Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΙ ΜΑΣΤΟΡΟΙ


«Σας τάζω πως θ’ ακώ τις προσταγές των μαστόρων και του λιθαρά. Τα ζα θα τα ‘χω σαν τα μάτια μου, θα πασκίζω να φορτώνονται ούλα ίσια με τη δύναμή τους. Δε θα μαρτυρήσω μηδέ μια λέξη από τη γλώσσα μας κι όντας τρανήνω και γενώ μάστορης, στ αχνάρι του πρωτομάστορα θα πατήσω».

(Πηγή Άνθη της Πέτρας)                                                                                                                                                                                                                                    
Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου 

 Όπως τα είχανε ειπωμένα και συμφωνημένα  από το βράδυ, έτσι γενήκανε. Πρωί πρωί, ολόκληρο μπουλούκι, άνθρωποι και γαϊδούρια, αργοσαλεύουν από το ένα χωριό στο άλλο και ψάχνουνε για δουλειά.  Μικρομερεμέτια  που έκαναν σε ένα χωριό  γρήγορα  τέλειωσαν.  Τα ζώα ήταν φορτωμένα με σύνεργα: μυστριά, ξινάρια, λοστάρια, βαριές, κασμάδες,  φτυάρια και ζύγια.

Στην μια πλευρά και στην άλλη στα σαμάρια ήταν δεμένες με τριχιές μικρές σανίδες λασπωμένες για να φορτώνουν και να κουβαλούν τις πέτρες.
Και πανογώμι  φάγνα για τα ζα  και  κρεμασμένα στα πισάρια και στα μπροστάρια  τράστα, λινάτσες, σακιά με τρόφιμα και άλλα χρειαζούμενα. Έτσι προχωρούν από το ένα χωριό στο άλλο. Σε ένα ζώο έχουν φορτώσει τα τσιόλια τους για να κοιμούνται, όμορφα φορτωμένα σαν τα προικιά της νύφης.
Πίσω από τα ζώα  ακολουθούν οι άντρες, λασπωμένοι, αξούριστοι, κουρασμένοι, μπαϊλντισμένοι  τραβούν άκεφοι το δρόμο τους. Ξαμώνουν και φοβερίζουν τα ζώα να πάρουν τα πόδια τους.  Τα μαστορόπουλα, άλλα πίσω από τα ζα, άλλα μόνα τους  μισοξυπόλυτα, αγουροξυπνημένα,  άψητα ακόμα στη δουλειά, ακολουθούν με πρόσωπα χλωμά και αγέλαστα.
 Όλοι έχουν  αγωνία!  Θα βρούνε δουλειά;


Ζύγωσαν σε χωριό  του Πύργου κι ο Μαστρογιάννης , ο πρωτομάστορας ,έπιασε κουβέντα κοντά στου παπά το σπίτι. Σιούριξε κι έδωσε εντολή να σταματήσει το μπουλούκι. Όλων τα μάτια ήταν στραμμένα πάνω  του.  Ήθελαν να συμφωνήσει σε αυτό το χωριό να χτίσουν κάτι. Τους έφαγαν οι δρόμοι γυρίζοντας  μέρες γυρεύοντας δουλειά.
Στο  χαγιάτι του κοντινού σπιτιού βγήκε ο παπάς, που τον είχαν ειδοποιήσει, και έβαλε φωνή .
__Σταθείτε ευλογημένοι, τους είπε, να έρθω κοντά σας.
Τον γνώριζε ο Μαστρογιάννης και πήγε εκείνος  κοντά του. Είχε χτίσει και συγγενών   του το σπίτι κι ο παπάς ήξερε την σβελτάδα και την τέχνη του.


 __Εσύ ‘σαι Μαστρογιάννη;  του είπε σαν σμίξανε.  Σε γύρευα. Όλο το χωριό Λαγκαδινοί μαστόροι το χτίσατε δεν πάει να  χτίσουν άλλοι το καμπαναριό.
Μπήκε στο νόημα εκείνος. Ανέβηκαν στο σπίτι του παπά να κουβεντιάσουν.  Ήπιαν το πρώτο τσίπουρο και η γλώσσα του λύθηκε.  Ήταν γνώριμος στο χωριό ο Μαστρογιάννης από τις καλές δουλειές που έκανε. Γι αυτό τον προτιμούσαν και τον είχαν σε  υπόληψη και τιμή. Ήταν ντόμπρος στις δουλειές του κι ο λόγος του συμβόλαιο. Το μυαλό του ξουράφι και η δύναμή του σαν βράχος στο κύμα.
Κείνο το ταξίδι όμως τους  είχε γονατίσει. Μεριά το απριλιάτικο κρύο, μεριά και οι νοικοκυραίοι, που δεν έλεγαν να ξεκινήσουν δουλειές, είχαν μείνει πανί με πανί. Στα Λαγκάδια οι δικοί τους πεινάγανε και περίμεναν!
Τώρα τρείς ώρες τα έλεγε με τον Παπά και το συμβούλιο. Τα είπανε, τα ματαείπανε. Ήταν καταφερτζής ο Μαστρογιάννης! Δουλειά δεν του ξέφευγε εύκολα.
Τελικά έκλεισε η συμφωνία να φτιάξουν το καμπαναριό  του Αι Γιώργη.
Έβαλαν τσίπουρο στα ποτήρια,  τσούγκρισαν και ήπιαν και επισημοποίησαν  την συμφωνία. Την ίδια μέρα φτιάξανε το συμφωνητικό και επήρανε μπροστάντζα.
Ο παπάς τους έδειξε τον τόπο για να μείνουν, όσες μέρες χρειαστεί.
Ήταν μεσημέρι και δεν είχαν βάλει μπουκιά στο στόμα τους. Τα ζα ανηφόριζαν αποσταμένα στο καλντερίμι. Τα πέταλα ακούγονταν δυνατά και ο κρύος αέρας  σούδιαζε  μέσα από τα στενά του χωριού και τους «έκοβε»,  ώσπου το τσούρμο να φτάσει  στην καλύβα με το περιφραγμένο χωράφι.
Τελευταίο ακολουθούσε το μουλάρι του Κώστα, του χτίστη.  Χωρίς πέταλο στο δεξιό πόδι του, ξυπόλητο ανέβαινε κουτσαίνοντας  με το μαστορόπουλο να το οδηγεί. Ένας σκύλος δεμένος  γάβγιζε από την αυλή του αφέντη του, μα το μουλάρι δεν είχε ανάκαρα να τρέξει.
Οι νοικοκυρές άνοιγαν τα παράθυρα να ιδούν τι γίνεται και η μια στην άλλη έλεγε:
__Λαγκαδινοί  μαστόροι περνάνε,   που χτίζουνε τον κόσμο.
Ανηφόριζαν  τραβώντας τα ζα με το καπίστρι για να τα βοηθήσουν όπου  είχαν ανάγκη,  γιατί ήταν αδύναμα.  Σημεία σημεία ο δρόμος ήταν νεροφαγωμένος απ’ τις βροχές και κείνα μόνα τους πήγαιναν άκρη άκρη στις γκρεμίλες, έτοιμα να ανασκελωθούν και να κατρακυλήσουν τον κατήφορο.
Είχαν πάθη μια συμφορά τέτοια στο διπλανό χωριό, στο Βατόρεμα και  πάει ένας αδύνατος γάϊδαρος! Κατρακύλησε κι έμεινε στο ρέμα και κόντεψε να πάει και το μαστορόπουλο μαζί.  Γι αυτό τώρα πρόσεχαν. Μα να! Σαν πέρασαν την γκρεμίλα,  έφτασαν σε κάτι λάκκες . Μπήκαν στο φραγμένο χωράφι, που τους είχε δείξει ο παπάς, και ξεπέζεψαν σε μια χαμοκέλα.  Πιο κει άφησαν κοντά στην αχυροκαλύβα ελεύθερα  τα ζα. Τους έβαλαν να τρώνε και να ξαποστάσουν και κείνα.
Είχαν πεινάσει. Σώριασαν σε μια μάντρα και το πεζούλι  τα τράστια, έβγαλαν ψωμί, τυρί, κρεμμύδια  κι ελιές  και έτρωγαν. Είχαν και δυο βαρέλες με νερό να μην τους κομπιάσει το φαί, για να πάει κάτου.


__Φάτε γρήγορα, έδωσε διαταγή ο Μαστρογιάννης, έχουμε δουλειά.


Σε λίγο όλοι σκόρπισαν . Άλλοι στο νταμάρι να ιδούνε την πέτρα που θάβγαζαν , άλλοι να βάλουν τα σχέδια και να ανοίξουν θεμέλια , άλλοι  να ψωνίσουν και να μαγειρέψουν και  τα μαστορόπουλα επέβλεπαν και τάιζαν τα ζα.  Ο καθένας στο πόστο του.
Δυο  τρεις μέρες έκαναν προετοιμασίες : Πελέκησαν  πέτρες , κουβάλησαν άμμο,  έσβησαν  χορίδι και θα άρχιζαν το χτίσιμο του καμπαναριού.
Την τέταρτη  μέρα είχαν τετράγωνο θεμέλιο βγαλμένο ένα μέτρο μέσα στην γη πάνω σε βράχο. Είναι ώρα να μπει η πρώτη καλοπελεκημένη  πέτρα και να γίνει η θεμελίωση!  Παρευρίσκονταν  εκεί και ο παπάς και ο πρόεδρος και σχεδόν όλο το χωριό. Ήταν γιορτινή ημέρα για όλους, πανηγύρι και χαρές πολλές για τα μικρά παιδιά.


__Φέρε λάσπη με το φτυάρι, φώναξε τον λασπιτζή ο Μαστρογιάννης και την άπλωσε με το μυστρί πάνω στη ριζημιά.  Έπειτα άφησε  πάνω μια πλάκα  μεγάλη που κρατούσε με τα ατσαλένια του μπράτσα. Ήταν το θεμέλιο λιθάρι. Την χτύπησε τρείς φορές με το σφυρί για να γίνει η ένωση της πέτρας με την γη.
Το ίδιο συμβούλεψε να κάνουν και οι άλλοι χτιστάδες, να βάλουν από ένα αγκωνάρι σε κάθε γωνία. Πάνω στην πρώτη πέτρα ο Μαστρογιάννης έβαλε άλλη πέτρα σκαλισμένη με τρύπες.  Σε δυο γυάλινα βάζα έβαλαν μέσα αναμνηστικά αντικείμενα: Τρία νομίσματα με την χρονολογία αυτού του χρόνου, ένα συμφωνητικό  να το βρούνε οι μεταγενέστεροι που να μαρτυράει, ποιος έκτισε το καμπαναριό. Από ένα παλτό κάποιος τους έδωσε ένα κουμπί με το κεφάλι του Ερμή φτιαγμένο κείνο τον χρόνο. Τέλος έβαλαν μια αναμνηστική φωτογραφία τους και έναν ασημένιο  σταυρό, που τους έδωσε μια γυναίκα. Ύστερα σφράγισαν με εφαρμοστή πέτρα και λάσπη την αναμνηστική πέτρα με τους κρυμμένους μέσα  θησαυρούς.
Ο κόσμος που ήταν εκεί, και ήταν πολλοί , έριξαν μπόλικα λεφτά να δώσουν χαρά και τροφή στους μαστόρους. Η τσίτσα  με το κρασί έκανε πολλούς γύρους και έπιναν  «εις υγείαν» ο ένας στον άλλον,   ευχόμενοι στέρεο και καλορίζικο το καμπαναριό.  
Το χτίσιμο σε λίγο καιρό προχώρησε γρήγορα . όλοι έβαλαν τα δυνατά τους και οι σκαλωσιές και η οικοδομή έφτασε στον τέταρτο και τελευταίο όροφο. Σε λίγες μέρες  θα τέλειωναν.
Το συμβούλιο και ο παπάς και οι προεστοί, έβλεπαν τις σμιλεμένες πέτρες  τοποθετημένες με ακρίβεια στις γωνιές και στις καμάρες και χαίρονταν.
Και σαν τελείωσε το καμπαναριό το καμάρωναν μικροί και μεγάλοι. Ο παπάς πλησίασε τον αρχιμάστορα και του είπε:


__Αύριο πάρε το τσούρμο κι ελάτε να ευλογηθείτε.


Κυριακή  πρωί ήταν.   Ξεσκούφωτος μπροστά ο Μαστρογιάννης,  πίσω οι μαστόροι με τα μαστορόπουλα, ανέβηκαν το σκαλί και έμπαιναν στην εκκλησιά.  Έβγαλε ένα χάρτινο νόμισμα και το έριξε στο δίσκο για όλους . Εκείνοι πάτησαν αλαφρά πάνω στο χαλί και προσκύνησαν τον Αι Γιώργη στο εικονοστάσι και ο κάθε ένας έπαιρνε και άναβε  ένα κερί στην Χάρη του. Με ευλάβεια, με χαρά, με τάξη, πιάσανε την δεξιά πάντα της εκκλησιάς όλοι μαζί. Δυο τρεις οι γεροντότεροι έπιασαν τα στασίδια να ξεκουράσουν τα κουρασμένα κορμιά τους.  Ο παπάς τους κρυφοκοίταγε συγκινημένος και σκέφτηκε πως τούτοι οι άνθρωποι έχουν τον Θεό στην καρδιά τους και τους ευλόγαγε.
Τελειώνοντας ο παπάς ευχήθηκε να έχουν την ευλογία και την Χάρη  του Κυρίου και όλοι κατευθύνθηκαν στο πανύψηλο καμπαναριό. Οι πιο ευκίνητοι ανέβηκαν στην κορυφή, εκεί  που χτύπαγε λίγο πιο πριν γλυκόλαλα  η Δημητσανίτικη καμπάνα. Από κει έβλεπαν μακρινά χωριά, τοπία όμορφα και βουναλάκια με γαλάζιες βαμμένες τις κορφές τους. Τέλεια δουλειά, μονολογούσαν ,καθώς κοίταζαν από κει αχόρταγα τον μακρινό  ορίζοντα.
Δυο καλοταϊσμένα αρνιά, βραστά στο λεβέτι, τους περίμεναν το μεσημέρι και γιοργούτι και κόκκινο κρασί να γιορτάσουν το τέλειωμα του όμορφου καμπαναριού
__Και τι κάθομαι, μονολόγησε ο Πρόεδρος του χωριού. Τούτοι είναι χεροδύναμοι και άριστοι μαστόροι, το σπίτι της μοναχοκόρης μου θα τους πω να φτιάξουν
Ο Μαστρογιάννης  με το μπουλούκι του έχτισε και αυτό το σπίτι, μετά το καμπαναριό. Έχτισε και εκκλησιές και γεφύρια και χτίρια και σπίτια πολλά σε όλη την Πελοπόννησο,  που μένουν ακόμη ζηλευτά και περήφανα να παινεύουν με την παρουσία τους και  βραβεύουν  τους Λαγκαδινούς μαστόρους στους αιώνες.
Πάνω στα αγκωνάρια είναι γραμμένα τα ονόματά τους, είναι η κούραση τους, είναι οι  θρύλοι και  οι  ιστορίες τους. Είναι  οι  αγωνίες τους ,  τα σημάδια τους και η ίδια η ζωή τους.


Οι  Λαγκαδινοί μαστόροι  μας άφησαν πολιτισμό, μας άφησαν γεφύρια που ενώνουν τους ανθρώπους στον τόπο μας, μας άφησαν εκκλησιές που λατρεύουμε τον Θεό μας, μας άφησαν σπίτια να κατοικούμε, μας άφησαν δημόσια κτίρια που τα χρησιμοποιούμε και σήμερα, μας άφησαν την ψυχή και την αγάπη τους!





Ελάχιστος φόρος τιμής!!


B GIRAKAS  13.7.2016



2 σχόλια:

  1. Είναι ένα καταπληκτικό κείμενο αντάξιο των λαγκαδινών μαστόρων.
    Φροντισμένο και εμπλουτισμένο με εικόνες και συναισθήματα.
    Εδώ διακρίνω όχι μόνο την ψυχή των μαστόρων αλλά και την ψυχή του συγγραφέα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή