Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2014

ΚΑΙ Τ’ ΟΝΟΜΑ ΑΥΤΗΣ … Ζ Α Μ Π Ι Α

                                                                               Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου
__Και δε μου λες σύντεκνε, από πού
είσαι;
__Από  πού αλλού. Από την γ-Κρήτη, το χωριό  Ρουμελή του  Ρεθύμνου.
__Και τί γυρεύεις εδώ;
__Ήρθα να  ‘ρωτήξω για τα χαρθιά τση σύνταξης, που πάνε αλλού και δεν με βρίχνουνε  στο σπίτι.
 Είχα ακούσει τη συζήτηση  που έκανε με την υπάλληλο του Ι.Κ.Α , όπου του ζήτησε να κάνει καινούργια αίτηση με τα στοιχεία του και την διεύθυνση του σπιτιού του.........
Δεν κάτεχε γράμματα ο ίδιος, η υπάλληλος δεν πρόφταινε να την συμπληρώσει από την πολυκοσμία  και κείνος  ανέμιζε την αίτηση, που είχε στα χέρια του.
__ Μη μπα να ‘σαι του λόγου σου γραμματιζούμενος, να τηνε  γράψεις;   Και μου έδειξε μια κόλλα χαρτί, την αίτηση.
__Ξέρω, και θα στην φτιάξω, του είπα . Έλα μαζί μου εκεί στην άκρη στον άδειο γκισέ.  Χάρηκε πολύ, το πρόσωπό το φωτίστηκε και πιάσαμε κουβέντα. 
__Πού κάθεσαι  σύντεκνε; τον ρώτησα.
__Έπαε  κάθομαι , μα ογλίγορα θα κατεβώ  στο χωριό μου , στη Ρουμελή, γιατί  έπαε στην Αθήνα θα ‘ποθάνω.
__Όχι και να πεθάνεις σύντεκνε! Μια χαρά είσαι.
__Όλη την ώρα στσι  γιατρούς ανεμογυρίζω, για τα στομάχια για τσι καρδιές, για τσι κοιλιές.
Πήρα ένα στυλό και τον ρώτησα πώς τον λένε, να συμπληρώσω την αίτηση.
__Με λέν  Σκαράκη Νικολή  του Γιάννη και είμαι από το χωριό Ρουμελή  του Ρεθύμνου Κρήτης.
__Την μάνα σου πώς τη  λένε;
__Ζ α μ π ί α  μα θες τη λένε.
 Ξαφνιάστηκα στο άκουσμα αυτού του ονόματος. Κάτι μου θύμιζε και, ώσπου να ‘ρθει καλά στο νου μου, τον ξαναρώτησα.
__Ζαμπία είπες; και χαμογέλασα.
__Ετόσο  να αστείο είναι και γελάς, μωρέ;
__Δεν είναι αστείο σύντεκνε, μα είναι παράξενο τέτοιο όνομα να έχετε στην Κρήτη.
__Στην Κρήτη  ίντα θέλεις, ούλα τα ονόματα καρπίζουν από άλλους τόπους.
__Θέλεις του λόγου σου σύντεκνε να μου ειπείς, από  πού πήρε το όνομα η μάνα σου;
__Δεν μπορώ σύντεκνε να σου χαλάσω το χατίρι.  Χρόνια πολλά οπίσω μαθες  έφυγαν από την Αρκαδία άνθρωποι και ήρθαν στο χωριό μου.
__Πού ξέρεις σύντεκνε, ότι ήρθαν στο  χωριό  σου Αρκάδες;
__Ήρθανε πριν φύγουν οι Τούρκοι να πάνε στους δαιμόνους. Τόλεγε ο παππούς του αφέντη μου, που ήταν κοπέλλι τότε.
 Ο παππούς μου είχε έναν σύντεκνο. Μια φορά ήρθε με  παρέα στο σπίτι, στο χωριό να κουβεδιάσουν για δουλειές και τσι  βρίκανε  απάνω στο φαΐ. Τσι  καλωσορίσανε κι οντέ- ν- εμπήκανε μέσα,  σηκωθήκανε  και τως εκάμανε τόπο να κάτσουνε στο τραπέζι. Αυτοί  δεν εθέλανε γιατί ήτανε φαωμένοι. Φάτε σύντεκνε μιαολιά, είπε ο παππούς μου, να πιούμε μια  τσικουδιά.  Στο τέλος εφάγανε όλοι τόσο –να απού χορτασμό δεν είχανε και ντακάρανε να τραγουδούνε.
Η μάνα απού ήτανε μου κοπέλι τότε σας εξύπνησε και σταματημό δεν είχε, από κλάμα.
__Σύντεκνε, θα βαφτίσω το κοπέλλι, είπε στον παππού μου, και το βάφτισε Ζ α μ π ί α  για τη μάνα του Κολοκοτρώνη.

Αυτή ήταν η αφορμή να ασχοληθώ με αυτό το κείμενο , την καπετάνισσα θυγατέρα του  Κωτσάκη από την Αλωνίσταινα, γυναίκα του  καπετάν Κωνσταντή Κολοκοτρώνη και μάνα του θρυλικού αρχιστράτηγου Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.
Μα φαίνεται η δόξα του Κολοκοτρώνη σκέπασε την  ιστορία των θρυλικών  καπεταναίων   και την ιστορική μορφή της καπετάνισσας μάνας του , της Κωσταντούς, όπου διακριτικά η Ιστορία έριξε πέπλο και ελάχιστα γραφτήκανε για τις αξιοπρόσεκτες μορφές τους.
Ο πατέρας του Θεόδωρου, Κωνσταντής Κολοκοτρώνης, παντρεύτηκε τη μάνα του Κολοκοτρώνη Ζαμπία Κωτσάκη, από την Αλωνίσταινα.
Ήταν εποχή που το κίνημα των Ορλόφ απέτυχε, κι έτσι άφησε τους  Έλληνες στην τύχη τους  και η μανία και το μίσος των Τούρκων ξεσπούν επάνω τους. Όλοι φεύγουν από τα σπίτια τους να γλυτώσουν το Τούρκικο μαχαίρι.
Ήταν 3/4/Ι770  κατατρεγμένη όπως και πολλοί άλλοι Έλληνες , η νεαρή Ζαμπία  βρισκόταν στην πλαγιά ενός βουνού  από κάτω από ένα δέντρο στο Ραμοβούνι  της παλαιάς Μεσσηνίας ,που την έπιασαν οι πόνοι της γέννας. Ξελεχώνεψε με την βοήθεια συγγενών στην ύπαιθρο, έχοντας  κρεβάτι και στρώμα ,κλαδιά δέντρων. Έτσι ήρθε στον κόσμο από την Κωσταντού,  με σπαραγμό και  οδυνηρό πόνο, ο Θεοδωράκης.
Μετά από κάποιες ώρες συγύρισε το παιδί και, αποσταμένη, κουρασμένη, φοβισμένη η καημένη ,  πήρε πάλη  το δρόμο για τον τελικό προορισμό της, να κρυφτεί στα βουνά και τους λόγγους για ασφάλεια. Έπρεπε να περπατά με το μωρό στην αγκαλιά ή στην πλάτη μερόνυχτα. Να σταματά για λίγο να το βυζάξει και ύστερα να ξεκινά για το μακρινό ταξίδι μέσα στις ορεινές περιοχές.
Άλλα τέσσερα παιδιά γέννησε η Ζαμπία από τότε. Το Χρήστο, το Γιάννη , τον Νικόλαο και μια κόρη. Οι φόβοι συνεχίζονται, ο Κωνσταντής βρίσκεται συνέχεια σε πόλεμο με τους Τούρκους και η Ζαμπία αναγκάζεται πολλές φορές να κρύβεται. Φοβάται προ πάντων να μην κακοπάθουν τα παιδιά της, που πρέπει να μεγαλώσουν. Νιώθει πόσο μεγάλη ανάγκη έχουν τα παιδιά της από την δική της φροντίδα και στοργή.
Το άγριο κυνηγητό από τους Τούρκους συνεχίζεται και ο άντρας της  με την οικογένειά του, τ’ αδέρφια του και τους συγγενείς και φίλους κλείνεται στους  πύργους της Καστάνιτσας του φίλου και κουμπάρου του Παναγιώταρου.
Έμελε όμως οι Πύργοι αυτοί να πέσουν στα χέρια των Τούρκων. Ο άνδρας της, ο Κωνσταντής σκοτώθηκε με τα τρία αδέρφια του, τον Παναγιώταρο  και πολλούς συγγενείς του. Τα δυο παιδιά της πέσανε αιχμάλωτα στα χέρια των Τούρκων! Καταστροφή!..
Ο Τάκης Κανδηλώρος  στη Γορτυνία γράφει:
 « Κατά την έξοδο εκ του Πύργου εσώθησαν μετά των Γορτυνίων παληκαριών του πατρός του,   ο Θεόδωρος, ο Νικόλαος, θηλάζον έτι νήπιον,   η αδελφή των  και η μήτηρ των  . Τα δύο άλλα παιδιά αιχμαλωτίσθησαν. Τον Χρήστο εξηγόρασεν αργότερα ο Κολοκοτρώνης από κάποιον Τούρκο στο Λεωντάρι ,τον δε μικρότερον Ιωάννην έκλεψε ένας Υδραίος από Οθωμανικό πλοίο και τον έστειλε από την Ύδρα στους συγγενείς του.»
Η Μάνα, η ηρωική καπετάνισσα Ζαμπία,  ντυμένη σαν άντρας, με το σπαθί στο χέρι, με το ένα παιδί στο βυζί και τον δεκάχρονο Θοδωρή δίπλα της, μπόρεσε να διαφύγει και έτσι έσωσε τον αρχιστράτηγο του Μωριά!.
Μετά την διαφυγή της εγκαταστάθηκε στο χωριό  Μηλιά της Μάνης πάντα με την βοήθεια του κουνιάδου της και θείου του Κολοκοτρώνη Αναγνώστη, που και κείνος είχε σωθεί στην Καστάνιτσα.
Αλλά πώς να ηρεμήσει κι εδώ η καπετάνισσα.
Σκεπτόταν, στα δώδεκα περίπου χρόνια που ήταν παντρεμένη,  τις πίκρες και τα βάσανε που πέρασε, τις τόσες εγκυμοσύνες που είχε και τις δυσκολίες τους. Ανατρίχιασε σαν ήρθαν στο νου της, οι  πόνοι, οι αϋπνίες, οι αρρώστιες, η πείνα, το άγριο κυνηγητό των Τούρκων και οι συχνές μετακινήσεις με φόβο, κόπο και κούραση. Η μητρική της καρδιά μάτωνε για το σκλάβωμα των δυο παιδιών της από τους Τούρκους, τον σκοτωμό του άντρα της και των άλλων συγγενών.
«Πώς θα τα καταφέρω να μεγαλώσω τους γιούς μου και να τους κάνω άντρες;»  διαλογίζεται. Ζήταγε προστασία, ταπεινωνόταν, όμως είχε πίστη στο Θεό. 
 Η Ζαμπία είχε να παλαίψει με δύσκολα καιρικά φαινόμενα, με λιγοστά μέχρι ανύπαρκτα τρόφιμα και όσο τα παιδιά της ήταν μικρά η δοκιμασία της ήταν μεγάλη.
Άντεξε η Ζαμπία, στέκονταν όρθια στις αβάσταχτες στερήσεις και δεν έφτανε στην απόγνωση. Όταν έχασε τον άντρα της δεν δευτεροπαντρεύτηκε, αλλά είχε αφιερωθεί στο ανάθρεμμα των πέντε παιδιών της.
Στη Μηλιά της Μάνης όπου είχε εγκατασταθεί ενέσκηψε μεγάλη πείνα. Τα αδέρφια της, οι Κωτσακαίοι, την μετέφεραν στο χωριό της, στην Αλωνίσταινα. Εκεί ήταν αναγκασμένη πολλές φορές να κρύβεται στα βουνά της Πιάνας, από το φόβο των Τούρκων.
Μόλις κατάφερνε να κερδίζει τον επιούσιο, υφαίνοντας ξένα ρούχα και στέλνοντας  στην Τρίπολη τον δωδεκαετή Κολοκοτρώνη με ένα δανεικό γαϊδουράκι, να πουλάει τα ξύλα που μάζευαν από τα γύρο βουνά.
Ο Παναγιώτης Σούτσος στον επικήδειο λόγο του, στον θάνατο του Κολοκοτρώνη το 1843 λέγει σχετικά: «Ο νύν περιφανής ούτος  ανήρ, παιδίον πενητεύον και άγνωστον, εισήρχετο μετά ταύτα περί δείλην οψίαν εις την Τριπολιτζάν, φέρον ξύλα επί ημιόνου, ότε καθ’ οδόν εραπίσθη παρ’ οθωμανού. Το παιδίον καταλιπόν και τα ξύλα και τον ημίονον, προσέφυγεν εις τα όρη, και ώμοσε ράπισμα αντί ραπίσματος. Και ιδού η χείρ του ασήμου τούτου παιδίου, μετ’ ου πολύ, θέλει κολαφίσει αυτοκρατορίαν, ήτις δυσκόλως θέλει ανασηκωθεί μετά το κολάφισμα…»  Ο αείμνηστος συμπέθερός μου Κωνσταντίνος Δημόπουλος από το χωριό Δαβιά, πρίν (20) είκοσι και πλέον χρόνια, μου έλεγε δια αυτό το περιστατικό και μου έδειχνε το σημείο που συνέβη,  ξάγναντα στην Τρίπολη: « Ο δρόμος (προς την Τρίπολη) ήταν γεμάτος  λακούβες,  που είχαν νερό από την πρόσφατη βροχή. Σε κάποιο σημείο του δρόμου γλίστρησε το ζώο και «πιτσίλισε» έναν τούρκο. Αυτός θύμωσε και σκαμπίλισε τον Κολοκοτρώνη! Γυρίζοντας στο σπίτι το είπε κλαίγοντας στην μάνα του, ότι στην Τρίπολη δεν ξανά πάει. Και ορκίστηκε να πολεμήσει τους Τούρκους, μέχρι να ελευθερωθεί ο τόπος!»
Η Ζαμπία έκλαιγε η δύστυχη για τις συμφορές και τις δυσκολίες. Φίλαγε  τα παιδιά της πολλές φορές και τα ρώταγε:
__Πότε θα μεγαλώσετε, να κόψετε με το σπαθί τους Τούρκους, που σκότωσαν τον πατέρα σας;
__Εγώ σαν μεγαλώσω, της έλεγε ο εξαετής Χρήστος, θα σου φέρω εφτά κεφάλια Τούρκικα.
__Μπράβο Χρήστο. Και συ Γιάννη τί θα μου φέρεις;
__Εγώ μάνα, θα σου φέρω εκατό και θ’ ανάψουμε φωτιά να τα κάψουμε και θα τα πηδήσουμε.
__Αμ εσύ Θεοδωράκη, πρόσθεσε η μητέρα του, που είσαι και μεγαλύτερος!
__Εγώ δε βάνω κεφάλια τούρκικα στο ταγάρι μου, γιατί βρωμούν. Θα διώξω τους Τούρκους από το Μοριά, όπως έλεγε ο πατέρας, για να γλυτώσουμε!
Η Ζαμπία ταράχθηκε από τα λόγια του Θοδωρή! Πήρε το τέταρτο, μόλις πενταετές, τέκνο της στα γόνατά της, το φίλησε και στενάζουσα του είπε:
__Εσύ Νικόλα, είσαι κουταβάκι ακόμη, δεν μπορείς να ρίξεις τουφεκιά.
__Πώς μάνα, εψέλισε ο μικρός, δεν μου ‘δωκες  τη Λαμπρή και έριξα δύο;
Έτσι ανέτρεφε τα τέκνα της η Ζαμπία, η χήρα του Κωνσταντή Κολοκοτρώνη.  Με χριστιανική πίστη και άμετρη φιλοπατρία. Κάθε βράδυ εξιστορούσε τις αντρειοσύνες του πατέρα τους, τα ηρωϊκά κατορθώματά του, και κείνα έδιναν την υπόσχεση να πάρουν εκδίκηση και να διώξουν τους Τούρκους από την πατρίδα. Τα έμαθε να αγαπάνε το καθήκον και το γενικό καλό. Όταν έχασε τον άντρα της έμεινε πιστή στην θύμησή του και ζητούσε, μέσω των παιδιών της, την εκδίκηση των Τούρκων.
 Ο Κολοκοτρώνης 15ετής διορίσθηκε  αρχηγός ομάδας αρματολών για να προστατεύει την επαρχία Λεονταρίου.
Η γλυκιά καπετάνισσα χαιρόταν που έμοιαζε του άντρα της. Τον συμβούλευε , τον εμψύχωνε και έβλεπε ότι τα λόγια της δεν πήγαν χαμένα.
Στη Ζάκυνθο, που ξαναγκάστηκαν να καταφύγουν αργότερα , χάρισε ο Κολοκοτρώνης στην μάνα του κάποια χρόνια άνετης ζωής. Ήρθε  όμως η στιγμή, που έπρεπε να φύγει, στις 13/1/1821, με καΐκι για την Πελοπόννησο,  να σηκώσει την σημαία της επαναστάσεως και να βροντοφωνάξει με άλλους καπεταναίους «Λευτεριά ή θάνατος».
Χαιρετάει την μάνα του, την προσκυνάει και της φιλάει  πολλές φορές το χέρι . Εκείνη τον σφιχταγκαλιάζει, τον φιλάει, τα δάκρυα της τρέχουν και του λέει:
__Στο καλό παιδί μου. Ώρα σου καλή και ο Θεός μαζί σου…

Πίσω από την προσωπικότητα του Κολοκοτρώνη στέκεται η μάνα του, το χάδι της , η ορμήνεια της , η αγάπη της. Η ίδια καθοδηγεί, εμπνέει, ενδυναμώνει και στέκεται παράδειγμα θάρρους, αντοχής και καρτερίας.
Η Ζαμπία είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα αφοσίωσης, αγάπης και μάθησης για τα παιδιά της. Τα έμαθε  να αγαπούν την πατρίδα και να εργάζονται για το καλό του έθνους. Μα προ πάντων να πιστεύουν και να αγαπούν το Θεό.  «Ο Θεός έβαλε την υπογραφή του, έλεγε ο Κολοκοτρώνης, να απελευθερωθούμε και την υπογραφή του δεν την παίρνει πίσω» .
Συχνά εκκλησιάζεται,  κάνει τάματα στην Παναγία και φτιάχνει Ιερούς Ναούς στην Καρύταινα, στο Λιμποβίσι κι αλλού.

Στην πλατεία της Αλωνίσταινας βρίσκεται το μνημείο της Ζαμπίας  Κωτσάκη-Κολοκοτρώνη να κρατάει από το χέρι τον γυιό της Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και ,δίπλα στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, ο Τάφος της . Μας θυμίζουν το μεγαλείο της ψυχής της, την δύναμη, και το σθένος της αδούλωτης μάνας.
Μένω με σέβας καπετάνισσα….


B GIRAKAS

7 σχόλια:

  1. Για την μετατροπή των διαλόγων με Κρητική προφορά βοήθησε ο φίλος Γιάννης Τσούμος και τον ευχαριστώ. B.G

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Διαβάζοντας τη Ζαμπία, όπως πολύ επιτυχημένα μας την παρουσιάζει ο Βαγγέλης,
    μου ήρθαν στο νου οι μητέρες του Αγίου Βασιλείου και του Γρηγορίου του Θεολόγου,
    Νόνα και Εμμέλεια. Η Εκλησιαστική Ιστορία δια μακρού αναφέρεται στην ανατροφή και καθοδήγηση που έλαβαν τα παιδιά τους από τις δυο αυτές μάνες. Και δικαίως τις απονέμουν
    ύμνους και επαίνους.
    Για την πραγματική ηρωίδα, τη Ζαμπία Κωτσάκη, που μαζί με τ' άλλα της παιδιά, γαλούχησε, ανέθρεψε και άνδρωσε το Γέρο του Μωριά, τον ελευθερωτή του Έθνους μας, η Ιστορία έρριψε γι αυτή διακριτικό πέπλο σιωπής. Δε μοίρασε δίκαια την τιμή και τη δόξα μεταξύ γιου και μάνας!
    Είναι βέβαιο ότι τον θρησκευτικό και εθνικό χαρακτήρα του Θοδωράκη, τα δυο βασικά χαρίσματα, με τα οποία μεγαλούργησε, τα ενστάλαξε μέσα του η μάνα του, η Ζαμπία. Τόσοι ιστορικοί, τόσοι ύμνοι για το γιό και δικαίως. Για τη μάνα μεγάλη φειδώ! Εξού και φτωχό το Συναξάρι της!
    Ευτυχώς το κείμενο του Βαγγέλη με την πρωτότυπη εισαγωγή του,μας δίνει ένα ικανοποιητικό πορτρέτο της μάνας του Κολοκοτρώνη, και μάλιστα παραμονές της Εθνικής μας Γιορτής.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Συμφωνώ με το παραπάνω σχόλιο και θα πρότεινα σε κάποιον από τους πολυπληθείς Συλλόγους Αρκάδων απανταχού της γής, μαζί με τον ανδριάντα του Γέρου, που ανεγείρονται κατά εκατοντάδες, να τιμήσουν και τη μάνα του, τη Ζαμπία, με μία προτομή έστω. Θα ήταν θαυμάσιο και πρωτότυπο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Εγώ θα υπερθεμάτιζα. Μου έρχεται στο νου η Θεοτόκος με το Γιο της. Η αγιογραφία πολύ συχνά τους έχει αγκαλιά. Τηρουμένων των αναλογιών βέβαια, στο εξής θα μπορούσε σε κάθε ανδριάντα του Γέρου, να υπάρχει και η παρουσία της μάνας του της Ζαμπίας ή Ζαμπέτας, με κάποιο τρόπο.
    Ζητάω πολλά;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Φαίνεται ότι πράγματι αυτή η γυναίκα να τράβηξε πολλά βάσανα. Το κείμενο του Βαγγέλη μου έδωσε το εραίθισμα να ψάξω επίμονα για περισσότερα στοιχεία για τη ζωή της, αλλά δυστυχώς δε βρήκα. Δεν ξέρω αν οι Αλωνιτιώτες έχουν κάτι παραπάνω.
    Πάντως και χωρίς στοιχεία είναι φανερό ότι ο Κολοκοτρώνης ως μόνο προστάτη και παιδαγωγό είχε τη μάνα του. Ότι έγινε λοιπόν το ωφείλει σ' αυτή κτά μέγα μέρος.Πρέπει να της το αναγνωρίσουμε. Και προ πάντων έμπρακτα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Τη Ζαμπία την έλεγαν και Ζαμπέτα.
    Δηλ. Ελισάβετ-Ζαμπέτα-ζαμπία.
    Μεγάλη ηρωίδα, αλλά αφανής.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Το γιο της Ζαμπίας, τον ελευθερωτή του γένους, τον βάφτισαν Θεόδωρο προς τιμή του
    Θεόδωρου Ορλώφ, που ήρθε ως σωτήρας της πατρίδας μας. (λαχράρα του !)

    ΑπάντησηΔιαγραφή