Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

ΣΤΡΕΖΟΒΙΝΕΣ ΦΙΛΙΕΣ



Εδώ και κάμποσα χρόνια που έρχομαι στο χωριό μου, την Μυγδαλιά (Γλανιτσιά) Γορτυνίας, αγναντεύω με νοσταλγία απέναντι την  Δάφνη  (Στρέζοβα) Καλαβρύτων.  Έζησα  εκεί τα γυμνασιακά μου χρόνια  και η μνήμη μου για αυτή την πολιτεία είναι αγέραστη και ακατάλυτη.

Κάθε φορά που την κοίταγα από μακριά,  ήρεμη, προσήλια και πλούσια τροφό της εφηβείας μου, σώπαινα και η καρδιά μου ένιωθε  πολύ πονεμένη. Για να της κάνω   επίσκεψη, φοβόμουν, πως θα αντίκριζα μια ξένη πολιτεία ,που δεν θα ήταν φιλική μαζί μου. Ύστερα από τόσα χρόνια απουσίας μου, ποια γωνιά της θα μου έδινε λίγη από κείνη την άπλετη ζεστασιά, τη θαλπωρή και την αγάπη που απολάμβανα τότε;  Γιατί ένα  προσκύνημα  σ’ αυτό το δεύτερο χωριό μου, για να ξεπονέσω, δεν είναι  μόνο  να ιδώ  δρόμους, σπίτια , εικόνες , που μπορεί να μην άλλαξαν και πολύ, αλλά κυρίως να  συναντήσω και  να ιδώ  ανθρώπους  εκείνης της όμορφης εποχής. Να μιλήσουμε, να θυμηθούμε, να αναπολήσομε  τις φανερές και κρυφές μας λαχτάρες.Ήρθε όμως η ημέρα και η ώρα και ξαναπήγα στην γνώριμη και αγαπημένη μου Στρέζοβα
Πόσο  θα μπορούσε να με κρατάει μακριά της αυτό το  αόρατο και αόριστο συναισθηματικό εμπόδιο;  Χάρη της  χρωστάω για το πλήθος από μαγευτικές οδοιπορίες ,  εικόνες, ακούσματα, χρώματα, ξαφνιάσματα, που μου χάρισε για έξι από τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου.
Να ‘μαι  λοιπόν και πάλι έτοιμος για την… επιστροφή.
Αυτό που θα σας διηγηθώ είναι μια πραγματική ιστορία που την έζησα πρόσφατα.
Πήρα ένα τηλέφωνο να κλείσω ραντεβού  με τη  φίλη μου την Λούλα, μια εξαιρετική στρεζοβινή κυρία και καλή γειτόνισσα από τα χρόνια εκείνα της μαθητικής μου ζωής. Βλέπετε, διατηρούσα πάντα μερικές γραμμές επαφής με την ωραία αυτή κωμόπολη.

Η Λούλα με θυμήθηκε αμέσως, όταν της είπα το όνομά μου, και πρόθυμα  με κάλεσε να ανταμώσουμε στο σπίτι της.

 Έκρινα ότι δευτεριάτικα είναι μια καλή ημέρα  για  επίσκεψη να την ιδώ κι αυτήν και την Στρέζοβα

 Αλλά με παρακάλεσε, αν ήταν δυνατόν, να συναντηθούμε την Τρίτη. Γιατί, λέει, είχε μάστορη κανονίσει και τρείς  ώρες αν χρειαζόταν να επιδιορθώσει τα δυο σκαλιά στην πίσω σκάλα του κήπου της, δεν θα μπορούσε να με χαρεί.
Άλλαξα κι εγώ το πρόγραμμά μου, να βρεθώ κοντά της την Τρίτη.  Την Δευτέρα το βράδυ, που την πήρα τηλέφωνο για να ιδώ, αν ισχύει το ραντεβού, την άκουσα στενοχωρημένη.
Ο μάστορης, ενώ είχε πάει τα υλικά, δεν είχε δώσει σημεία ζωής.
Επειδή το ταξίδι μου θα γινόταν σχεδόν  αποκλειστικά  γι’ αυτήν, αποφάσισα να το μεταθέσω  για την Τετάρτη. Το χάρηκε, που μόνος μου έδωσα την επιθυμητή λύση.

__Χωρίς άλλο, την Τετάρτη σε περιμένω, μου απάντησε από το τηλέφωνο ανακουφισμένη.
Κι εγώ, χωρίς άλλο, έφθασα την άλλη μέρα στο σπίτι της που ήταν στην παλιά μου γειτονιά και το θυμόμουν καλά .
Ήταν δέκα η ώρα το πρωί και καθώς περιεργαζόμουν την σιδερένια εξωτερική καγκελόπορτα του σπιτιού της, εκείνη έκανε την παρουσία της. Με κοίταγε από την βεράντα της,  αλλά δεν με προσκάλεσε να ανέβω τα δέκα πέντε παλιά πέτρινα σκαλιά  και να έρθω κοντά της!
__Αυτή είναι η είσοδος του σπιτιού σας;  την ρώτησα. Και άνοιξα διάπλατα τα μάτια μου να ιδώ,  αν ήταν η Λούλα.
__Ναι ,μου απάντησε κάπως περίεργη….
Μην απορείτε. Πενήντα δύο ολόκληρα χρόνια είχα να την ιδώ!
Κι εκείνης το μέτωπο συσπάστηκε και το βλέμμα της συγκεντρώθηκε επάνω μου, καθώς ανέβαινα ένα- ένα τα πέτρινα σκαλιά.
__Κερνάς καφέ; την ρώτησα αστειευόμενος.
__Έλα κάθισε. Ο  μάστορης είσαι;
__Όχι!   Απάντησα. Ο  Βαγγέλης είμαι.
Ένα βελούδινο χαμόγελο βλάστησε στο ροδοκόκκινο μάγουλό της.
__Εσύ είσαι Βαγγέλη μου;  είπε και πρώτη άπλωσε το αδύνατο χέρι της στο δικό μου και ύστερα φιληθήκαμε.
Σαν να μην το πίστευε πως ήμουν κοντά της και κρατούσε  τα μάτια της πάνω μου για να βεβαιωθεί, ότι δεν  ήταν όνειρο.
__Πού  θες να καθίσουμε μέσα στο σπίτι ή εδώ που έχει θέα;
Με ρώτησε κρατώντας σφιχτά το χέρι μου.
__Εδώ θα καθίσουμε έξω, να βλέπουμε τον Χελμό.
Την θυμάμαι στο μικρό μπαλκονάκι της καθώς πέρναγα από μπροστά  δυο και τρείς φορές την ημέρα, την χαιρετούσα και εκείνη μου ανταπέδιδε τον χαιρετισμό με ένα γλυκό χαμόγελο. Η μητέρα της η κυρά Δήμητρα  από μικρή την έμαθε ένα σωρό πράγματα, νοικοκυριό, υπομονή, ευγενική συμπεριφορά, καλοσύνη και συνέπεια.  Ακόμη και ραπτομηχανή της είχε πάρει και την είχαν βάλει σε ένα τραπέζι στο  μικρό δωματιάκι που είχε και το κρεβάτι της.  Εκεί πέρναγε τον περισσότερο καιρό κόβοντας και ράβοντας , φούστες πουκαμίσες , έκανε γαζιά καρικώματα έραβε παντελόνια και  Εξυπηρετούσε  κυρίες από την Στρέζοβα, την Χόβολη το Σοποτό  και αλλού. Ακόμη δεχόταν στο μικρό δωματιάκι της μαθήτριες  που ήθελαν να μάθουν  ραπτική όπως την Μαρία Ρηγοπούλου , την Μαρία Αθανασοπούλου , την Μπέμπα Ασημακοπούλου  την Κανέλλα Κυριακοπούλου και άλλες.  Όλοι την αγαπούσαν που δεν έλεγε σε κανέναν όχι  και  ήταν  μια πρόθυμη γυναίκα.
Σήμερα είδα την Λούλα που ήξερα κείνο τον καιρό, ευδιάθετη, χαρούμενη και με έντονες τις παλιές μνήμες και θύμισες.
__ Της πρότεινα να πιούμε καφέ αργότερα και αν είχε να δούμε φωτογραφίες.
Εκείνη έφερε έναν χαρτοφύλακα με παλιές φωτογραφίες και ξεχώρισε μία με προσοχή .
__Τώρα θα ιδείς και την δική μας φωτογραφία μου είπε  και έδειξε μια φωτογραφία βγαλμένη πάνω στα πέτρινα σκαλιά του σπιτιού της.
Κοιτάζοντας τις φωτογραφίες φέραμε τον χρόνο πίσω σχολιάζοντας συγγενείς και φίλους που ήταν σ’ αυτές.  Δεν με άφησε χωρίς να με ξεναγήσει  και μέσα στο σπίτι της.
__Εδώ το θυμάσαι αυτό το μικρό δωματιάκι ; Με ρώτησε,
__Πως δεν το θυμάμαι! Εδώ είχες την ραπτομηχανή σου.
__Όπως το βλέπεις χώραγε μια καρέκλα το τραπεζάκι με την μηχανή και το κρεβατάκι μου. Την μηχανή εδώ την είχα και  τώρα εδώ είναι και το πρόσωπό της φωτίστηκε καθώς την  ξεσκέπαζε με ευλάβεια από το κάλυμμά της σαν να έκανε αποκάλυψη προτομής . Ήταν μια  παλιά ραπτομηχανή μάρκας  ELIT .
__Λούλα κουραζόσουν πολύ τότε με τις δουλειές και τη ραπτομηχανή.
__Ας είχαμε και τώρα  κόσμο εδώ και ας κουραζόμουν .
__Να καθίσουμε  τώρα Λούλα της είπα να τα ειπούμε. Μη σε νοιάζει για τον καφέ.
__ Όχι! Εγώ δεν θα καθίσω τώρα μαζί σου, με συμπαθάς . Θα βάλω το μπρίκι να γίνεται ο καφές και θα  φωνάξω την Κανέλλα.  Ξέρεις! μου είπε, όταν έρθεις αμέσως να τη φωνάξω, θέλει να σε ιδεί.
Μου ήρθε στη μνήμη μου, ποια ήταν η Κανέλλα. Και χάρηκα,  που θα την συναντούσα , μιας και δεν θα μπορούσα να έβλεπα τους καλόκαρδους και καλόγνωμους γονείς της, που έχουν φύγει, την Νικολιά και τον Κώστα.
Σαν έμεινα μόνος,  κυκλογύριζαν μέσα μου τα σπίτια αυτής της γειτονιάς, οι δρόμοι, οι γείτονες, τα λουλούδια, οι λαχανόκηποι, τα αγόρια, τα κορίτσια,  η νιότης της παλιάς εποχής, τότε που ζούσα κι εγώ  εδώ, σαν μαθητής γυμνασίου. Αλλοίμονο όμως!  Τίποτε πια δεν είναι όμοιο!  Όλα  τώρα μου φάνηκαν σιωπηλά, ξεθωριασμένα, παραπονούμενα.
Μελαγχόλησα για  λίγο, αλλά η φωνή της Κανέλλας, που ξανάφανε,  με συνέφερε. Και ο καφές της Λούλας ενεργοποίησε την μνήμη μου.
Την Κανέλλα την είχα αφήσει παιδούλα δώδεκα χρόνων και τώρα ήταν μια δίμετρη πανώρια κοπέλα και μου ξύπναγε αναμνήσεις από τη ζωντάνια  της παλιάς  γειτονιάς.
Είχαμε μια πολύ ενδιαφέρουσα κουβέντα για τη ζωή μας, με αναφορές στα περασμένα.
Στο μεταξύ,πήγαινε-έλα  η Λούλα,  ήθελε να  γεμίσει  το τραπέζι με καλούδια:  κουλούρια, γλυκό του κουταλιού, καρύδια, αναψυκτικά  κι άλλα κεράσματα, απλόχερα η πρόσχαρη  παλιά γειτόνισσα.
Όσο μιλάγαμε, κατέβαιναν από τα μάτια μου όνειρα και λαχτάρες εκείνης της εποχής.
__Τί  ωραία που ήταν τότε, είπε η Κανέλλα, τότε που όλα τα παιδιά  γυρίζαμε  στους δρόμους με γέλια και χαρές!
Και η Λούλα πρόσθεσε:
__Ας ήταν δύσκολα και φτωχά τα χρόνια και ας κοιτάγαμε το μπουκάλι με το λάδι στην λάμπα, αν κοντεύει να τελειώσει. Τότε ήταν όμορφη η ζωή.
Ώρες πολλές κάναμε ανασκόπηση του περασμένου καλού καιρού. Και οι τρεις μιλούσαμε με πάθος και νοσταλγία για  τη γειτονιά, τους ανθρώπους, τα διάφορα  περιστατικά, που δεν είχαν τελειωμό.
Εγώ, βυθισμένος ολόκληρος στα περασμένα, ούτε κατάλαβα πότε κιόλας πέρασε η ώρα.
Δυστυχώς, διέκοψα κάπως βίαια  τη συζήτησή μας, που ήταν σαν μια μυσταγωγία.
 Ευχαρίστησα θερμά τα κορίτσια για τις  ωραίες στιγμές που μου χάρισαν και κατέβηκα τις σκάλες με τη συνοδεία τους.
Προτού ακολουθήσω τον δρόμο της επιστροφής, δεχόμουν και την φιλική συντροφιά του Τάκη του Κουτσιουρή, παλιού συμμαθητή μου, του Μήτσου και της Ελευθερίας, φίλων καλών, και ανανεώσαμε  σύντομα συνάντησή μας  στο φως και την γαλήνη της Στρέζοβας.
Τελικά, όπως το έζησα,  οι Στρεζοβινές  φιλίες δεν ευτυχούν μόνο μέσα μου. Μπορώ να τις συναντήσω,  ακόμη ολόθερμες,  επισκεπτόμενος το όμορφο αυτό χωριό.
Χαιρέτησα και το ξάδερφο, τον Λάμπη Σκουτέρη με την οικογένειά του, και με το ηλιόγερμα, με τις στερνές ανταύγειες του, γύρισα στην Γλανιτσιά.



B GIRAKAS 14.11.2016

1 σχόλιο:

  1. Αυτά τα κείμενα αναμνήσεων είναι πάντα ενδιαφέροντα. Καθώς είναι συναισθηματικά φορτισμένα, αγγίζουν σε όλους λεπτές χορδές. Τελικά, Βαγγέλη, ξεχειλίζεις από αγάπη γι' αυτό το χωριό, κυρίως για τους ανθρώπους του, και πασχίζεις να ξαλαφρώσεις. Το κάνεις με επιτυχία. Συνέχισε.
    Πολύ ενδιαφέρον θα είχε η περιγραφή της διαδρομής Μυγδαλιά-Δάφνη και τανάπαλιν τότε και τώρα. Τότε μια οδύσσεια, τώρα ένα όνειρο.
    Πιστεύω θα είναι ένα οδοιπορικό με ενδιαφέρον

    ΑπάντησηΔιαγραφή