Κυριακή, 24 Μαΐου 2015

ΤΟ ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ


Του  Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου
   Ήταν παραμονή του Αγίου Κωνσταντίνου. Η θεία Μαρία του Μπερέτσου από την Κερπινή, μιας και δεν μπορούσε η  φίλη της η Αρειστίδαινα  φέτος να πάνε  μαζί στο Εικονοστάσι, θα πήγαινε μόνη της, ν’ ανάψει  ένα κερί και το καντήλι.
Το πρωί είχαν πάει οι δυο ανύπαντρες γειτονοπούλες της , που πάντα πήγαινε μαζί τους , να το ανάψουν. Η θεια Μαρία είχε έξι παιδιά.  Ο  γιός της ο  Κώστας ήταν  στην Αθήνα και ο Γιώργος της πολλά  χρόνια  στην Αυστραλία . Πήγαινε και παρακάλαγε τον Άγιο, να τους  έχει καλά και να τους  φέρει μια μέρα κοντά της, πριν κλείσει τα μάτια της.
Φέτος είχε και άλλον λόγο. Η εγγονή  τής δεύτερης κόρης της , πριν δέκα μήνες, είχε γεννήσει κορίτσι. Έζησε λίγες ημέρες και μετά πέθανε το μωρό.

Τώρα μόλις γέννησε ένα αγόρι. Ήθελε να
παρακαλέσει τον Άγιο, όπως έκανε στον  Άγιο Θεόδωρο, στον Άγιο Θανάση, στον Άγιο Δημήτριο και στην Αγία Βαρβάρα, να ζήσει και να μην πάθει ο δισέγγονός της τίποτα.

 Έτσι πήρε αργά τ’ απόγιομα τον  δρόμο με τις άγριες ευωδιαστές  τριανταφυλλιές δεξιά κι αριστερά του και πήγαινε για κει. 
Η μέρα ήταν  μαγιάτικη ,η φύση  οργιαστική και χαρούμενη. Ήταν ευκαιρία να έρθει μέχρι το Εικονοστάσι και να ξεστραβωθεί από το μέσα  και την κλεισούρα του σπιτιού. Ίσως και να απαντούσε προσκυνητές ή συγγενείς,   από το διπλανό χωριό, την Γλανιτσιά, να στείλει χαιρετίσματα στην έγγαμη αδελφή της, που είχε καιρό να την ακούσει και να την ιδεί.

 Γύριζα από την κορυφή της Κουκούλας, μετά τον απογευματινό περίπατο, ιδρωμένος και κουρασμένος.
Σαν την είδα από μακριά μου κίνησε την περιέργεια!  Δεν τη γνώρισα. Πού να πήγαινε αυτή  η γυναίκα  τέτοια ώρα, σε έρημο μέρος;  Φαινόταν γριά όπως περπάταγε  αργά αργά στην άκρη του δρόμου. Το κεφάλι της με τα βίας το κρατούσε όρθιο, έγερνε μια δεξιά και μια αριστερά και στον ώμο της έφερε φουσκωμένο   τράστο.
Όση ώρα περπατούσε, δύο ή τρείς φορές σκόνταψε, έγειρε το σώμα της εμπρός και το τράστο ήλθε μπροστά της από το βάρος. Με κόπο  ίσιωσε το κορμί της και το επανέφερε  στον αδύνατο κυρτωμένο ώμο της.
Άνοιξα τις δρασκελιές μου και τάχυνα το βήμα μου. Πιο κάτω ήταν διασταύρωση δρόμων . Ήθελα να την δω και να μάθω ποια ήταν.

Από μικρό δρομίσκο ένα μουλάρι ξανάφανε τρέχοντας . Το σαμάρι γερτό έτοιμο να γυρίσει στην κοιλιά του ζώου,  είχε  πάνω μονόπαντα,  κλίματα και πουρνάρια. Η μια τριχιά σερνόταν σαν φίδι  στο έδαφος , έτοιμο να επιτεθεί και παρέσυρε πέτρες, χόρτα και ξύλα.
Πίσω από κάτι  νιτσιές και φτελιά που αφθονούσαν,  ακουγόταν η βραχνή και γεμάτη θυμό φωνή του αγωγιάτη ,  του Αρίστου του  Μάλαμα. Έβριζε απειλούσε και φόβιζε το μουλάρι.
__Πιάστο το διάβολο φίλε ,και κοίτα μη σε χτυπήσει. Μου είπε σαν με είδε άξαφνα μπροστά του.
__Γιατί να το πιάσω; Τι σου έκανε; Τον ρώτησα περιπαικτικά και γύρισα αλλού το πρόσωπό μου, για να σκάσω στα γέλια.
__Θα πάει στο χωριό ξεσαμάρωτο, με τις τριχιές σούρνοντας και θα φρύξει ο κόσμος,μου απάντησε.
Τον λυπήθηκα που ήταν αναστατωμένος κι αποσταμένος. Ίσως και να μην είχε ξύλα η γυναίκα του  να φουρνίσει , σκέφθηκα  και θα γινόταν περίγελος στο χωριό. Κάτι τέτοια θέλουν να δουν οι χωριάτες, για να παίξουν… θέατρο. Πώς έγινε το ξεσαμάρωμα, πώς έτρεχε ο αφέντης κοντά  στο μουλάρι, τι έλεγε και… τέτοια!  Δεν ήταν άργητα να ανάψει η φωτιά στο καφενείο και να μην σβένει σε βάρος του!.
 Και να, τι έκανα!
Στάθηκα με υψωμένη ψηλά  στο κεφάλι μου,  μια κλάρα φτελιά που βρήκα, μπροστά στο μονοπάτι που ερχόταν το μουλάρι, φοβερίζοντάς το  με δυνατές  φωνές,  μέχρι που γύρισε πίσω. Έπειτα εκείνο ακολούθησε άλλο μικρότερο μονοπάτι  για να αποφύγει τον κύριό του.
Εγώ τρέχοντας από πίσω, έπιασα την τριχιά που συρόταν στο έδαφος, την έφερα γρήγορα γύρω από τον κορμό μικρού θάμνου και το μουλάρι σταμάτησε. Γύρισε το κεφάλι στον αφέντη , τον κοίταγε  και περίμενε.
__Μα τον Άγιο Κωνσταντίνο!  φοβέρισε ο γέρο Μάλαμας. Τώρα θα ιδείς τι θα πάθεις!
 Πρώτη φορά άκουσα να επικαλούνται τον Άγιο  Κωνσταντίνο σε κείνο το μέρος .
__ Έχετε εδώ κοντά  Άγιο; Τον ρώτησα.
__Δεν το ξέρεις ; Εδώ κοντά μας είναι ο Άγιος Κωνσταντίνος , μου είπε  και μου έδειξε τον  δασωμένο χώρο που ήταν  το Εικονοστάσι.  Πολλές φορές είχα περάσει από το ίδιο μέρος μα η πυκνή βλάστηση το έκρυβε και δεν το είχα  ιδεί.
 Έτσι απασχολημένος που ήμουν δεν μπόρεσα να εντοπίσω εγκαίρως τον δρόμο που πήρε η γυναίκα. Εννόησα όμως ότι μάλλον είχε σκοπό να κατευθυνθεί   προς τον Άγιο.
  Πιο κάτω σε ύψωμα συνάντησα  βοσκό κοπαδιού. Δεν είναι εύκολο να προσπεράσεις  αυτούς τους ανθρώπους, χωρίς πρώτα να κουβεντιάσεις. Επιμένουν να ειπούν τα δικά τους, τις δυσκολίες , τη φτώχια τους.    Σε λίγο φάνηκε η γυναίκα  σε ένα χέρσο χωράφι δεξιά ενός μεγάλου πρίνου. Είχαμε καλή θέα και φαινόταν ο χορταριασμένος χώρος, το μονοπάτι  και  ο τρούλος  του  Εικονοστασίου.
Φύσαγε αέρας από βόρια που είναι τα  έλατα και η κορυφή του Άγιο Αιμιλιανού, σείοντας τα κλαδιά των δέντρων και την μαύρη μαντήλα που φόραγε στο κεφάλι της η γυναίκα. Σταμάτησε  για λίγο, πήρε με τα χέρια της  τις δυο άκρες   και   έδεσε το μαντήλι  κάτω από το σαγόνι,  για να μην το  παρασύρει ο αέρας.   Ύστερα πέρασε με κόπο την  χαμηλή ξερολιθιά και  πήρε το μονοπάτι που οδηγούσε στο Εικονοστάσι. Πέρασε  πάνω από το χοντρό κλωνάρι του δέντρου που ήταν πεσμένο κατά γης και πλησίασε   την ανατολική πλευρά, που ήταν τοιχίο φτιαγμένο με ογκόλιθους. Εκεί πιθανόν να ήταν λατρευτικός χώρος κάποιου Θεού,  άλλης εποχής.  Άφησε το τράστο της στο πέτρινο παλαιό κτίσμα  πήρε το μπουκάλι με  το λάδι  και   κάνοντας τον σταυρό της   πλησίασε το Εικονοστάσι .
Έβγαλε την εικόνα του Αγίου Κωνσταντίνου την σκούπισε με την παλάμη του δεξιού της χεριού, την ασπάσθηκε και την τοποθέτησε με ευλάβεια στην πρώτη της  θέση.  Έβαλε λάδι στο καντήλι που ήταν σβηστό και  τρεις  φορές προσπάθησε ν’ ανάψει  τα σπίρτα.    Εκείνα νοτισμένα από το λάδι, που είχε πέσει επάνω τους, δεν άναβαν.  Απογοητευμένη κρέμασε το τράστο σε διχάλα δέντρου και πήρε το δρόμο σταυροκοπούμενη προς κοντινή καλύβα τσοπάνου. Θα ήταν τριακόσια  μέτρα μακριά.
__Ποια να είναι αυτή η γυναίκα; Τη γνωρίζεις; Ρώτησα το βοσκό.
__Μα είναι η Μαρία του Μπερέτσου. Είστε και συγγενείς, νομίζω.
Εγώ ξαφνιάστηκα λίγο. Χαιρέτησα τον βοσκό και με μικρή παράκαμψη βρέθηκα στο Εικονοστάσι να συναντήσω την θεια Μαρία.
Η θεία Μαρία πήρε την  αντίθετη κατεύθυνση και   ήταν τριάντα μέτρα μακριά του καλυβιού.
__Ε! θεια Μαρία  της φώναξα με όση δύναμη είχα. Για πού το ‘βαλες; Την Τρίτη φορά μου απάντησε.
__Φωτιά έχεις;
  Στην άρνηση μου απάντησε. Στο καλύβι πηγαίνω. Περίμενε, όπου να ‘ναι γυρίζω.  Σε χρειάζομαι.
Περιεργάσθηκα το Εικονοστάσι και τον γύρω χώρο έως ότου γυρίσει η θεια Μαρία .
Τούτο είναι κτισμένο προ αμνημονεύτων χρόνων, έχει πολλές  ρωγμές και μέρος του σοβά είναι πεσμένος  στο έδαφος. Έχει σχήμα μικρού ναΐσκου με υποτυπώδη  παράθυρα  και ένα  άνοιγμα για το άναμμα του καντηλιού και το προσκύνημα των εικόνων. Ολόγυρα έχει πολλούς ανάγλυφους σταυρούς  και  καταλήγει στο πάνω μέρος σε έναν σιδερένιο σταυρό .  Έχει υπόγειο χώρο για αποθήκευση παλιών λατρευτικών σκευών και μπουκαλιών με λάδι. Στο επάνω μέρος είναι οι εικόνες και το καντήλι,  που  παλιότερα έκαιγε συνέχεια.
Το ταπεινό Εικονοστάσι του Αγίου Κωνσταντίνου, αγγίζει την ψυχή και την παρηγορεί για τον θάνατο και την  γεμίζει  με ελπίδα. Εδώ όλο και κάποια φωνή, προσεύχεται με επιμονή και παρακαλεί τον Άγιο να έχει καλά τους δικούς του. Τον χώρο τον σκιάζουν αιωνόβια δέντρα που όλο και κάποια πουλιά κελαηδούν την ημέρα και κουρνιάζουν τα βράδια στα κλαδιά τους. Ο χώρος   εκτός του τοιχίου είναι γεμάτος διασπαρμένους ογκόλιθους, ίσως από κάποιο αρχαίο ιερό που ήταν εκεί.
Η θεια Μαρία είχε αφήσει εκεί δυο κεριά που προόριζε ν’ ανάψει στο Εικονοστάσι  για όση
ώρα θα   έμενε εκεί προσευχόμενη.

 Προχώραγε δειλά  δειλά προς το καλύβι .  Είχε βέβαια τους λόγους της!   
__Θα βρω κανέναν εκεί να μου δώσει φωτιά; Διαλογίζεται!.   Παλιότερα είχε διαφωνήσει   με τον τσοπάνη που άφηνε τα πρόβατα στον περίγυρο του Εικονοστασίου και ήταν σκεπτική αν θα της έδιναν φωτιά. Μπορεί και να της  κακομιλούσαν κιόλας.   Όσο πλησίαζε δεν έβλεπε καπνό από άναμμα φωτιάς και ο περιφραγμένος αυλόγυρος της καλύβας  ήταν έρημος.
Άκουσε όμως βέλασμα αρνιών. Φώναξε δυο φορές το όνομα του τσοπάνη και αντί να ακούσει τρίξιμο πόρτας κι απάντηση, ένας μεγαλόσωμος ποιμενικός  σκύλος ήρθε κοντά της   γαυγίζοντας.
Φόβος την κατέλαβε και άρχισε να βγάζει άναρθρες κραυγές.
Η Ελένη, μακρινή ανιψιά του άντρα της, που ήταν μέσα στην καλύβα, άνοιξε  την χαμηλή πορτούλα θορυβημένη. Φώναξε δυνατά προς τον σκύλο:
__Μή! Μη! Μούργο. Και απευθύνθηκε συνέχεια  στην  γυναίκα. Μη φοβάσαι θεια Μαρία  ο σκύλος δεν τρώει!  Ο σκύλος, προφανώς για να παίξει, σήκωσε τα μπροστινά πόδια του στο στήθος της γυναίκας και με το βάρος του την έριξε κατά γης!
Η Ελένη έτρεξε κοντά της και, πριν την πιάσει από τις αμασχάλες να την σηκώσει ,την ρώτησε.
__Θεια! Θειάα! Χτύπησες Θεια; Πονάς κάπου; Είσαι καλά;
__Δεν έχω τίποτα. Μη φοβάσαι. Δεν χτύπησα, έπεσα μαλακά. Βοήθησέ με να σηκωθώ.
 Ο σκύλος έβαλε την ουρά κάτω από τα σκέλια και πήγε στο πίσω μέρος της καλύβας και κρύφτηκε να μην τον μαλώσουν.
__Ωχ! Ρε θεια, τι έπαθες απ’ το παλιόσκυλο;
 Με την βοήθεια της Ελένης σηκώθηκε όρθια κι έφτιαξε το φουστάνι της που είχε διπλώσει. Ύστερα έφερε τα χέρια της στο κεφάλι να φτιάξει τα μαλλιά και την μαντήλα, που έπεφταν χαμηλά στα μάτια και δεν έβλεπε.
__Ήταν γραφτό να το περάσω και τούτο!
__Έλα θεια Μαρία. Πάμε μέσα να ξεκουραστείς και να σου φτιάξω ένα καφεδάκι να πιείς. Εκείνη μετά δισταγμού, βοηθούμενη από την ανιψιά της, μπήκε στο καλύβι. Ανέβηκε τρία σκαλιά και πλησίασε στο τζάκι,σε ‘να χαμηλό τραπεζάκι και κάθισε στο σκαμνί.
Ένας φράχτης με αραιά σανίδια, χώριζε το καλύβι σε τρία μέρη. Εκεί αλλού έμπαιναν τα γαλάρια, αλλού τα στέρφα και αλλού τ’ αρνιά. Είχε και ένα μικρότερο χώρισμα που έμπαιναν τα κριάρια. Τ’ αρνιά σαν άκουσαν τον διάλογο των δυο γυναικών, άρχισαν κι αυτά να βελάζουν. Η ανιψιά της έφτιαξε τον καφέ, της έδωκε και μια φέτα ψωμί. Το βούταγε στον καφέ και το μάσαγε.
__Δεν έχω χρόνο πολύ κοπέλα μου. Όπου  να ‘ναι  νυχτώνει σε λίγο!  Φωτιά δώσε  μου ,  ν’ ανάψω το καντήλι. 
__Γι’ αυτό ήρθες εδώ θεια;
__Χύθηκε το λάδι στο τράστο και μούσκεψαν τα σπίρτα.
__Θα πάμε μαζί εκεί, ν’ ανάψουμε το καντήλι. Έτσι κι αλλιώς θα πήγαινα από κει ν’ ανάψω το καντήλι για την γιορτή μου. Όπου να ‘ναι έρχεται ο άντρας μου και φεύγουμε. Να ακούγονται τα πρόβατα και η φωνή του.
__Καλή αυριανή κόρη μου και χρόνια σου πολλά. Ο Άγιος Κωνσταντίνος μαζί σου. Μαζί με τον Κώστα μου γιορτάζεις.
__Φχαριστώ θεια , της είπε και βγήκε έξω να μιλήσει στον άντρα της.
__Άκουσα συζήτηση γυναίκα. Είναι κανένας μέσα;
__Ναι, η θεια Μαρία. Δεν είχε φωτιά ν’ ανάψει το καντήλι.
__Και τι μας νοιάζει εμάς. Τα λόγια της ήξερε να τα λέει. Τώρα ήρθε για φωτιά;
__Μην είσαι κακός και μην  φωνάζεις δυνατά. Ακούει τον ψύλλο! Ο Άγιος είναι και δικός μας. Αυτόν έχουμε εδώ κοντά για φύλακα.
Αυτά είπε στον άντρα της και ήρθε κοντά στην θεια Μαρία. Εκείνος οδηγούσε τα πρόβατα στην ξελόντζα, να απολύσει στην συνέχεια τ’ αρνιά να βυζάξουν.
__Να φύγουμε  τώρα κόρη μου, ο ήλιος κοντεύει να βασιλέψει και ξεκίνησαν για κει.
 Η θεια Μαρία είχε ξεχάσει την υπόσχεση, που μου έδωσε. Εγώ πάλι, περιεργαζόμενος το χώρο και το Εικονοστάσι, δεν μου φάνηκε πολύς ο χρόνος που έλλειπε.
Με καλησπέρισαν, με φίλησε η θεια Μαρία σταυρωτά στα μάγουλα και αμέσως με ρώτησε:
__Τσιε ο πατέρας σου καλά είναι; Του είχε μεγάλη αδυναμία . Ύστερα  επιδόθηκαν στο άναμμα του καντηλιού.  Η θεια Μαρία  έσκυψε ελαφρώς το κεφάλι της προς το στέρνο και τα χείλη της ψέλλιζαν.
Από το δρόμο που είχε έρθει και η θεια Μαρία  ξανάφαναν  δυο ανθρώπινες φιγούρες. Όσο πλησίαζαν, κουβέντιαζαν χαρμόσυνα και ακούγαμε το θόρυβο των παπουτσιών.
__Θα έρχονται και άλλοι προσκυνητές. Είπε ή Ελένη, αλλά η ώρα έχει περάσει. Είναι αργά!
Πλησιάζοντας φώναξε ό ένας .  Μ ά ν α α α α …
__Τι να τρέχει Ελένη; Την ρώτησα. Κανένας μας δεν πίστευε ότι η φωνή ήταν για εμάς. Η θεια Μαρία σαν να ξύπνησε από λήθαργο……….
__Αυτή είναι η φωνή του γιου μου. Είπε και σιώπησε ντροπιασμένη, μιας και δεν συνέχισε η φωνή να ακούγεται.  Φοβήθηκε πως από την έννοια της άκουγε την φωνή του.
Μα η λέξη  μ ά ν α   επανελήφθη και δυο και τρείς φορές ακόμη. Σκίρτησε από χαρά η  θεια.
__Ο Άγιος Κωνσταντίνος έφερε τα παιδιά  μου εδώ, είπε.
Δεν αργήσαμε να πληροφορηθούμε , ότι οι γιοί της, ο Κώστας της και ο Γιώργης από την Αυστραλία,  ήρθαν στο χωριό. Τους είδαν οι χωριανοί και οι γειτόνοι τους, και τους έστειλαν στο Εικονοστάσι του Αγίου Κωνσταντίνου να προσκυνήσουν τη Χαρη του.
Άναψαν και άλλα κεριά και αγκαλιασμένοι με την μάνα τους γύρισαν στο χωριό.
 B GIRAKAS  23/5/2015


                                

1 σχόλιο:

  1. Παλιότερα το Εικονοστάσι του Αγίου Κων/νου και η τοποθεσία ήσαν πολύ γνωστά και εθεωρείτο τόπος ιερός από τους κατοίκους των δύο χωριών, Μυγδαλιάς και Κερπινής και όχι μόνο.
    Στα μικρά παιδιά το πολύ δασωμένο μέρος και η ιερή ησυχία ενέπνεε και κάποιο φόβο, κυρίως το βράδυ. Ενθυμούμαι μερικές λειτανίες που γίνονταν εκεί από τα δυο χωριά σε έκτακτες περιπτώσεις, ανομβρία, επιδημίες κλπ.
    Σήμερα που όλα έχουν παρακμάσει στα μέρη μας και τα αγιάσματά μας μένουν στη μοναξιά τους, ο Βαγγέλης επιλέγει να φέρει στην επιφάνεια τον ιερό τόπο του Αγίου Κωνσταντίνου με καλή πλοκή και διάφορα περιστατικά, πάντα μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι του τόπου μας.
    Χρόνια πολλά

    ΑπάντησηΔιαγραφή