Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013

Η ΜΗΤΡΑΙΝΑ


ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ Κ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
Έφεγγε καλά, αν κι ο ήλιος δεν είχε βγει πάνω στα βουνά, και στην Κουκούλα δεν είχαν σκάσει οι αχτίνες του. Απ το μπαλκόνι μου έβλεπα  το τοπίο που απλωνόταν μπροστά μου. Ένα μεγάλο  μέρος κρυβόταν, πίσω απ’ το βαθυπράσινο, ψηλό κυπαρίσσι του παππού μου.  Απέναντι φάνταζε το δίπατο Μητραίϊκο σπίτι, με το μικρό δυτικό ξέσκεπο χαγιάτι, τα μεγάλα παράθυρα και την μπαλκονόπορτα...............

Ανατολικά και δίπλα από το σπίτι, φαινόταν το ψηλό καμπαναριό της εκκλησίας με το  ρολόϊ, λες και ήταν ενωμένο  με το σπίτι της  και το έκανε πιο αρχοντικό,σαν ένα πυργόσπιτο.
Ακριβώς εφτά και σαράντα πέντε ανέτειλε ο ήλιος, έδιωξε τη σκιά από το σπίτι και εξάτμιζε  σιγά – σιγά την νυχτερινή υγρασία από τα κεραμίδια.
Μια αράδα ρούχα,  παιδικά, φουστάνια, εσώρουχα, μαξιλάρια σεντόνια κρεμόσαντε στο σχοινί, που ήταν δεμένο στα δυο σκουριασμένα σίδερα του μπαλκονιού.
Είχε μπει η άνοιξη! Ο τόπος γύρω ήταν αλλαγμένος από το μουντό χρώμα του χειμώνα. Τα σπουργίτια και τα γαρδέλια ανεβοκατέβαιναν στις μυγδαλιές και τους πρασινισμένους κήπους, ερωτοτροπούσαν κι έκαναν με τα έντομα που έβρισκαν τρελά τσιμπούσια.
Οι ανθισμένοι κρίνοι με το άσπρο και μοβ χρώμα τους, δίνουν ζωντάνια στην ψυχή, ευωδιάζουν τον χώρο και τραβούν κοντά τους τις μέλισσες την μια ύστερα από την άλλη.
Ο δρόμος με τις ξερόμαντρες , χωρίζουν τους ιδιόκτητους κήπους και βάζουν τάξη στη γη.
Απ’ τη μισανοιγμένη πόρτα του παλιού κατωγιού, ξανάφανε η Μήτραινα. Κράταγε μια αγκαλιά κορφάδες από αραποσίτια. Με το περπάτημα  της  τα ξερά κορφάδια κουνιόνταν και τρίζανε.
Δεν άργησε να καταλάβει το άλογο, ο Τσίλης,  πως πήγαινε να τον ταίσει . Χλιμίντρισε απανωτά δυο φορές, ώσπου να  ανοίξει την κατωγόπορτα διάπλατα και να βάλει με προσοχή το φαί στο παχνί να φάει, σαν νάταν παιδί της.
Α! Όλα κι όλα! Η Μήτραινα ήταν δεμένη με τα ζωντανά της  και τ’ άλογο. Τ’ αγάπαγε σαν τα παιδιά της. 
Όσο καμάρι έδειχνε κείνο για το περήφανο περπάτημά του, για το βαρύ κι ασήκωτο φόρτίο που έφερνε στους ώμους του, τόσο η Μήτραινα χαιρόταν, το πρόσεχε και το παίνευε.
Όλοι ο χωριανοί το καμάρωναν, όταν πέρναγε μπροστά τους, έριχναν ματιές θαυμασμού για την κορμοστασιά του, τα μεγάλα μάτια του, την ανθρώπινη συμπεριφορά του.
Η Μήτραινα δεν είχε τελειώσει το συγύρισμα και το σκούπισμα της αυλής όταν άκουσε θόρυβο στο κατώϊ. Φοβήθηκε!
__Ποιος είναι εκεί;  φώναξε και η καρδιά της πήγε να σπάσει!
__Εγώ είμαι μάνα, είπε η μεγάλη της κόρη.
__Έλα παιδάκι μου, και με φόβισες! Πώς βρέθηκες εδώ;
Τις τέσσερες κόρες της, είχε αφήσει μισοκοιμισμένες στο στρώμα. Πού να φανταστεί ότι η μεγάλη της κόρη,  την  ακολούθησε κατά βήμα. Την άφησε, πήγε κοντά στο άλογο, το χάιδεψε λίγο και έπειτα της είπε:
__Έλα τώρα. Θα ‘χουν σηκωθεί και οι αδερφές σου. Πάμε πάνω. Μα κείνη δεν ήθελε ν’ ανέβει.  Χθες έπαιζε με την φίλη της τη  Δέσπω και επέμενε να θέλει τώρα κι αυτή κοντά της.
Οι λυγμοί στην αρχή και τα κλάματα μετά γέμισαν την αυλή με δάκρυα. Ανέβηκαν πάνω και φώναζε  κλαίγοντας «θέλω τη Δέσπω» μέχρι που άρχιζαν να τσιρίζουν και οι άλλες.
Η Μήτραινα βγήκε στην βεράντα και έμπηξε μια  φωνή.
__Δεσπούλα! Ε! Δεσπούλα.  Και η Δέσπω άλλο που δεν ήθελε. Κατηφόρισε σχεδόν αχτένιστη και ξυπόλητη και πήγε στο σπίτι της Μήτραινας. Όταν την είδαν, σταμάτησαν αμέσως το κλάμα οι φίλες της. Δεν άφηναν τη  μάνα τους να την χαϊδέψει. Ίσως από ζήλεια.
__Άσε μας μάνα ,να παίξουμε λίγο και μετά τρώμε, την παρακάλεσαν οι κόρες της.
__Η Δέσπω θα μείνει εδώ μαζί σας μέχρι το βράδυ.  Τώρα είναι ώρα να φάτε.
Τα κορίτσια κάθισαν στο τραπέζι και κάθε μια προσπαθούσε να καθίσει κοντά στη Δέσπω, που κοίταζε με βουλιμία τα τηγανιτά αυγά, το φρέσκο ψωμί και το τυρί.
__Ξεκινάτε και τρώτε, τους είπε.
Η Δέσπω δεν άπλωνε το χέρι της.
__Εγώ δεν πεινάω ,είπε, σα να καταλάβαινε ότι δεν έπρεπε να τρώει στα ξένα σπίτια. Το είχε ακούσει αυτό από την αδερφή της και τώρα ήθελε να συμμορφωθεί.
__Όλες θα φάτε μαζί και ύστερα θα παίξετε. Τους είπε ορθά κοφτά η κυρά Μήτραινα και έριξε μια συμπονετικιά ματιά  στη Δέσπω.
Τα παιδιά άρχισαν να τρώνε λαίμαργα. Βουτούσαν μπουκιές ψωμί στα πιάτα με τα δάχτυλά τους και κάθε φορά που ακούμπαγαν στο λάδι, τα έγλυφαν.
Η Μήτραινα παράμερα αγνάντευε τη Δεσπούλα της, την πλησίασε και της χάϊδεψε τρυφερά στο κεφάλι . Σαν τελείωσε το κολατσιό την κάλεσε στο διπλανό δωμάτιο.
Της πρόβαρε ένα λουλουδωτό φουστανάκι κι ύστερα μια μπλούζα που ήταν λίγο πλατιά, Η Δέσπω, σκέφτηκε, έχει τράτος να μεγαλώσει . Σε λίγους μήνες  καλά θα της έρχεται.  Το φουστάνι σουρνόταν στο πάτωμα.  Έβαλε καρφίτσες ολόγυρα, το κόντυνε και σε μια ώρα το έραψε στη μηχανή της.
__Έλα Δεσπούλα, να το φορέσεις, της είπε.
__Θείτσα Μαρία, οι δικοί μου δεν θέλουν να δανείζουμαι πράγματα. Θα με μαλώσουν.
__Τι λες  τσιουπάκι μου, που θα σε μαλώσουν! Μη φοβάσαι. Εγώ θα τα κανονίσω.
Αυτά που φοράς  τώρα είναι δικά σου, κατά δικά σου! Να τα φοράς και να είσαι ωραία στην εκκλησιά που θα πηγαίνεις και στις γιορτές.
__Φχαριστώ θείτσα Μαρία, της είπε και καμάρωνε για την εφαρμογή τους  και τα πολύχρωμα λουλούδια και τα πουλιά που είχαν επάνω τους τα ρούχα.
Στη σάλα του σπιτιού γινόταν πανζουρλισμός και οι φωνές σου παίρνανε  το κεφάλι.
__Για καθίστε παιδιά, να κουβεντιάσουμε λιγάκι, τους είπε η Μήτραινα. Εκείνα τρέξανε να καθίσουνε σ’ ένα ψηλό κρεβάτι και τα πόδια τους κρέμονταν κάτω. Οι δυο μικρότερες μόλις πλησίασαν δεν μπορούσαν ν’ ανέβουν επάνω και έκλαιγαν.
Φώναξε τη Δέσπω στο διάδρομο και της είπε να καθίσουν κάτω που ήταν στρωμένη η κουρελού. Κάθισαν όλες και  ηρέμησαν κι έπαιζαν «τις κουμπάρες». Έτσι και η Μήτραινα μπορούσε να κάνει καμιά δουλειά του σπιτιού.
Από σήμερα Δεσπούλα μου, να ‘ρχεσαι εδώ να ηρεμώ από τις φωνές τους . Θα με τρελάνουν!.
Η Δέσπω αισθανόταν την μαγική δύναμη που ασκούσε επάνω στις μικρές αδερφές και κοντά τους έπαιζε  και χαιρόταν κι αυτή για πολλά χρόνια.
Και σαν μεγάλωσε και πέρασε τα δώδεκα χρόνια, επισκεφτόταν τακτικά την Θείτσα Μαρία.
Εκείνη πάσκιζε να την ορμηνεύει και να την καμαρώνει σαν κόρη της, μιας και μάνα δεν είχε.  Η Μήτραινα είχε μείνει ορφανή και ήξερε απ’ ορφάνια, ίσως και γι αυτό ήταν πολύ στοργικός  άνθρωπος.  Η Δέσπω άλλαζε συμπεριφορά μέρα με τη μέρα.
Έβλεπε το σπίτι της Μήτραινας καθαρό, περιποιημένο, στρωμένο, το τζάκι χωρίς στάχτες και όλα μέσα με τάξη βαλμένα.
__Εγώ δεν μπορώ να φτιάξω το δικό μου  σπίτι  όμοιο με της θεια Μάρίας; Σκέφθηκε η Δέσπω.  Όταν γύρισε στο σπίτι της όλα τα έφτιαξε στην εντέλεια και από τότε πάσκιζε να είναι περιποιημένο και καθαρό.
Μια μέρα που πήγε στο σπίτι της  με όλο το θάρρος που είχε αποκτήσει την ρώτησε:
__Θείτσα, μπορείς να μου δείξεις στον αργαλειό για να υφαίνω;
__Μπορώ Δεσπούλα μου, της είπε  και θα ‘ρθω .  Σε λίγες ημέρες της έδειχνε να υφαίνει κουρελούδες και ύστερα κεντητούς διαδρόμους. Δεν έφυγε από κοντά της   μέχρι που την έμαθε να κεντά τα προικιά της   και να υφαίνει. Το σπίτι της ήταν φιλόξενο και οι γέροι του χωριού βρίσκανε μια κούπα κρασί, έναν καφέ και έναν καλό λόγο.
Οι ξένοι εκεί ξεπέζευαν να φάνε, να πιούνε και να μιλήσουν. Αυτή η γυναίκα και την ψυχή της μοίραζε σε δικούς και ξένους. Μοίρασε απλόχερα καλοσύνη, Απ’ αυτήν πήραν οι κόρες της  και η Δέσπω.

__Σαν να ήρθε στο χωριό μου φαίνεται. Είδα μέσα απ’ το παράθυρο το θαμπό φως του καντηλιού που είχε ανάψει. Δεν γελάστηκα όταν βράδιασε φώτισε για τα καλά το απάνω μεγάλο δωμάτιο.
«Ήρθε η Μήτραινα», είπα μέσα μου,
Συχνά  κάνει το πέρασμά της από το χωριό. Να αναπνεύσει  τον μυρωμένο αέρα, να φρεσκάρει τις αναμνήσεις της παλιοζωής και να φύγει πάλι στην ξενιτιά, όπως λέει την Αθήνα.
Αύριο πρέπει να την ιδώ. Τα μπαλκόνια μας είναι το ένα απέναντι από τ’ άλλο.
Πώς πήραν είδηση τον ερχομό της; Πρωί - πρωί είχε μεγάλη συζήτηση έξω από το σπίτι της.
__Μαρία, καλώς ήρθες. Μια χαρά σε βλέπω, να μην σε ματιάσω.
__Καλώς σε βρήκα. Καλά είμαι ευχαριστώ. Εσείς τι κάνετε; Η Δεσπούλα καλά είναι;
__Καλά Μαρία. Ας τα λέμε καλά.
__Μήπως σε ξυπνήσαμε;
__Όχι Μαρία, δεν με ξυπνήσατε. Άκουγα όμως συζήτηση.
__Ήρθε πρωί για καφέ. Ξέρεις δεν ακούει καλά και ήθελε συζήτηση ο κακομοίρης. Τον άφηκα κι εγώ να ειπεί όσα ήθελε για να ξεθυμάνει. Τα είπε και ξέσκασε, εμένα όμως με πονοκεφάλιασε. Ας είναι καλά ο ανθρωπάκος. Τι σου φταίει, συζήτηση ήθελε.
 Αυτή είναι  η Μήτραινα, η Μαρία του Μπρούκλη, όπως την έλεγαν. Απλή, εξυπηρετική, υπομονετική με το σταυρό στο χέρι.
Και τώρα οσάκις  έρχεται στο χωριό, κείνη η παλιά αρχοντική καλοσύνη,  το μόνιμο και πλατύ χαμόγελο στα χείλη της  και η αισιοδοξία δεν της απολείπουν!
B GIRAKAS





3 σχόλια:


  1. Λίγοι φαντάζομαι θα ενθυμούνται τους γονείς της Μαρίας. Ήσαν ανθρωποι αρχοντικοί,κοινωνικοί και αξιοσέβαστοι.Τον "Μπρόυκλη" τον θυμάμαι καθαρά ως επίτροπο στην εκκλησία για πολλά χρόνια.Τη "Μπρούκλαινα" τη θαύμαζα για το παράστημά της και την αριστοκρατική ομορφιά της.
    Ε, Πιστεύω ότι η πρωτότοκη κόρη τους, η Μαρία, πήρε τις χάρες και των δύο γονέων της και είναι πράγματι ένας υπέροχος άνθρωπος. Να είναι πάντα καλά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

  2. Δύσκολα κανείς μπορεί να διαφωνήσει με τα χαρακτηριστικά της Μαρίας, όπως τα παρουσιάζει ο Βαγγέλης, ο οποίος τα ενισχύει και με οικογενειακά του "δοκουμέντα". Ωστόσο οι γείτονες γενικά, αν δεν είναι εριστικοί μεταξύ τους, μόλις ανέχεται ο ένας τον άλλον και σπάνια αλληλοεπαινούνται. Ο Βαγγέλης με τα δίκαια παινέματα προς τη γειτόνισσά του, είναι από τις εξαιρέσεις. Μπράβο! Καλό παράδειγμα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

  3. Η Μαρία είχε και μια καλή οικογένεια, που την αναδεικνύει ο Βαγγέλης σε μικρή ηλικία. Τώρα όλες οι κόρες είναι αξιόλογες μητέρες και όχι μόνο.
    Στην καλή χημεία της οικογένειας έπαιξε ρόλο, νομίζω, και ο σύζυγος της Μαρίας ,ο Μήτρος. Θέλω να το σημειώσω για την αλήθεια και το δίκαιο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή