Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

ΠΡΟΣ ΞΗΡΟΚΑΡΥΤΑΙΝΑ




Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου

Πηγαίναμε για την Ξηροκαρύταινα,  χωρίς πρόγραμμα,ύστερα από μια στιγμιαία απόφαση
Ο ήλιος κόντευε να χαθεί πίσω απ’τα γύρο βουνά και στη  δύση του κοκκίνιζε τις κορφές των . Οι σκιές χάνονταν από το σούρουπο που ζύγωνε.


Οι δυο μας, εγώ κι ο Πάνος, από τούτο το βουνό,  που οι γραμματιζούμενοι το λένε Αφροδίσιο όρος, καθώς ανεβαίναμε το φιδίσιο δρόμο για το χωριό, αγναντεύαμε κάτω  στους  πρόποδες, τη δαντελωτή λίμνη του Λάδωνα

Ο Πάνος μου μίλαγε για Νύμφες  που ζούσαν  άλλοτε σ’ αυτόν τον τόπο, στις  ρεματιές και μέσα σε σπηλιές , για  νεράιδες και τον θεό Πάνα που τις κυνηγούσε, τις μεθούσε και τις μάγευε με το σουραύλι του. 
 Κι εγώ του έδειχνα τις ψηλές απάτητες κορφές που περπάταγε ο Άρης και η Αφροδίτη. Του μίλαγα  για τον Ηρακλή, που έπιασε  το ελάφι της Άρτεμης . Του έλεγα πως στον Λάδωνα  ήταν κάποιο στενό πέρασμα κι έτσι κατάφερε ο Ηρακλής να πιάσει το ελάφι της.
Δεν απόσωσα τον λόγο μου κι ο Πάνος μού έδειχνε με το χέρι του απέναντι της λίμνης τα πετροβούνια με τις γκρεμίλες τους  και μια  μεγάλη πηγή που γύριζε μύλους που άλεθαν  σιτάρι κι αραποσίτι  και είχαν οι άνθρωποι νεροτριβή για να πλένουν και να φτιάνουν χνουδωτά  τα στρωσίδια τους. Ήταν η  πηγή κοντά στην φτεριά.
Όσο ονειρευόμαστε με θεούς και ελάφια, με θεές και Δρυίδες, χιλιάδες χρώματα βάφουν τον ουρανό.  Οι ράχες και οι κορυφές ματώνουν και ο αγέρας του βουνού μας χαϊδεύει τα πρόσωπα.
 Ένα κοπάδι  γίδια ανηφόριζε στα ρουμάνια κατευθυνόμενο στο μικρό χωριό, την Ξηροκαρύταινα.  Κι εκείνος ο ήχος των κουδουνιών  μάς συνεπαίρνει  με τον γλυκόλαλο χτύπο τους. Ο αέρας αχολογά κι  ο τόπος σειόταν ολόκληρος. Ο γιδοβοσκός ανέβαινε τον ανήφορο στο μονοπάτι, κρατώντας την γκλίτσα του με το δεξί χέρι και στον ώμο κρεμότανε ένα καινούργιο μισοάδειο  τράστιο .
Δεν το πίστευαν τα μάτια μας όσα  όμορφα βλέπαμε. Σε ένα άπλωμα φώναξε τα γίδια του και κείνα άφησαν την βοσκή και ήρθαν τριγύρω του και τον κοίταγαν!
__ Ποιος ξέρει! Κάποια μυστική συνεννόηση είχαν. Έτσι είπαμε με τον συνοδοιπόρο μου. Δεν άργησε πολύ ο τσοπάνος, τα σιούριξε και κείνα αργά αργά έφυγαν από γύρω του προς την άλλην πλευρά του δάσους.
Οι τσοπάνηδες, μαθημένοι από παππού, σε γιό κι εγγονό, σκαρφάλωναν σαν αγρίμια στα κακοτράχαλα βράχια, τριγυρνούσαν με τα ζώα τους  μέσα σε ρουμάνια , πότε σε  ριζοβούνια και πότε σε ψηλές απάτητες κορφές.

Και σαν ερχόταν το βράδυ με το γυρισμό στο κονάκι, σμίγανε όλοι μαζί,  τραγουδούσαν ή παίζανε με το σουραύλι τους  σαν τον θεό Πάνα και ξεφάντωναν. Ένωναν τις αρμονικές φωνές τους  και η ηχώ απαντούσε από τα διάσελα και τις ρεματιές.

Η λίμνη είναι αφάνταστα όμορφη καθώς το φως του ήλιου αντανακλά για λίγο ακόμη  στην στιλπνή επιφάνειά της.
Κάποτε εδώ απλωνόταν ο κάμπος γεμάτος καρποφόρα δέντρα, καλαμπόκια και μποστάνια, με τον φιδίσιο Λάδωνα ποταμό, που από χρόνια τον κατάπιε  η Λίμνη με το φράγμα που έφτιαξαν οι άνθρωποι.
Καθώς κοιτάζαμε την λίμνη σαν να ακούγαμε απ’ τον βυθό της, θόρυβο εκατοντάδων αγροτών που έσκαβαν, όργωναν και καλλιεργούσαν τον κάμπο.
Η ματιά μας συνεχίζει να πέφτει σ’ αυτή την γαλαζοπράσινη μαγεία που χύνει στην ψυχή μας μια περίσσια ομορφιά.
Απέναντι και κοντά στην λίμνη ξεχωρίζει με τις  κεραμιδή σκεπές των σπιτιών της η Φτεριά και πιο ψηλά στην πλαγιά του βουνού σαν διαμάντι, το Μπουλιάρι. Απέναντι,  κοντά στο χωριό Φτεριά, βλέπουμε το εξωκκλήσι της Παναγιάς της Καβουλιώτισσας και κοντά στο Μπουλιάρι το πάλλευκο ξωκκλήσι της Αγίας Μαρίνας. 
Καθώς ο ήλιος δύει, ο χώρος είναι όλο μαγεία και εμείς ανεβαίνουμε το βουνό και κατευθυνόμαστε ολοταχώς για το κοντινό χωριό την Ξηροκαρύταινα.


 Το βουνό μας καλοδέχεται γεμάτο ειρήνη και καλοσύνη.
Αφηνόμαστε για λίγο στο θεϊκό τοπίο με τις πουρναροσκέπαστες πλαγιές και άπειρες βουνοκορφές γεμάτες μοσχοβολιά από ρίγανη.
Καθώς προχωρούμε, φτάνουμε σε ένα μικρό οροπέδιο χωρισμένο με μάντρες και συστάδες δέντρων. Είναι τα χωράφια του μικρού χωριού με καρποφόρα δέντρα, καλύβες βοσκών και γεμάτο μεγάλα δέντρα. Γύρω γύρω πανύψηλες δαντελωτές βουνοκορφές και μόνο στο δυτικό μέρος υπάρχει ένα άνοιγμα και ένας δρόμος που οδηγεί στην Μονή Ευαγγελιστρίας της Δάφνης, προστάτιδας και αυτών των ανθρώπων από παλιά.
Στο δρόμο λίγους τσοπάνηδες που συναντήσαμε με τα πρόβατά τους, μας καλωσόρισαν και μας χαιρέταγαν με ένα γλυκό χαμόγελο. Αυτοί οι τσοπάνηδες δεν έχουν αλλάξει από την εποχή του θεού Πάνα. Η μορφολογία του εδάφους δεν επέτρεψε επιμειξίες και την αλλοίωση του πληθυσμού.  Έτσι έμειναν ντόπιοι Αρκάδες όπως παλιά.
Είναι απλοί άνθρωποι, καλοσυνάτοι, αυθόρμητοι , σκληραγωγημένοι, πολύ φιλόξενοι και ευτυχισμένοι.

Έπεφτε το σκοτάδι  και μόλις προλάβαμε να κάνουμε μια μικρή βόλτα  μέσα στο χωριό. Παντού οι άνθρωποι μας κοίταζαν με καλοσύνη, δέχονταν με χαρά τον χαιρετισμό , τον  ανταπέδιδαν και μας προσκαλούσαν κοντά τους για ένα καφέ, για ένα ποτό.
__Κοπιάστε να σας  φιλέψουμε  και να σας γνωρίσουμε,  μας έλεγαν.

Από ένα ψηλό φρεσκοφτιαγμένο σπίτι,  πάνω στο χαγιάτι του, ξανάφαναν  ροδοκόκκινες, χαρούμενες , δυο γυναίκες .Μας είδαν, μας γνώρισαν και μας κάλεσαν για ένα ποτό. Ήταν η Γεωργία και η Βάσω,  φίλες και συγχωριανές μας που βρέθηκαν εκεί. Κατέβηκαν τις σκάλε, μας καλωσόρισαν και δεν ήθελαν να φύγουμε.  Και από δω τις ευχαριστούμε για τα φιλόξενα αισθήματά τους, αλλά και όλων των  ανθρώπων του χωριού, που ζήταγαν να μας φιλοξενήσουν.
Είμαστε προσκεκλημένοι να ξαναπάμε σε αυτό το όμορφο χωριό, να το χαρούμε και να γνωρίσουμε τις ομορφιές του , τις οικογένειες των Σιεταίων, Κουναίων, Δεσηνιωταίων  και άλλων ανθρώπων του χωριού.

B GIRAKAS 17.9.2016


2 σχόλια:

  1. Η διαδρομή πολύ ωραία δοσμένη! Βοηθά άλλωστε και η πλούσια Μυθολογία και η ομορφιά του τόπου.
    Περιμένουμε να ιδούμε και τη φιλόξενη διάθεση των χωριανών της Ξηροκαρύταινας στην άλλη σας επίσκεψη

    ΑπάντησηΔιαγραφή