλλη. Ξεβόλεψε κάποια πουλιά που είχαν κρυφτεί, στα κλίματα και θυμήθηκε το τραγούδι τους.
Σε μια ρόγα από σταφύλι
 Έπεσαν οχτώ σπουργίτες
 Κι τρωγόπιναν οι φίλοι
Τσιριτρί, τσιριτρώ τσιριτρί  τσιριτρώ….

Έκοψε και δοκίμασε, από ένα σταφύλι, τρείς ρόγες και έδειξε σημάδια ευτυχίας. Ήθελε να εκτιμήσει και το βιός του για να χαρεί.
Με τις φαλτσέτες με ψαλίδες και τα  μαχαίρια, πέσανε από το  πρωί για τρύγο. Πιάνανε τα σταφύλια αλαφρά με ευλάβεια, μπας και τριφτούν οι ρόγες και πέσουν στο χώμα και χαθεί λίγο βιός. Κράαπ με τις φαλτσέτες, κόβανε στεγνά το κοτσάνι των σταφυλιών και τα τσαμπιά τα απιθώνανε, στα μικρά κοφίνια, μέχρι που γέμιζαν.
Κουβάλαγαν τα μικρά κοφίνια, στην άκρη του αμπελιού και τα άδειαζαν, στα απλωμένα ρούχα ή στις κασελέτες και τις κοφήνες , σιγά σιγά να μην στραπατσαριστούν και λυόσουν . Φόρτωναν τις κοφίνες  και τις κασελέτες, γεμάτες σταφύλια και τα έφερναν στο χωριό στο κατώι.  Κοντά στο βαγένι να γνωριστούν  γιατί σε λίγο θα κάνανε παρέα.

Άλλοι έριχναν τα σταφύλια στο πατητήρι, τα πάταγαν και γέμιζαν μουστιές και τις κουβάλαγαν και τις έριχναν στο βαγένι.
Ο γέρο Χαράς φέτος ήταν πολύ ευχαριστημένος. Η σοδιά πήγε πολύ καλά έλεγε, Έκανε καλός καιρός και έβρεξε, οι ρόγες φουσκώσανε και είναι γεμάτες χυμό.
Θα βάλουμε μπόλικο κρασί και μουσταλευριά θα κάνουμε και σουτζούκια θα κρεμάσουμε και πετιμέζι όσο θέλουμε θα φτιάξουμε.
Είχαν και το φόβο της βροχής και όλοι βιάζονταν να τελειώσουν το τρύγημα  το γρηγορότερο. Μετά , φυλαγμένα και στεγνά στις αποθήκες και το κατώι, θα έκαναν τις δουλειές τους πιο ήρεμα.
Στο χωριό ήταν και σπίτια που δεν είχαν ζα να κουβαλήσουν τα σταφύλια, μα οι καλοί Γλανιτσιώτες φρόντιζαν και για αυτό.  Ο μπάρμπα Θόδωρος μας ξεναγεί σε πρωτόγνωρα μονοπάτια αγάπης. Η πόρτα του ήταν ανοιχτή!
__Πιά μπάρμπα Θόδωρε, να έρθω πρωί να σε βοηθήκω στον τρύγο και να μου δώκεις τα ζα σου να φέρω τα τσέγκουρα; (σταφύλια).  Το είπε δυο μέρες πριν η κυρά Ντίνα. Και ο μπάρμπα Θόδωρος που συμπονούσε και αγάπαγε  μέσα του τους αδύνατους χωριανούς του της είπε.
__Δεν είναι ανάγκη Ντίνα να έρθεις να βοηθήκεις. Έχω πολλά χέρια στον τρύγο. Κάτσε το πρωί με τα παιδιά σου και προς το μεσημέρι  έλα στ’ αμπέλι.. Τα σταφύλια μέχρι το απόγευμα αν δεν τα έχεις μαζέψει, θα σε βοηθήκουν οι δικοί μου και με τα μουλάρια θα τα κουβαλήσουμε.
Εκείνη πήγε αργά στο αμπέλι. Πήρε μαζί της  και την μεγάλη της κόρη την Πόπη. Στα σύνορα του αμπελιού της , είναι φυτρωμένα πολλά κυκλάμινα, μοσκοβολούν και στολίζουν τ’ αμπέλι της τρογύρω. Η μικρή Πόπη, κόβει λουλούδια και τα πετάει, γιατί δεν νογάει.  Και η μάνα της την μαλώνει, να μην ξεστολίζει τ’ αμπέλι, γιατί του χρόνου δεν θα κάνει πολλά σταφύλια.
Ας ήταν Οκτώβρης ημέρα του τρύγου, ήταν ζεστός καιρός. Τα χείλη τους ήταν κατάξερα και το στομάχι πείναγε. Μια ομάδα ξενομεριτών περπατούσε κοντά στ’ αμπέλια. Η δίψα θέριευε μέσα τους, για μια γουλιά νερό. Πρόβαλαν κοντά  στον δρόμο που είναι το αμπέλι της.
Τα κλίματα θεριεμένα, με βαθυπράσινα φύλλα και με πολλά κατάμαυρα, μεγάλα σταφύλια φορτωμένα, φάνταζαν από το δρόμο. Και ας ήταν σκονισμένα.
Ο Πέτρος ο ξενομερίτης, κοίταξε στα μάτια την συντροφιά του. Εκείνοι  συμφώνησαν  με τα μάτια, χωρίς δισταγμό,  να μετριάσουν την δίψα και την πείνα που ένοιωθαν.  Του έστειλαν μήνυμα, με νόημα,  πως ήταν σύμφωνοι. Φτωχοί και βασανισμένοι άνθρωποι  ήσαν ,τέσσερες ώρες περιπάταγαν  , από το πρωί  και δεν είχαν βάλει τίποτε στο στόμα τους. Εκείνος, πέταξε κατά γης το σακάκι του , κράτησε στα χέρια του, το άδειο ταγάρι και αναρριχήθηκε στον φράχτη του αμπελιού της κυρά Ντίνας και μπήκε μέσα.
Μέριασε δυο κληματόβεργες έκοψε πέντε έξι  σταφύλια. Δεν πρόλαβε ο Πέτρος να το γεμίσει σταφύλια και άκουσε από κει κοντά μια φωνή.
__Όχι άνθρωπε μου ευτού. Εκείνος απόμεινε ακίνητος, ντροπιασμένος και ένοιωθε αδύνατος να υπερασπίσει τον εαυτόν του.
__Ένα σταφύλι θα έκοβα ,  της είπε για την δίψα. Μακάρι να τον κατάπινε η γη. Καμιά δικαιολογία δεν είχε να ειπεί, δίκαιη ή άδικη, η γλώσσα του και τα χείλη του σε τούτη δύσκολη περίσταση,  δεν σάλευαν.
Τα βλέμματα τους διασταυρώθηκαν,  κι  εκείνη που ,ήταν μέσα  στο αμπέλι της , του είπε.
__Φίλε μου, στην άκρη είναι σκονισμένα από το δρόμο. Μπες μέσα και κόψε σταφύλια να πάρεις και για την παρέα σου.  Ο Πέτρος αμφέβαλε και την ρώτησε.
__Δικό σου είναι το αμπέλι;
__Δικό μου είναι είπε η κυρά Ντίνα.
__Και τι θα πληρώσουμε να γεμίσουμε το τράϊστο;
__Πληρωμή δεν παίρνω του είπε για όσα φάτε.  Μα αν θέλετε τα κοφίνια και τα τράϊστα γεμάτα, βοηθάτε με  να το τρυγήσουμε.
Το απόγευμα τα σταφύλια είχαν κουβαληθεί και  το ταβάνι ήταν γεμάτο κρεμαστάρες, να έχει προφαντό , στο σπαρτό.

2.10.2018





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου