Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2017

ΤΟ ΓΟΥΡΟΥΝΙ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Είχαν ειδοποιηθεί από ημέρες και πρωί πρωί έσμιξαν στο σπίτι του Παναγιώτη του Ζαφειόπουλου, του Γραμματέα και έγιναν μια παρέα, να σφάξουνε το γουρούνι του. Δέκα πέντε νομάτοι μαζεύτηκαν όξω από το δίπατο σπίτι του, στην αυλή. Χώρια η γυναίκα με τα παιδιά του και τα εγγόνια του.

 Από τους πρώτους που ήρθαν ήταν ο Ντούνιας ο Θανάσης, ο Θανάσης ο
Κουμουκέλης , ο Μπαμπαλής ο Κώστας, ο Αντρέας ο Γούνης,  γαμπρός του Παναγιώτη από τη Μυγδαλιά και άλλοι. Είχαν ακονίσει τα μαχαίρια τους και περίμεναν το σύνθημα του Γραμματέα.
__Άστε ! παιδιά, ν’ αρχίσουμε, περνάει η ώρα, τους είπε και άνοιξε την πόρτα του κουμασιού, που μεγάλωνε κει μέσα τα δυο γουρούνια.Και τα δυο ήταν μεγάλα, πάνω από ενενήντα  κιλά, με μικρή διαφορά το ένα από το άλλο. Όποιο έβγαινε πρώτο και έμπαινε στην μικρή αποθήκη, εκείνο θα σφάζανε
Από βραδύς, όξω στην αυλή, με τον γιό του τον Γιώργη, είχαν στήσει κακαβολίθια. Ακούμπησαν πάνω το λεβέτι και το απογέμισαν με νερό .
Έβαλαν κάτω από το λεβέτι ξανάμματα και πιο πέρα, από έναν τρακά,  έφεραν πουρναρίσια ξερά ξύλα και τα  μπήγανε από κάτω .  Με ένα σπίρτο  το πρωί που θα σηκώνονταν, πριν έρθουν οι σφάχτες , θα άναβαν την  φωτιά  για να βράσει το νερό.
__Γιώργη του, είπε σε μια στιγμή στο γιο του. Ο βοριάς θα φυσάει και αύριο και δεν θα αφήσει την φωτιά να βράσει το νερό.  Μην κάθεσαι, φέρε τις δυο παλιές πόρτες,  να τις βάλουμε στα πλάγια κόντρα στον άνεμο.
Το πρωί μπονόρα άναψαν την φωτιά στο λεβέτι  και, με το φύσημα του ανέμου, εκείνη δυνάμωνε  και, όταν ήρθαν οι σφάχτες, είχε ζεσταθεί το νερό.
Εκείνη την ώρα ο Παναγιώτης μπήκε  στην αποθήκη και καλόπιανε  τα γουρούνια να βγούνε από το κουμάσι.  Κείνα, σαν άκουσαν ξένες φωνές, λούφαξαν, σαν να είχαν καταλάβει τι θα γινόταν. Ρίζωσαν σε μια άκρη  και γρύλιζαν. Με παρακάλια και φωνές,  με το ζόρι βγήκε το ένα στην μικρή αποθήκη. Μαζώχτηκαν τότε όλοι κοντά του και, πριν προλάβει να το βάλει στα πόδια, το γράπωσαν και το σώριασαν κάτω. Άλλος το έπιασε από τ’ αφτιά, άλλος από τα πόδια και με τα δικά  τους πόδια   γονάτισαν πάνω του.
Το θύμα έβαλε φωνές και σκουξίματα μέχρι τον ουρανό, μα που να βρει λύπηση το κακόμοιρο. Ο Παναγιώτης ο Γραμματέας με σβελτάδα και επιδεξιότητα έκανε τα δέοντα της στιγμής. Το ζώο κουνήθηκε δυο τρεις φορές απεγνωσμένα . Βόγγηξε, δάκρυσαν τα μάτια του  και ύστερα έμεινε ακίνητο….
Σαν τέλειωσε το σφάξιμο, το σούρανε οι σφάχτες και το βάλανε πάνω στο σοφρά.  Το σκέπασαν με μια λινάτσα  και με τα μαχαίρια τους παράστεκαν γύρω από το γουρούνι. Μα το γουρούνι ούτε κρυώνει ούτε φεύγει πια!  Τι κάνουν εκεί;   έλεγα με το νου μου.
Μου έλυσε την απορία ο Γιώργης. Έπαιρνε καφτό νερό με το τσουκάλι
από το λεβέτι και περιέχυνε στο τυλιγμένο σώμα του ζώου. Με τα μαχαίρια τους οι σφάχτες, μέριαζαν την λινάτσα ,έξυναν το δέρμα του ζώου από τις τρίχες και το μάδησαν, μέχρι που το έκαναν γουλί.
Πιο κάτω, πίσω από μια φράχτη , ελεύθερες τσιμπολογούσαν καμιά τριανταριά κότες πολύχρωμες και ζωηρές με τον κόκορα ανάμεσά  τους πλουμιστό με λειρί, έτοιμος να επιτεθεί. Ήταν κότες γινωμένες από κλώσσες και είχαν την παλιά φρεσκάδα χρωμάτων.  Είδηση δεν είχα πάρει για το δράμα που παιζόταν κοντά τους. 
Το νερό στο λεβέτι μπουρμπούλαγε και φυσαλίδες ατμού ανέβαιναν στην επιφάνεια του.  Ο  ατμός, ανακατεμένος με τον καπνό της φωτιάς και με την βοήθεια  του αέρα, γύριζε γύρω  γύρω και έφτανε πάνω από το γουρούνι σαν θυμίαμα.
Όλοι βόηθησαν και στύλωσαν το γουρούνι ανάσκελα πάνω στο σοφρά. Ο Γραμματέας  άνοιξε την κοιλιά του και γέμισε ένα μεγάλο καφάσι με άντερα. Θα τα ‘πλενε η γυναίκα του και θα τα συγύριζε και θα έκανε με κριάς και μυρωδικά τα λουκάνικα να βρίσκονται στην λαήνα με τσιγαρίδα και άλειμμα, να τρώνε όλο το χειμώνα και να φιλέψουν και κάνα μουσαφίρη. Θα έκανε και οματιά να φάνε και να θυμηθούνε τα παλιά.

Ύστερα έκοψε γλυκάδια κι ελιές γύρω από το λαιμό του γουρουνιού και αρκετό  κρέας  και τα έδωσε του Θανάση του Ντάνια να τα ετοιμάσει. Και δεν ήταν μονάχα αυτά.

 Λίγες μέρες πριν είχε σφάξει και άλλο γουρούνι και είχε σε δίσκους έτοιμα για ψήσιμο παϊδάκια, γλυκάδια, λουκάνικα με το πεντανόστιμο κρέας του.

Τελικά ο Θανάσης ο Ντάνκας δεν έκανε καμιά  δουλειά με το γουρούνι. Η δουλειά του ήταν να ψένει. Είχε αναμμένη δική του φωτιά σε μεγάλη ψησταριά, πήρε με ένα φτυάρι  και άλλα κάρβουνα αναμμένα κάτω από το λεβέτι και έψενε αράδα συκώτια και πλεμόνια. Με κείνη τη τσίκνα μοσκοβόλησε το χωριό και ήρθαν  στην συνέχεια πολλοί επισκέπτες. 
Έξω στην αυλή η γυναίκα του Γραμματέα, η Κυριακούλα, είχε στρώσει τραπέζι με ελιές, τυρί και μπουκάλια κρασί με ποτήρια.  Ο Θανάσης ο ψήστης έκοβε τα ψημένα κομμάτια σε μπουκιές και το  καψαλισμένο ψωμί σε αντίδωρα  μέσα σε δίσκους και  τα έβαζε στο τραπέζι. Δίσκοι και πιατέλες με ψημένα κρέατα και καλούδια πηγαινόρχονταν στο τραπέζι.
Κείνη την ώρα ξανάφανε από την πάνω πόρτα της αυλής ο θείος  και γείτονας,  Γιαννάκης Παρασκευόπουλος. Καθώς κατηφόριζε αργά αργά τα σκαλιά, έριχνε λοξές ματιές για να γνωρίσει τον κόσμο. Σαν πλησίασε χαιρέτησε με την χούφτα του έναν έναν, ευχήθηκε χρόνια πολλά στους παραβρισκόμενους και γύρισε και έκατσε  κοντά στο στρωμένο τραπέζι. Έβαλε κρασί στο ποτήρι του και μια  με το αριστερό χέρι του και μια με το δεξί του έστριβε σιωπηλά το τσιγκελωτό μουστάκι του.
Πέρασαν τρία με τέσσερα λεπτά έτσι και, καθώς με κοίταγε επίμονα, ζύγωσα κοντά του.
__Ε! Κουμπάρε μου, είπε. Σε θυμάμαι στα βαφτίσια της εγγονής μου, της Αλεξάνδρας, που μου έβγαζες φωτογραφίες και μου έκανες μεγάλη εντύπωση. Ποιος ακριβώς είσαι;
__Είμαι ο αδελφός της πεθεράς του κουμπάρου, που βάφτισε την εγγονή σου και θείος της γυναίκας του κουμπάρου!
__Δεν το κατάλαβα, μου το κάνεις λιανά; Με ρώτησε.
__Ναι, του λέω. Είμαι θείος του άντρα της ανιψιάς μου και αδερφός της πεθεράς του γαμπρού μου, που βάφτισε την εγγονή σου.
Τα πράγματα γίνανε  πιο περίπλοκα. Ευτυχώς  εκείνος έκανε  πως
κατάλαβε κι εγώ απόστασα να δίνω εξηγήσεις.
Μπάς κι εγώ είχα καταλάβει ποιός ήμουν;  Ίσως δεν τα έλεγα και καλά. Γιατί είχαμε πιεί λίγο κρασί και την γνώρα και την συγγένεια την αφήσαμε για άλλη φορά.
Κείνη την ώρα πέρασαν από τον δρόμο καβάλα σε δυο γαϊδουράκια γείτονες, σαν τον χριστό που πήγαινε στα Ιεροσόλυμα.  Σταμάτησαν λίγο,  είδαν και μυρίστηκαν  τσίκνα και ύστερα κούνησαν τα πόδια τους και έφυγαν.
Η ομάδα των σφαχτών έβαλαν τα πόδια του γουρουνιού σε τσιγκέλια και όλοι μαζί βόηθησαν και κρέμασαν το γουρούνι κατουκέφαλα.

Ύστερα  ήρθαν και πέσανε με τα μούτρα στο μεζέ και στο κρασί.

Μια ο Παναγιώτης και μια η Κυριακούλα κερνάγανε και γέμιζαν τα άδεια ποτήρια
Στο μεταξύ  πλάκωσαν και άλλοι στην παρέα:
Ο Παναγιώτης ο Στρατηγός, ο Κώστας ο Γαλατόπουλος   και ο άλλος μπάρμπας, ο Αγγελής καθώς και συμπέθεροι και φίλοι, που τους τρέλανε η τσίκνα.
__Και του χρόνου παιδιά, να είμαστε εδώ, ευχήθηκε ο Παναγιώτης  ο Γραμματέας, και σήκωσε το ποτήρι ψηλά.
Όλοι ευχηθήκαμε: Αμήν Ο Θεός να μας έχει καλά. Καλοφάγωτο.
Τσιοκαλίσαμε τα ποτήρια και με τον μπάρμπα Γιαννάκη και κάποιος του είπε:
__Γιορτινή ημέρα έχουμε  σήμερα με το σφάξιμο του γουρουνιού, κυρ Γιαννάκη.
Και κείνος απάντησε:
__Ε! Ρε,που  νά βλεπες τα παλιά χρόνια τι γινότανε. Δέκα γουρούνια σφάζαμε το ένα μετά το άλλο και τρωγοπίναμε. Μόλις τελειώναμε αργά προς το απόγευμα, καθόμαστε στο σπίτι μου ή και σε άλλα σπίτια να πυρωθούμε και ο σοφράς ήταν δίπλα μας με πλεμονοσήκωτα και κρασί και γλεντάγαμε. Στραγγίζαμε τα ποτήρια και λέγαμε το ένα τραγούδι μετά το άλλο.
Ζύγωσε κοντά ο Γραμματέας που κουβέντιαζε ο μπάρμπας του και σαν άκουσε παλιά πως τραγούδαγαν, ζήτησε να θυμηθεί κείνος κανά παλιό
τραγούδι και να αρχίσει. 
Η νοστιμιά του ψημένου κρέατος δεν λέγεται!  Και κείνος ο ψήστης άκουγε ένα σωρό κανακέματα και όλοι παίρναμε κομμάτια ψημένο κρέας και τρώγαμε και καλοχαιρετάγαμε και χαιρόμαστε. Και κείνος οΠαναγιώτης και η γυναίκα του μας παρακινούσαν και μας έλεγαν.

Φάτε και γλεντάτε…
Ήρθε απόγιομα.
Αποχαιρετώντας πήραμε μαζί μας ζωηρές εικόνες, παλαιικές θύμησες των χωριών μας, που έχουν σχεδόν σβήσει.  Νοιώσαμε τα φιλόξενα αισθήματα και την αγάπη  του Παναγιώτη και της Κυριακούλας.
Και από δω ένα ευχαριστώ  στον Παναγιώτη και την οικογένειά του για την ζωντάνια και τον τόνο χαράς που μας προσφέρατε και για λογαριασμό ολόκληρης της ομάδας!

  B GIRAKAS 24.12.2016

1 σχόλιο:

  1. Αν κατάλαβα καλά οι απόκριες αυτές δεν έγιναν στη Μυγδαλιά.
    Πόσο απέχομε από την Παράδοση!

    ΑπάντησηΔιαγραφή