Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2015

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ (Μπρουκλόγιαννης –Μαγκογιώργης)



Του ΒΑΓΓΕΛΗ   Κ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
Εδώ και   τρία χρόνια περίπου (2012) ξεκίνησα να  καταγράφω,  όπως τις άκουγα,  διάφορες μικρές  ιστορίες  του χωριού μου, Μυγδαλιά Γορτυνίας.  Δεν μπορούσα να φανταστώ τον πλούτο  και την ομορφιά που κρύβουν μέσα τους οι κάθε λογής λαϊκές παραδόσεις.  Κατάφερα να καταγράψω ελάχιστες από το σύνολο. Βέβαια δεν έγινε έγκαιρα  συστηματική δουλειά, για να καταγραφούν πολλές από τις θυμοσοφίες, τα ανέκδοτα  και τα καλαμπούρια των πατριωτών. Πολλά  χάθηκαν στον πυθμένα της αιωνιότητας. Κατόρθωσα όμως, άλλα από δω και άλλα από κει,  αρπαχτά όπως λέμε,  να καταγράψω και στο χαρτί λίγα απομεινάρια.
  
 Χώρος αναβίωσης και συλλογής, ως επί το πλείστον, είναι τα καφενεία του χωριού. Φτάνει να αρχίσει ένας από τους θαμώνες να ιστορεί, οι άλλοι ακούνε και συμπληρώνουν. Μεταφέρουν τα δικά τους καλαμπούρια, για τους ανθρώπους, που οι ίδιοι έζησαν από κοντά, άκουσαν με τα αυτιά τους  ή γεγονότα που είδαν με τα μάτια τους. 
 Έτσι κοινοποιούνται οι δικές τους γνώσεις και εμπειρίες. 
 Κάποιες φορές ξεκινούν μια ιστορία κάποιοι θαμώνες, άσχετοι με το θέμα, απλώς για να το ακούσουν από τον  απέναντί τους,  που το ξέρει καλύτερα και  τον παρακινούν κιόλας  να το διηγηθεί.                           
 Στο καφενείο λοιπόν λέγονται κυρίως αυτά τα όμορφα λαϊκά σοφίσματα, άλλοτε αυτούσια, άλλοτε παραφρασμένα και κουτσουρεμένα και άλλοτε διογκωμένα. Όλα αλλάζουν μέσα στο χρόνο με αυτές τις ιστορίες. Δεν έχουν καταγραφεί «σε πρώτη εκτέλεση», όπως  λέμε, και με τη μεταφορά τους από στόμα σε στόμα, όπως ταξιδεύουν, χάνεται η ακρίβεια και το αυθεντικό  τους, ο ειρμός και η ομορφιά τους.
Όσο περισσότερες ιστορίες καταγράφω, τόσο περισσότερο νοιώθω μια αγαλλίαση,  μια  χαρά, ένα χρέος, αν θέλετε . Ακούγοντας  αυτές τις μικρές ιστορίες, ξεθάβονται άνθρωποι,  μνήμες,  γεγονότα. Γίνεται ζωντανή απεικόνιση χώρου και τόπου (σπιτιών, δρόμων, τοπωνυμίων, καλυβιών  κλπ.) Με αυτές τις ιστορίες  καταλαβαίνεις πολλά, για τις συνήθειες, τα ελαττώματα , τις πονηριές, τα καμώματα, τις ευαισθησίες , τις λαχτάρες, τους πόνους, τις συνήθειες  και τόσα άλλα πράγματα των παλαιότερων κυρίως συγχωριανών μας.
Όσο καταλαβαίνω ότι οι άνθρωποι σώνονται και η εξιστόρηση σιγά σιγά εκλείπει, με στενοχωρεί. Οι πηγές πληροφοριών λιγοστεύουν και στερεύουν. Και δεν είναι μόνο αυτό. Στο χωριό δεν γεννιούνται πλέον καινούργιες ιστορίες.
Ένας  καλός κουβαλητής αυτών των όμορφων ιστοριών είναι ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ, το όνομά του,   ΜΑΓΚΑΣ,  το παρατσούκλι του. Ζούσε και ζει στο χωριό, χωρίς ποτέ να απομακρυνθεί απ’ αυτό. Ακονισμένο μυαλό, πειραχτήρι, αριθμομνήμων, πονηρός και έξυπνος, σπάνιος χαρακτήρας. Κατέγραφε και κρατεί στο μυαλό του τα καλαμπούρια, τις ιστορίες, τα ανέκδοτα που άκουγε κατά καιρούς. Και όταν έρχεται η ώρα τα διηγείται. Δεν θα σταθώ όμως μόνο στο μνημονικό το.  Έχει και ένα διαβολεμένο τρόπο μεταφοράς τους στον ακροατή!  Εδώ ισχύει  « Πόσοι Ναπολέοντες βόσκουσι χοίρους».  Αδικημένος από τις δυσκολίες της παιδικής του εποχής και την φτώχια των δικών του , δεν σπούδασε. Παρ΄ όλα αυτά έχει πολλά προτερήματα. Και κοινωνικότητα και ευαισθησία και γνώσεις πολλές σε ποικίλα θέματα και ταλέντο στην αφήγηση!
Και έτσι όμως,  όπως είναι,   είναι τόσο ευχαριστημένος , τόσο φιλοσοφημένος, τόσο απλός και θα έλεγα και πολύ δίκαιος.Ένα τον χαλάει. Η αντίδρασή του, όταν χάνει στα χαρτιά, στην δηλωτή! 
Το θέμα μας όμως δεν είναι αυτό.  Το θέμα είναι ότι μαζί με άλλους είναι κουβαλητής μύθων και πραγματικών ιστοριών του χωριού μας.

Στο καφενείο, καθώς ξετυλίγεται το νήμα με τις ιστορίες και τ’ ανέκδοτα,  βρήκα ένα ακόμη ισχυρό πρόσωπο, να ταράζει τα ήσυχα νερά του καφενείου, με τα καλαμπούρια του και την αφήγηση ιστοριών. Τον   ΓΙΑΝΝΗ  ΜΠΡΟΥΚΛΟΓΙΑΝΝΗ.
Ο Μπρουκλόγιαννης είναι μια ξεχωριστή μορφή στην μουσική και στο κλαρίνο. Άριστος κλαριντζής! Έπαιξε εδώ και στο εξωτερικό τραγούδια χαράς, γάμου, γιορτής. Συρτά, τραπεζιού και άλλα. Μας διασκέδασε, πρόβαλε το χωριό μας και είναι ακουστό: « Α! Από του Μπρουκλόγιαννη το χωριό είσαι». Σου λέει ο άλλος! Μέσα από την δουλειά του γνώρισε πολύ κόσμο, έμαθε πολλές ιστορίες και με ευχέρεια τις μεταφέρει. 
 __Γιάννη, γιατί έμαθες  κλαρίνο; Τον είχα ρωτήσει μια φορά.
__Από αγάπη στην παράδοση και από μεράκι, μου απάντησε.
Το μυαλό του έχει μια ταινία μνήμης μέσα του. Θυμάται τόσα πολλά πράγματα, που λες  ότι το κεφάλι του ενέχει κάτι το μυστηριώδες!           Η εξιστόρηση των γεγονότων που λέει ,είναι απίθανη. Αρκεί να τον κοιτάζεις στα μάτια. Αν γυρίσεις το βλέμμα σου αλλού, χάθηκες! Λες και διέκοψες ιεροτελεστία!  Σταματάει την κουβέντα και μετά τον παρακαλείς να συνεχίσει. Αυτός είναι ο Γιάννης μας .                                                                                           Γιάννη μου, κάθε ημέρα και κάθε ώρα και όλα τα χρόνια να είσαι γερός. Ευχή από την καρδιά μου. …                                                                                 
Ο Μπρουκλόγιαννης λοιπόν  από την μια πλευρά και ο  Μαγκογιώργης από την άλλη μας παρασέρνουν μακριά, σε βαθειά νερά της ιστορίας των Γλανιτσιωτών. Μια ατελείωτη ομορφιά όταν κουβεντιάζουν στο μαγαζί αλλά και όταν διαφωνούν στις λεπτομέρειες.
Αν διαφωνήσουν οι δυο  σε κάποιο σημείο της ιστορίας και ειπεί ο ένας  « όχι δεν είναι έτσι»,  χάλασε η εικόνα και η επαναφορά της διήγησης θέλει μεγάλη προσπάθεια. Τα γέλια όμως των παραβρισκόμενων  πάνε  σύννεφο.
 Πάντως με τον δικό τους ανεκδοτολογικό τρόπο, που ιστορούν στιγμές του βίου των Γλανιτσιωτών,  είναι απίθανοι, απολαυστικοί.
Οι δυο τους είναι  οι μοναδικοί σχεδόν θεματοφύλακες των παραδόσεων του χωριού. Κάποιος έπρεπε να τους είχε υποδείξει να τα μαζέψουν όλα αυτά και να τα καταγράψουν στο άψυχο χαρτί. Τόσο καλάείναι.                                                                                                               Και μιας το έφερε η κουβέντα, ακούστε τί  μου είπε μια μέρα με πολλή στενοχώρια ο Μπρουκλόγιαννης .
__Έχω κάνει ένα μεγάλο λάθος και τώρα είναι αργά, δεν διορθώνεται.
__Τι λάθος έκανες, ρε Γιάννη;  Τον ρώτησα για να ξεσπάσει και να φύγει ο καημός από μέσα του.
__Να! Τα μοιρολόγια που λέγανε οι γυναίκες στο χωριό, ήταν  το κάτι άλλο! Πώς να στο ειπώ! Τα λόγια και η μουσική τους δεν περιγράφονται. Ήσαν πολλές γυναίκες που μοιρολογούσαν. Και η Καψίνα και η Ντούσιαινα και άλλες. Αυτά τα μοιρολόγια μπορούσα να τα γράψω.  ‘Ηταν πλούτος. Δεν τα έγραψα και πάνε.. Χαθήκανε…
Και άλλα πολλά μολόγαγε τότε ο Γιάννης. Έπρεπε να έχεις μαγνητόφωνο να τα συγκρατήσεις.
 Από την μια κουβέντα στην άλλη, τελικά  καταλήγαμε στα πρόβατα και στα κριάρια, που είναι η κυριότερη απασχόληση των κατοίκων του χωριού….. Και αυτή είναι η ομορφιά στα καφενεία, όταν συζητούν παλιές ιστορίες  και  ύστερα κοντινές, επίκαιρες. Η κουβέντα δηλαδή γίνεται σαν το ακορντεόν!
Κατά καιρούς άκουσα πολλές ιστορίες και  καλαμπούρια  από τους δύο, πίνοντας το καφεδάκι μου.
Πώς να ξεχάσω αυτές που λέγανε για τα Χριστούγεννα του παλιού καιρού, με το σφάξιμο των γουρουνιών. Σε ποιους είχε φύγει το γουρούνι μισοσφαγμένο και η κοροϊδία πήγαινε κι ερχόταν. Πώς γίνονταν οι επισκέψεις στα γιορτοφόρια, τα φιλέματα κλπ.
 Πού να τους ακούς να λένε για τα πανηγύρια, για τα ομαδικά τραπέζια, με τις τσίτσες, που έπιναν ένας ένας κρασί . Για τους τσοπαναραίους με τα τράστα και τα λεβέτια κρεμασμένα στις φούρκες και στα δέντρα.  Ακούτε συζήτηση στο καφενείο :
Κάποιο βράδυ, ένας θαμώνας ζήτησε την ιστορία με την κάπα. 
__Ποιος ξέρει να μας πει  με την κοζίνα  τί έγινε τότε ;
Και η διήγηση ξεκίνησε από τον Γιάννη ή από άλλον, δεν θυμάμαι. Και λέγει:
__Ήτανε τότε που οι τσοπάνηδες ξεκαλοκαιριάζανε κοντά στα πρόβατα, για να μην πηγαίνουν την νύχτα στις ζημιές. Κάποιος τσοπάνης, όνομα και μη χωριό, είχε κρεμάσει την κοζίνα (κάπα) του σε έναν πρίνο. Το βράδυ που πήγαινε κοντά στα πρόβατα, κοιμότανε με δαύτηνε.
Πήγανε κάτι παλιόπαιδα, την ξεκρεμάσανε και την απλώσανε χάμου. Την μαγαρίσανε και την ξανά κρεμάσανε. Καταλαβαίνεις, τι έγινε, όταν το πήρε είδηση ο τσοπάνης το βράδυ που πήγε να κοιμηθεί! Μετάφερε  το «εύοσμο» περιστατικό στην αγορά με οργή και απειλές. Τα αστεία, τα γέλια και η  κοροϊδία από τις παρέες,  που ακούγανε, πήγαινε σύννεφο.
 Και τί δεν έχουν διηγηθεί στο καφενείο, προ πάντων αυτοί οι δυο, ο Γιάννης και ο Γιώργος!
Ιστορίες για το ξεφύλλισμα των αραποσιτιών στην ξέλαση, το αλώνισμα με τα άλογα και για τα άχερα. Τώρα που πολλά στριφογυρίζουνε στο κεφάλι μου, θα προσθέσω και τούτα:
Για τις αγουρίδες, τα άγουρα σταφύλια, έχετε ακούσει;…..
Τις βάζανε στο στόμα τους, αν δεν είχαν νερό,  να ξεδιψάσουνε. Τις χρησιμοποιούσαν για ξύδι και στις φακές και για… λεμονάδες!
  Για τις θημωνιές στα αλώνια με τους βαλμάδες , το κουβάλημα του καρπού και τα άχερα με χαράρια. Όλα είχαν τις ιστορίες τους.
Το άλλο με τα γλέντια; Να ξεκινάει η μια παρέα το τραγούδι και ύστερα να το παίρνει η άλλη. Έτσι τα γλέντια γίνονταν με κέφι και μεράκι. Και πολλά- πολλά άλλα ενδιαφέροντα.
 Πολλά απ’ αυτά τα ανέκδοτα και καλαμπούρια αναφέρονταν σε ανθρώπους και κάποιο ή κάποια πρόσωπα βγαίνανε στην φόρα από τους αφηγητές μας. Έτσι η  ιδιόρρυθμη διασκέδαση στα καφενεία του χωριού δεν έχει τέλος.
 Ας στο διάολο η Αθήνα σου! Αφήσαμε την απλότητα και την γνησιότητα, γίναμε κίβδηλοι και χάσαμε την ψυχική μας ηρεμία.

Με το μικρό αυτό αυθαίρετο ανθολόγιο θέλω να σας ειπώ, ότι οι δυο καλοί μας φίλοι  είναι οι κύριοι συνδετικοί κρίκοι και θα έλεγα μοναδική  γέφυρα με την παράδοση του τόπου μας.  Έχουν συλλέξει στο μυαλό τους πλούσιες εικόνες και  ανεκδοτολογικό υλικό, που με μεγάλη χαρά το μεταφέρουν στο κοινό για τέρψη και για διατήρηση.
Δεν είναι οι μόνοι βέβαια. Είναι και άλλοι, όπως ο  «ληξίαρχος» του χωριού Μαγγοθανάσης, περιστασιακά το καλοκαίρι ο Γεώργιος Δημητρακάς ή Ζιολής και άλλοι.
Για πρώτη γεύση διαβάστε ολοκληρωμένη  την πιο κάτω ιστορία, εξιστορημένη από τον Μαγκογιώργη:

                                    ΠΑΠΑΔΟΓΚΟΝΑΣ και ΓΙΩΡΓΟΥΤΣΟΣ

Οι συμπαθητικοί αυτοί πατριώτες μας, που μας έχουν αφήσει πολλά χρόνια τώρα, έλεγαν και έκαναν τα δικά τους αστεία.
Πολλές φορές οι δυο τους έπαιζαν κολτσίνα στο καφενείο του Μαγκόγιαννη. Κάποια ημέρα που βρέθηκε μόνος του στο καφενείο ο Αντώνης Μποσμής ή Παπαδόγκωνας,  όπως ήταν το παρατσούκλι του, φώναξε την Μαριώ, κόρη του Μαγκόγιαννη.  Εκείνη βόηθαγε στις δουλειές του καφενείου και έφτιανε κανέναν καφέ.
Της λέγει λοιπόν  ο Παπαδόγκωνας
_Τώρα που θα έρθει ο  Γιωργούτσος , (Γιώργης Σταθόπουλος  το όνομά του) και θα ξεκινήσουμε να παίζουμε χαρτιά, θα σου δίνω παραγγελία να φέρεις νερό να πιω. Εσύ, όσο και να επιμένω, νερό να μην φέρνεις.  Τ’  ακούς;
__Μα πώς θα γίνει να παραγγέλνεις νερό να πιεις κι εγώ να μην φέρνω;
__Έχω τον λόγο μου, της επανέλαβε. Να κάνεις ότι δεν ακούς.
__Εντάξει ξάδερφε, του λέγει, καθ’ όσον ήσανε  η Μαριώ και ο Παπαδόγκωνας δεύτερα ξαδέρφια. Μετά από κανα μισάωρο ήρθε ο Γιωργούτσος στο καφενείο και αρχίσανε να  παίζουνε χαρτιά.
__Πού είσαι Μαριώ! φωνάζει ο Παπαδόγκωνας. Φέρε ένα ποτήρι νερό. Τίποτα η Μαριώ, ακολούθησε τις οδηγίες του. Δεύτερη φορά της ζήτησε ένα ποτήρι νερό. Η Μαριώ: « Στου κουφού την πόρτα, όσο θέλεις βρόντα»
Την Τρίτη φορά της ξαναφώναξε και η Μαριώ ούτε απλοήθηκε, ούτε νερό του έφερε. Οπότε γυρίζει , κοιτάζει προς το μέρος της και της λέει:
__Θα φέρεις μωρή νερό! Ή θα σου πάρει ο διάολος τον νουνό;
Η Μαριώ συνέχισε να μην φέρνει νερό και ο Παπαδόγκωνας, κάθε φορά που ζήταγε νερό της έλεγε: Θα φέρεις μωρή νερό ή θα σου πάρει ο διάολος το νουνό.
Κάποια στιγμή απόρησε και ο Γιωργούτσος με την συμπεριφορά του Παπαδόγκωνα. Μέσα του θίχτηκε, αλλά δεν ήθελε να το δείξει.  Τον κοιτάζει κατάματα και του λέγει.
_Για στάζου (Στάσου) μωρ’ Αντώνη!  Τί σου φταίει ο νουνός της και  τον παραδίνεις;    Γέλασε  ασυγκράτητα ο Αντώνης. Αλλά και όσοι ήταν μέσα έκαναν το ίδιο. Αφ΄ ενός μεν από το ιδιόμορφο γέλιο του Αντώνη  και αφ ετέρου με το σκηνικό του Αντώνη. 
Ήξεραν τόσο ο Αντώνης , όσο και οι γύρω του θαμώνες του καφενείου, ότι νουνός της Μαριώς ήτανε ο Γιωργούτσος. Τα γέλια δεν είχαν ταίρι!.

B GIRAKAS  14.11.2015
 
  

4 σχόλια:

  1. Όμορφο κείμενο με το χιουμοριστικό του μέρος και τα στοιχεία της παράδοσης να ξεχειλίζουν. Οι δε πρωταγωνιστές των ιστορούμενων άπαντες παρόντες (ζώντες και τεθνεώτες) με τις φωτογραφίες τους. Μια ακόμη πετυχημένη προσπάθεια του Βαγγέλη, στις τόσες που κάνει για το Χωριό μας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Χρίστος Χριστόπουλος26 Νοεμβρίου 2015 - 12:37 μ.μ.

    Ο Μπουκλόγιαννης ήταν συμμαθητής μου από την Α΄Δημοτικού και έχω στη μνήμη μου πολλά στιγμιότυπα από την παιδική μας ζωή. Στις καθημερινές μας συνάντήσεις ξεχώριζε πάντα μια κίμησή του: Κρατούσε μόνιμα ένα κομμάτι ξύλο, το έβαζε στο στόμα και "έπαιζε κλαρίνο" κορδωτός και χαρούμενος. Αργότερα κατάλαβα τη δύναμη που έχει "η κλίση" των ανθρώπων σε κάτι κι αυτό φαίνεται από νωρίς.
    Ο Γιάννης σιγα σιγά τη θέριεψε την κλίση του και την έκανε πραγματικότητα. Όταν μάλιστα έλαβε και το πρώτο του μεταλλικό κλαρίνο από την Αμερική, ποιος τον κράταγε.
    Γιάννη, σε θυμάμαι,σαν το πουλάκι που πρωτοβγαίνει από τ' αυγό, να προσπαθείς και να τα καταφέρνεις θαυμάσια!
    Ωσπου έγινες ένας καλλιτέχνης με ευρύτατη αναγνώριση στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Είμαστε όλοι υπερήφανοι που ανέβηκες τόσο γρήγορα και τόσο πολύ, μόνο με τις δικές σου ικανότητες. Τώρα αναπαύεσαι στις δάφνες σου και, με τις ντόπιες και κοσμοπολίτικες γνώσεις σου, καθώς και με τον χιουμοριστικό σου χαρακτήρα, ενημερώνεις και ψυχαγωγείς τους λίγους πατριώτες που έχουν μείνει στι Χωριό μας. Κι αυτό δεν είναι λίγο πράγμα.
    Να είσαι καλά, να κρατάς τη διάθεσή σου, να διηγείσααι τις εμπειρίες σου
    "και να μην επιτρέπεις διακοπές όταν ομιλείς. Και λίγη αγωγή χρειάζεται"

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Συλλογίζομαι πόσοι πανάξιοι άνθρωποι από το χωριό μας, έζησαν στην σιωπή και στην αφάνεια. Ο Γιάννης μας πάντως τ' κατάφερε. Η ψυχή του ήταν δοσμένη σε έναν ωραίο αγώνα και έναν ωραίο σκοπό (πέραν των υλικών αγαθών για να ζήσει) την διατήρηση της δημοτικής μουσικής.
    B G

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Χρίστος Χριστόπουλος27 Νοεμβρίου 2015 - 9:00 π.μ.

    Ο "καλός κουβαλητής" της Παράδοσης του χωριού, ο Γιώργος (ο Μάγκας), είναι αυτοδίδακτος , αλλά διαθέτει προσόντα πολυμαθή και ακριβοδίκαιου ανθρώπου. Ορθοτομεί την αλήθεια και γι΄αυτό μπορεί κανείς να τον εμπιστεύεται σε ό,τι λέγει. Είναι λιγομίλητος, θετικός, με τα χαρακτηριστικά που του αποδίδει ο Βαγγέλης και πράγματι αυτόν τον καιρό θεωρείται "ο σοφός γέρων" του Χωριού. Η ζωηρή μνήμη και η ορθή κρίση του είναι το δίδυμο στολίδι του, αλλά και την εντιμότητα έχει για κορώνα του.
    Είναι ευτύχημα που η εμπειρία του είναι πλούσια και τη μεταδίδει προς τέρψη και διατήρηση στα καφενελια του Χωριού μας.
    Ειδικά μαζί συνεργαστήκαμε στην ψαλτική, γιατί είναι και καλός ψάλτης, με αγάπη και αλληλοσεβασμό.
    Να είσαι καλά Γιώργη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή