Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

ΤΑΞΙΔΙΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ (Θύμισες -1964)



                                                                          
Του ΒΑΓΓΕΛΗ   Κ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
Αυτό το κείμενό μου είναι αφιερωμένο με πολλή αγάπη σε κείνες τις αγνές ψυχές που έκλεισα στην καρδιά μου και μένουν ζωντανές μέχρι σήμερα. Στις  συμμαθήτριες και τους συμμαθητές μου. Στους καθηγητές μου, που δεν έπαψα να τους θυμάμαι και να τους αγαπώ. Στην Δάφνη μου, την δεύτερη πατρίδα, που τη λατρεύω και « έχω ένα κρυφό μυστικό να της πω»: Την αγαπώ!
     B  GIRAKAS................

   Τότε !! 1964
Ύστερα από τόσα  χρόνια που πέρασαν, ο νους δεν λέει να πάψει να πλάθει όνειρα και να βλέπει παλιές με νοσταλγία εικόνες .
Κυριακή, καλό και ευχάριστο απόγευμα. 
Ο  μαθητόκοσμος το εκμεταλλεύεται στο έπακρο για περπάτημα  και βόλτες. Και άλλοι  άνθρωποι , Δάσκαλοι, επαγγελματίες, τεχνίτες,  ο Δήμαρχος ,o  Κωστάκης ο Ταχυδρόμος,  ο Τηλεγραφητής, κυρίες και κύριοι της καλής κοινωνίας, κάνουν βόλτα.
Καθυστερημένος ήρθε και ο Γιατρός με την Μαία κουβεντιάζοντας, ενώ στην παρέα τους προσκολλήθηκε ο Μίμης ο Παντοπώλης.  
Γνωστοί και άγνωστοι πηγαίνουν και έρχονται ανά δυο , ανά τρεις και σταματημό δεν έχουν.  Ανάλογα με την ηλικία τους, την φιλία τους, την  συγγενειά τους κάνουν παρέες. Σαν συναντιούνται μεταξύ τους, ανταλλάσουν ευχές, χαιρετιούνται  γνωρίζονται, κουτσομπολεύουν.
 Σουλατσάρει κείνο τ’ απόγιομα κι ο Αμερικάνος,ο Γιάννης Συριόγιαννης. Γεμάτος δαχτυλίδια στα χέρια, με μια χοντρή στο λαιμό, σιδερένια αλυσίδα, με πλατιά  Αμερικάνικα ρούχα, λιγδιασμένη τραγιάσκα και με δυο ξεχαρβαλωμένα παπούτσια.
__Καλησπέρα, είπε με το απλανές βλέμμα του και συνέχισε τον περίπατό του μέσα στο πλήθος, αδιάφορος. Ποιόν να χαιρέτησε; Κανείς δεν κατάλαβε! Δυο δυο κατέβαινε κείνη την ώρα μια ψηλή  και ορθόστηθη, τα σκαλιά του Δημαρχείου. Ίσως ήταν για αυτήν!
.
Τρείς νέοι στην ηλικία μου, που δεν έρχονταν στο γυμνάσιο, έριχναν φλογερές ματιές. Πείραζαν τις κοπέλες ,που άλλες ήταν σοβαρές και δεν απαντούσαν στις προκλήσεις και άλλες χασκογέλαγαν. Τα δυο νέα παιδιά κάπνιζαν επιδεικτικά.  Από τον έναν, δυο νευρώδη χέρια άρπαξαν το αναμμένο τσιγάρο. Η φωτιά είχε ακουμπήσει στο μάγουλό του και έτρεχε να γλυτώσει τα χειρότερα.  Θαρρώ πως τα χέρια ήταν του  μεγάλου του αδελφού.  Τον ακολουθούσε με έναν αστείο τρόπο και τον απειλούσε.
__Πήγες και έκλεψες το διάβολο να καπνίσεις; Θα σε φτιάξω γω το βράδυ!
 Ο νεαρός πιο κάτω σταμάτησε και περίμενε την παρέα του . Ωραία παρέα κάνετε, είπε στους δυο φίλους ένας καλοντυμένος κύριος που περνούσε, καπνίζετε και μπροστά μας.
__Για αστεία το κάναμε  κυρ Λευτέρη,του είπαν και συνέχισαν προς τον φίλο τους που περίμενε πιο κάτω.
Γιορταστική  ήταν η περατζάδα, γύριζε και χασκάριζε η Πολυξένη, στρογγυλή αλλά  ευτυχισμένη, με την Ντίνα την κάτω μαχαλίιώτισσα.  Μέχρι που τα άκουσε από την Θειά της την Βάσω
__Πού πας μωρή κουνάμενη και βεργολιγιστή; Το μισοφόρι φαίνεται και είσαι ερεθιστική!
Η φασαρία ήταν μεγάλη. Οι δυο ανύπαντρες αδελφές Κοροντζή με τα σούρτα φέρτα, αγκαζέ, πάνω κάτω στο δρόμο έφυγαν, για να ησυχάσει το κεφάλι τους. Ήρθε και το λεωφορείο και οι σοφεραίοι μαρσάρανε την μηχανή, για να φύγουν από μπροστά  οι πεζοί και χώρισαν παρέες στα δύο. Από μια παρέα τράβηξαν από το χέρι την Λίτσα να μείνει μαζί τους που έλεγε αστεία να γελάσουν.
Η Βάσω του Παπακώστα, σήκωσε τα μαλλιά της επάνω που έπεφταν στο μέτωπό της και ζήτησε από την Αλέκα του Κατσίρα  να κάτσουν λίγο στο Δημοτικό σχολείο ,γιατί ξεποδαριάστηκαν. Αυτό ήταν μάλλον πρόσχημα, γιατί στο δρόμο ανέβαινε ο Θύμιος με τον Μπαλασόπουλο. Ίσως ήθελαν να μιλήσουν.
Περατζάδα είχαν  κάνει στο παζάρι και η Όλγα από του Νάσια και η Μάχη και η Ζαφειροπούλου. Περίμεναν στο Μονοπώλειο το ταξί του Καστάνη, να φύγουν για το χωριό. Η βόλτα τους βγήκε ξινή γιατί εκείνος δεν ήρθε.

Στρέζοβα.
 Κεντρικός δρόμος: Εμπορικό Βασιλακόπουλου- πλατεία- βιβλιοπωλείο Κόλια – Κουρείο Τάσσου - περίπτερο Καυγά-Άλεξ-Ταβέρνα Λαμπαζόρι, Κρεοπωλείο Τράπαλη-Εμπορικό  Αφοι Χρυσανθακόπουλοι –Μονοπώλειο- Δημοτικό Σχολείο.  Βόλτα, κουβέντα, σιγοπερπάτημα, λοξοκοίταγμα. Καλά που δεν βγήκαν ακόμη οι καθηγητές, θα φεύγαμε σαν τα σύννεφα απο το βοριά.
Α ναι! καλά θυμάμαι ήταν Κυριακή απόγευμα. Βλέπω ανάγλυφες, λογής λογής μορφές. Ξαναβλέπω τα γνώριμα  πρόσωπα, χαρούμενα, γελαστά, καλοντυμένα, ξέγνοιαστα. 
Μπροστά περπατούν  και γλυκογελούν με τ’ αστεία της Μαρίας Ρηγοπούλου, η Κούλα και η Ζειρογιάννη. Πιο πίσω  σα δεμένες, αγκαζέ, έρχονται η Λίτσα η Ανανιάδη, η Σόφη και η Μπέμπα. Για λίγο κάθισαν στην βιτρίνα του βιβλιοπωλείου και διάβαζαν τίτλους βιβλίων.  Δεν ξέρω τι είπαν! Χαμογελούν με τα μάτια. Ύστερα περπάταγαν πλάι πλάι με άλλη παρέα,  της  Φωτοπούλου με την Χαραμποπούλου και την Φρουφρή. Αυτές με κορδέλα στα μαλλιά και σφυγμένες με ζώνη στην μέση ήταν χαριτωμένες . Και λίγο προκλητικές με τις όμορφες πτυχές πάνω στο στήθος τους.
Πέρασαν μπροστά  αγόρια,  που έχουν πιάσει από το ένα πεζοδρόμιο μέχρι το άλλο και μιλούν δυνατά για το ποδόσφαιρο. Και συνέχεια ερχόταν η Ανδριάνα που έκανε χαρές σαν παιδί,  ενώ η Αλεξάνδρα σούρνει το λυτό πέδιλο του ποδιού της και γέλαγε η Βάσω, η Δήμητρα η Αρβανίτη και η Κοσαράκου. Τελευταίες ήταν η Αγλαϊα και η  Κατίνα με τα χοντρά γιαλιά και η Βάσω η Μαμάκου. Έτσι έκλεινε ο κύκλος των μαθητριών και γίνονταν πρώτες με την επιστροφή της βόλτας. Κόσμος χωνόταν ενδιάμεσα  και η σύνθεση άλλαζε, καθώς ο κόσμος πλήθαινε στο παζάρι.
Μόλις βγήκαν στο δρόμο από ένα στενό,  ο Τράγκας ο Τάκης και ο Σωτήρης ο Παπαχαραλάμπους με αλυσιδάκια στο χέρι παίζοντας, σφυρίζοντας και γελώντας, γιατί έκοψαν στην μέση μια παρέα κοριτσιών.  Μπαρούτι γίνανε εκείνες  και τους βάλανε τις φωνές!
__Καλά δεν βλέπετε μπροστά σας;
__Λάθος έγινε μη μας μαλώνετε ,απάντησαν. 
Από το παπουτσάδικο του Κατσίρα ανέβαιναν με τις δίμετρες γκλίτσες τους δυο βοσκοί. Σαν πλησίασαν στο δρόμο,που στριφογύριζε ο κόσμος σαν μέλισσες και είδαν τις κοπέλες, είπε ο πρώτος.
__Όρε μάνα μου, τι έχει ο τόπος και μείς κοιμόμαστε! 
_ Καθώς προχωρούσαν κοίταγαν πονηρά τις κοπέλες , έστριψαν το μουστάκι τους και έριχναν γελαστές ματιές μεταξύ τους. Είπαν και μια σιχαμερή κουβέντα αναγκάζοντας τις κοπέλες να μεριάσουν  στην άλλη άκρη του δρόμου . Κατάλαβαν το θυμό τους , σταμάτησαν εκεί κοντά , τις κοίταγαν  και έλεγαν:


Σαν τις τσαντήλας το τυρί
Είναι τα μαγουλά σας
Χαρούμενοι που  θα είμαστε
Μέσα στην αγκαλιά σας.

Και χα! Χα! Χα! Τα γέλια εκείνες και έστριβαν τα μουστάκια οι βοσκοί.
Οι πρώτες το είπαν στις άλλες και ο ένας το έλεγε στον άλλον   και η ουρά του κόσμου μεγάλωνε πίσω τους ν’ ακούσουν και άλλον στίχο. Έριξαν και άλλες πονηρές ματιές τριγύρω,  έκλεισε το μάτι ό ένας στον άλλον και μπήκαν  μέσα  στου Λαμπαζόρι την ταβέρνα , να πιούν λίγο κρασί.
Γέλια όχι και λίγα στο σύνολό τους.
Τα αγόρια μα και τα κορίτσια όλο  και κάτι έλεγαν τάχα μου και ξεκαρδίζονταν. Τι να  έλεγαν;. Έβαζα αφτί ν’ ακούσω και έριχνα  ντροπαλές λοξές ματιές, μα ούτε άκουσα, ούτε θυμάμαι!
Σχεδόν όλα παιδιά ήμαστε! Αλλάζαμε φευγαλέα φιλικά  βλέμματα μεταξύ  μας, καμαρώναμε τα κορίτσια  και ήμαστε προσηλωμένοι περισσότερο στις παρέες μας.
Την  Αλεξάνδρα, την  Μαρία, την Βάσω, την Κούλα, ξεχώριζες απ’ τα μαλλιά με τις μακριές πλεξούδες.
Την Σόφη, την Γεωργία τη Μπέμπα με τα κομμένα κοντά μαλλιά.
Ο Τάσος, ο Νίκος, ο Κώτσιος, ο Λάκης, ο Μιλτιάδης ο Γιάννης ο Τάκης….  μου λείπουν. Μου λείπει το αστείο ,το γέλιοη παρέα τους. Να ζουν, Παναγιάμου και να είναι καλά!
Αυτός ο χώρος  ήταν σημείο συνάντησης  και είχε τα χαρακτηριστικά μιας κοινωνικής γιορτής.  Στο βάθος του κατηφορικού  δρόμου συνέχιζε να κατεβαίνει  κόσμος από το απάνω χωριό, ντυμένος επίσημα, φανταχτερά, γιορτινά….
Από κεί ακουγόταν η δυνατή και γλυκιά φωνή του Πετρολάκη του μικροπωλητή:  Στραγάλια, φιστίκια, σπόρια.  Μα σαν χειμώνιαζε πέρναγε στο στεφάνι του κοφινιού   το αριστερό του χέρι και γύριζε στον πολυσύχναστο δρόμο φωνάζοντας. Κάστανααα, ζεστά κάστανα. Ελάτε να προλάβετε. Και όσοι είχαμε πενήντα λεπτά ήμαστε οι καλύτεροι. 
Ζυγώναμε κοντά με το φράγκο στο χέρι. Εκείνος άφηνε το κοφίνι καταγής, τύλιγε γρήγορα γρήγορα , με ένα κομμάτι χαρτί, που το είχε κάνει χωνί,  λίγα κάστανα και τα έδινε. Ζεσταινόταν η χούφτα με τον βρασμένο καρπό και η άχνα ερχόταν στη μύτη και γλείφαμε  τα χείλη. 
Οι βόλτες συνεχίζουν μέχρι το βράδυ. Στις βεράντες παντρεμένες γυναίκες, κοπέλες  αμέριμνες καμαρώνουν, χαιρετούν και απολαμβάνουν τον κόσμο που περπατάει κάτω από τα πόδια τους.
Θεέ μου τι όμορφη βόλτα που ήταν!!.  Εκεί  έβλεπα την  κοπέλα μου! Απλή, όμορφη, με φωτεινό πρόσωπο, με καστανά μάτια, σγουρά  κοντά  μαλλιά και όλο χαμόγελο. Είναι  η μόνη που δεν  άλλαξε μέσα στο χρόνο!
 Πάντα μου γέμιζε την καρδιά και κρυφά φανερά πάσχιζα να παρακολουθώ την περπατησιά , την χάρη και τα νάζια της.
Όπως χαμογελούσε έδειχνε ακόμη πιο όμορφη!
Κείνο το απόγιομα την απάντησα στην στροφή του δρόμου με τις φίλες της. Στάθηκα λίγο και την χάιδεψα με το βλέμμα μου. 
Ύστερα περπατώντας  στο ίδιο μέρος δυο φορές  δεν την είδα. Είχε φύγει  για το σπίτι της και ένα μικρό σύννεφο μπήκε στην ψυχή μου.
Και τώρα η σκέψη μου τριγυρνάει σε κείνα τ’ αλαργινά χρόνια, που ήμουν ένα παιδί, σχολιαρόπαιδο, γεμάτο όνειρα για  ζωή.
Καθώς κοιτάζω το χρόνο, βλέπω πόσο όμορφον κόσμο άφησα πίσω μου.   Και ένα πικρό χαμόγελο  ξεφυτρώνει με αυτές τις θύμισες , τις  όμορφες, ανεπανάληπτες  βόλτες που δεν ξαναγίνονται! 

 Ήταν μια θύμιση ! Ένα καλό  ταξίδι στο χρόνο!
 
B GIRAKAS 28/10/2015

1 σχόλιο:

  1. Αυτή η περιγραφή από τη Στρέζοβα ταιριάζει να μπεί και για το Γυμνάσιο Λαγκαδίων. Έτσι κάπως γίνονταν τα πράγματα, αλλά δεν τα καταφέρνω να τα γράψω όπως τα έζησα και όπως τα αισθάνομαι. Όποιος μπορεί ας γράψει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή