Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2013

Ο ΓΙΟΥΚΟΣ

ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ Κ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
                                                            
  Πένθιμα σήμερα 12.6.2016 οι καμπάνες χτύπησαν και η φύση ντυμένη ακόμη στα γιορτινά.  Αποχαιρέτησε η   Τ Ο Υ Λ Α  μας στα 80 της χρόνια την ζωή, τους ανθρώπους και το χωριό.
__Τ Ο Υ Λ Α μου αγαπημένη φίλη και πατριώτισσα θα σε θυμόμαστε. ¨όλα τα ήξερες και όλα τα φρόντιζες. Και το σπίτι και τα παιδιά και στο χωράφι και στον αργαλειό και παντού. Σκόρπαγες χαρά και τραγούδι, αγάπη και καλοσύνη.
Τέτοιες μέρες γινόταν στον Αγιοθόδωρο  «ο Κούρος» και έβαζες τον εαυτόν σου μπροστά στις δουλειές. Και στις ετοιμασίες ήσουν πρώτη και το γάλα έπηζες τυρί στο μεγάλο λεβέτι και τα τραπέζια έστρωνες και το γιαούρτι πρόσφερες με αγάπη, όλα εντελώς δωρεάν.
Ότι μπόρεσες απλόχερα μας έδωσε. Θα είσαι πάντα γύρω μας στον νου μας στην καρδιά μας.
                                    Αντίο    Τ Ο Υ Λ Α   καλό  ταξίδι …

Καλεσμένη από τη φίλη μου στο πάνω χωριό,  ανέβαινα τον ανηφορικό δρόμο. Άφησα το ψηλό κυπαρίσσι με το φρεσκοβαμμένο κίτρινο σπίτι και τις ανθισμένες τριανταφυλλιές. Πέρασα ακόμη δυο λαχανόκηπους με παρτέρια δεξιά κι αριστερά του δρόμου και έφτασα στον αυλόγυρο διώροφου  σπιτιού
Δεν θα ήταν διακόσια  βήματα μακριά  από τον Ιερό Ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου και πενήντα  βήματα από το  σπίτι  της φίλης μου...............
Στο χαγιάτι, έξω από το κατώϊ , σε μεγάλο λεβέτι  χόχλαζε το   νερό από τα ξύλα που έκαιγαν . Μπουρμπουλήθρες κι αχνός συναγωνίζονταν .
Πυκνός καπνός, χτύπαγε στο τσιμεντένιο ταβάνι, έκανε ορθή γωνία κι ανέβαινε στον ουρανό. Η περιέργεια με έκανε να σταματήσω λίγο και έστρεψα τη προσοχή μου προς τα εκεί.
Δεν άργησαν τα βλέμματά μας να διασταυρωθούν.  
__Καλημέρα Τούλα. Τι κάνεις τέτοια ώρα;
__Παλιά μου τέχνη κόσκινο. Πλένω υφαντά που χρησιμοποίησα να τα βάλω στο γιούκο. Δεν έρχεσαι προς τα δω κυρία Άρτεμη; 
__Πηγαίνω στη φίλη μου.  Θα ‘ρθω  για λίγο να ιδώ  τα κεντητά απλάδια,  που έχεις απλώσει.
 Έτσι έγινε η αρχή. Κατέβηκα το μικρό πλακοστρωμένο διάδρομο και πλησίασα.
Τούλα είναι στολίδια  τ’ απλάδια που έχεις απλωμένα στις φράχτες!
__Που νάβλεπες όταν άπλωνα όλο το γιούκο στα δυορέματα, να αεριστεί, λουλούδιαζε ο τόπος. Και άσε την φήμη που έπαιρνα για την προίκα μου.
__Είχες επιτυχίες στη ζωή σου;
__Πολλές!. Τότε ήταν που οι γαμπροί χτυπάγανε την πόρτα μου. Από τότε οι δικοί μου ασχολήθηκαν με τα παντολογήματά μου και ήρθα νύφη στο αρχοντόσπιτο.
__Στο σπίτι μου δεν ξανάρθες και θα σκάσουν τα πόδια σου. Να φτιάξω καφέ να πιούμε;
__Δεν έτυχε να έρθω, της είπα. Τον  καφέ θα τον πιούμε. 
__Σε μισή ώρα θ’ αρχίσω το πλύσιμο .  Πάμε επάνω στο σπίτι; Με ρώτησε. 
__Και δεν πάμε;
 Ανεβήκαμε δώδεκα σκαλιά, φτάσαμε στο πλατύσκαλο, μπήκαμε στο χωλ και απευθείας  φτάσαμε στη φωτεινή σάλα.
Έπιβλητικός, Βαρύς  κι ορθοστημένος σε μια γωνιά, κοντά   στο παράθυρο, στολίζει τη σάλα ο γιούκος!
Πόσος κόπος χρειάστηκε να γίνει!  Πόσα νυχτέρια, πόσα ξενύχτια!. Πόσα όμορφα όνειρα έκανε!  Πόσες φορές την πήρε ο ύπνος και πόσες φορές τραγούδαγε συντροφιά με τη σαϊτα της  και το χτύπημα: τακ-τακ, του ξυλόχτενου!...   
Πώς να μην τον καμαρώνει;  πώς να μην τον λαχταρά;
Μέσα στη μεγάλη κασέλα είναι στιβαγμένα: σεντόνια, τραπεζομάντηλα, μαξιλαροθήκες, πετσέτες μαζί με λογής-λογής κεντήματα , καλοσιδερωμένα και καλοδιπλωμένα. Υφαντά για μια ζωή.
Πάνω απ’ την κασέλα ορθώνεται πολύχρωμος, περήφανος χιλιοτραγουδισμένος ο γιούκος της.
Διπλωμένα μ’ αγάπη και χάδι ένα- ένα τα υφαντά της. Πρώτα τα στρώματα και τα σαϊσματα  μπαίνουν στο κάτω μέρος. Είναι τα θεμέλια του γιούκου της, η βάση, η δύναμή του, η αντοχή του.
Σχήματα ορθογώνια,   παραλληλόγραμμα, το ένα πάνω στο άλλο είναι η χαρά, η ευτυχία,  η προίκα της.
Ματαράτσια, κλινοσκεπάσματα  πολύχρωμα , κεντητά, ριγωτά ακολουθούν.
Κουβέρτες χνουδάτες, παπλώματα ζεστά κατακόκκινα,  στρωσίδια και στολίδια, μπαντανίες, κιλίμια, φλοκάτες παίρνουν τη θέση τους.
Όλοκέντητα απλάδια με πολύχρωμα στολίδια, κόκκινα, μπλε κίτρινα πράσινα με σχέδια και λουλούδια φέρνουν στο νου την ολάνθιστη άνοιξη. 
Ενδιάμεσα γιούρντες με βαθύ μαύρο χρώμα με σιρίτια, δισάκια, τράιστα ,βελέσια ,μπαλαρίνες,  πάντες, ρούχα με κρόσσια  συμπληρώνουν το γιούκο της.
Στη ράχη παπλώματα, σεντόνια κι επάνω- πάνω κάτασπρα μαξυλάρια. Όλα καλοδιπλωμένα, τετραγωνισμένα και τοποθετημένα λες με το ράμμα!
Έτσι γίνεται και στήνεται  ο γιούκος.  Μια ζωή για να γίνει και μια ζωή μέσα του κλείνει.
__Πώ!  Πώ!  Τούλα,  τι είναι δω;
__Τι βλέπεις που δεν το βλέπω εγώ;
__Πώ!  Πώ! Μέχρι το ταβάνι φτάνει!
__Αυτόν βλέπεις;
 Σήκωσε το δεξί της χέρι και μου έδειχνε τον γιούκο της.
__  Ναι. Εσύ τα ύφανες  όλα αυτά;
__Χρόνια η μάνα μου  στραβωνότανε και ξενύχταγε όταν ακόμη ήμουν μικρή στη νάκα . Πάλευε να μου υφάνει την προίκα και έλεγε γυμνή θα την δώσω την κόρη μου;. Προσπάθησε, μ’ έμαθε. Μετά συνέχισα εγώ για την δικιά μου κόρη.
__Δεν έχω δει τόσο μεγάλο γιούκο!.
__Νά ήξερες και πόσα χάρισα.
__Πότε ξεκίνησες να υφαίνεις;
Θυμάμαι τη μάνα μου που ύφαινε κουρελούδες και άλλα υφαντά, ματαράτσια, κουβέρτες. Εγώ έβλεπα και ζήλευα. Δεν κρατήθηκα. Έκατσα στον αργαλειό, όταν η μάνα μου έλειπε.  Μικρή οχτώ, εννιά χρονών. Πέρναγα στο στημόνι τα κομμένα κουρέλια, που ήταν το υφάδι και έκανα σιγά- σιγά ένα κομμάτι κουρελού.
Το έχω ακόμη στο γιούκο  μου για θύμηση.
__Τόσα πολλά που έχεις, τρείς γάμους θα μπορούσες να κάνεις,  συμφωνείς;  Έτσι δεν είναι;
__Ήταν νοικοκυρά η μάνα μου. Κι εγώ το ίδιο. Δεν με έλειπε τίποτε. Αλήθεια είναι ότι έχω πολλά υφαντά και θα μπορούσα να κάνω ένα γάμο ακόμη. Δεν ήταν της μόδας τότε που ήμουν νέα όπως είναι τώρα, που ξαναπαντρεύονται.  Να ξαναγίνω νύφη και θα ιδείς πώς καμαρώνω.
 Είπα στη κόρη μου να πάρει την προίκα που με κόπο της  ετοίμασα.
__  Οι καιροί άλλαξαν. Τα έτοιμα είναι καλύτερα, μου είπε.
 Δεν τα καταδέχονται πια τα παραδοσιακά.  Της είπα:  « πάρτα και φύλαχτα για την κόρη σου». Γέλασε!. Ούτε κι αυτό έγινε. Να γιατί  ο γιούκος φτάνει στο ταβάνι.
__Η σάλα δεν έχει μόνο ομορφιά Τούλα, έχει κι ωραία μυρωδιά.
__Ο γιούκος μου κρύβει πολλά μυριστικά. Θέλει τα δικά του για να συντηρηθεί και να μην τον φάει ο σκόρος. Βασιλικό, λεβάντα δεντρολίβανο,  βάγια . Τον αγαπώ και τον προσέχω.

__Τι θυμάσαι κυρά Τούλα, από τα παλιά χρόνια;

__Τι να πρωτοθυμηθώ! Τα μαλλιά και το πλύσιμό τους, τα λανάρια  που τα ξαίναμε, τη ρόκα με την τουλούπα, τη δρούγα με το σφοντύλι και το γνέσιμο;
__Αλήθεια,  ήξερες και έκανες όλα αυτά;
__Να ήταν μόνο αυτά!  Πού είναι το βάψιμο των μαλλιών, το ανεμίδι και η ανέμη, το διάσημο, το μίτωμα κ.ά. Βαλε και τα του αργαλειού.  Αντιά, παραντιά, χτένια, ξυλόχτενα, σαϊτες  κλπ.
Ακόμη ακούγεται  στ’αφτιά μου ο ήχος του αργαλειού. Τακ , τακ , τακ τακ με το ξυλόχτενο να χτυπάει και η σαϊτα να πηγαινοέρχεται με σβελτάδα από την μια πλευρά του στημονιού στην άλλη. Δουλεύανε  τότε αρμονικά και σβέλτα χέρια, πόδια και μυαλό και   υφαίναμε μέρα νύχτα. Είναι να μη καμαρώνω τα κόπια μου;  το γιούκο μου;
__Απίστευτη ομορφιά, Τούλα. Πολλές  θύμισες  θα  ‘χεις.
__Πολλές. Έλα να σου δείξω κι από κοντά. Κάνει έτσι τραβάει δυο πάντες κεντητές. Με πουλιά να κελαηδούν πάνω σε κλαδιά, η μια, πρόβατα με τσοπάνη και γκλίτσα σε πράσινο λιβάδι, η άλλη. Κεντίδια πολλά:  γλάστρες, βάζα, πουλιά, σε τράστα, προσκέφαλα και ποδιές μου έδειξε.
__Θαύμα!. Μπράβο, είναι αριστουργήματα!. Πώς τα ‘μαθες όλα αυτά;
__Μην παραξενευτείς.  Αποφοίτησα με άριστα από το ιδιωτικό εκπαιδευτήριο υφαντικής στα Δυορέματα.  Συνέχισα τις σπουδές στα Μπαρουναίϊκα.  Μόνιμα εκθέτω έργα μου σε εκθέσεις και γιορτές . Όπως «Το σκυλί φύλακας» στη γιορτή της κουράς των προβάτων στον  Άγιο Θόδωρο, που βραβεύτηκε.
Ο γιούκος μου είναι  η ιστορία μου ζωντανή. Είναι μέσα του, ο κόπος μου, τα όνειρα, ή ελπίδα , η χαρά. 
Είναι στα σπλάχνα του, θύμισες, εικόνες, γάμος, κουφέτα, ευχές. Γιορτές του άντρα μου, των παιδιών μου, επισκέψεις, χαιρετούρες, τραγούδια,  χοροί.
Η Τούλα μας μια δυο φορές την βδομάδα , μεριάει το χράμι  που σκεπάζει το γιούκο της. Τον καμαρώνει και λάμπει η σάλα και η ψυχή της.
B GIRAKAS


3 σχόλια:

  1. Αν θυμάμαι καλά, ο Νίκος Γράψας στο δίσκο "Πάραλος" (τραγούδια της Αρκαδίας) έχει ένα καταπληκτικό τραγούδι για μια Διαμάντω που διάζεται πανί.

    Δεν μπόρεσα να το βρω.......

    Αντί αυτού, Βαγγέλη σου αφιερώνω το παρακάτω τραγούδι, ευχαριστίες για τα ταξίδια που μας κάνεις!!!

    κλικ ΕΔΩ

    χψ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Το έργο αυτό του Βαγγέλη προξενεί χτυποκάρδια σε ανθρώπους κάποιας ηλικίας που πρόλαβαν στο χωριό μας την ακμή της υφαντικής και πλεκτικής βιοτεχνίας. Κάθε σπίτι κι ο αργαλειός του.Τα ξυλόχτενα σ' όλες τις γειτονιές, μέρα νύχτα, έπαιζαν ρυθμικά:τακ-τακ, τακ-τακ,ίδια ορχήστρα!
    Αυτό για τις υφάντρες σήμαινε τέλειο συντονισμό ποδιών,χεριών, σώματος και μυαλού πασπαλισμένα με αφθονο μεράκι.
    Τότε υπήρχαν μπόλικα κοπέλες. Έλαμπαν από χαρά όταν κάθε Κυριακή γύριζαν από τα Λαγκάδια ή τη Στρέζοβα φορτωμένες με πακέτα νέματα. Μέσα ησαν θηλιές-θηλιές άσπρες ή μπλέ που σε λίγο θα γίνονταν υφάδι ή στημόνι.
    ΄Εχω εικόνες από όλες τις διαδικασίες που πρηγούνταν όσο να γίνει το υφαντό. Και ήσαν πολλές. Αναφέρονται άλλωστε στο κείμενο και που κάθε μια πρέπει να αποτελέσει ίδιο θέμα. Υπογραμμίζω μόνο την αγαστή συνεργασία, την αλληλλεγγύη και το κέφι των γυναικών όταν έκαναν "το μαζεμα του πανιού" ή όπου αλλού χρειαζόταν ομαδική προσπάθεια.
    Και αυτό το πόνημα του Βαγγέλη, με τον τρόπο του, ζωντανεύει μια ακόμη νοσταλγική εποχή, που έφυγε ανεπιστρεπτεί, αλλά ως παράδοση πρέπει οπωσδήποτε να μείνει. Στο λαϊκό μας μουσείο, που δεν ξέρω γιατί σνομπάρεται, πρέπει να υπάρξουν όλα τα εργαλεία υφαντικής σε ζεύξη, έτοιμα προς χρήση! Αυτό αποτελεί χρέος μας προς τους γονείς μας που είχαν πρώτο μέλημά τους ολοχρονίς τον ΑΡΓΑΛΕΙΟ,εξω από το σπαρτό και το ξενοδούλι που ήσαν όμως εποχιακά.
    Υ.Γ. Βρίσκω προσωπικά πολύ τρυφερό το σχόλιο του χψ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Θυμάμαι απο μικρό παιδί,τον γιούκο στη γωνία
    που'φτιαχνε η μάνα το πρωί με τις μικρές της πλάτες
    χαφιέδες ήτανε οι κοκκινες φλοκάτες
    σαν βγαίνανε τα κρόσια τους κυματιστά πανιά

    και κάθε βράδυ χάλαγε σκεπάσματα να γίνει
    τα σώματα και τις ψυχές βαριά να τα ζεστάνει
    γιατί τα δυό σιγόβραζαν στο ίδιο το καζάνι
    και ασημένια σκόνη τους έριχνε η σελήνη

    και το πρωί λιαζόντουσαν τα ρούχα στο σχοινί
    είχαν την μυρωδιά ανθρώπινης ζωντάνιας
    έστεκαν όμως στο σχοινί δείγμα πικρής ορφάνειας
    αρνάκια που νοστάλγησαν να μπούν μέσ'το παχνί.




    Να τώρα γιούκος έγιναν όλα
    με μετρημένες γωνίες και φάσες
    μέχρι το βράδυ θα κάνω δυό πάσες
    με των σκληρών παπουτσιών μου την σόλα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή