Πέμπτη, 8 Μαΐου 2014

ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΚΑΒΟΥΛΙΩΤΙΣΣΑ



Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου

Αφιερωμένο στην Ελπίδα Γεωργιάδου
Η  γιορτή της Παναγιάς της Καβουλιώτισσας έπεφτε στις 25 Απρίλη. Με χωριανούς μου, είπαμε να συνεορτάσουμε φέτος την Παναγία, η εορτή της οποίας συμπίπτει την πρώτη Παρασκευή μετά το Πάσχα.  Θέλαμε να ξεσκάσουμε λίγο  στην ύπαιθρο, στο πανηγύρι, μιας και το Μεγαλοβδόμαδο  και η γιορτή της Ανάστασης του Κυρίου, είχε  συνοδευτεί με βαριά συννεφιά, βροχή και ο  χορός και τα τραγούδια ήσαν λίγα  και δεν ευχαριστηθήκαμε........
Συμφωνήσαμε και με τον Μαγκογιώργη και τον Κώτσιο τον αδερφό του, τον Μπουρνά το Θανάση,τον Γιάννη εγγονό του Πλακωτή, τον Χρίστο του Χρηστιά, το Βαγκογιώργη, τον Ηλία τον Καρτέρη, τους Μαραγκαίους, τους Μπαρουναίους  και άλλους  να πιούμε κανένα ποτηράκι κρασί, να πάρομε κανένα κομμάτι γίδα βραστή που φτιάχνουν οι διοργανωτές του πανηγυριού.
Μετά την θεία λειτουργία, θα ακούγαμε  αμανέδες,  τραγούδια κλέφτικα και καλαματιανά  και θα ευθυμούσαμε βλέποντας στο χορό κρασοπότες να χορεύουν.
Το εξωκλήσι βρίσκεται χτισμένο στο καταράχι βραχώδους λόφου, γεμάτο αχλαδιές μικρές και μεγάλες. Στη γιορτή της Παναγίας, είναι ολάνθιστες. Κάτω από τον ίσκιο τους παλιότερα στρώνανε κεντητά απλάδια, κάθονταν  ,  τρώγανε, πίνανε και διασκέδαζαν.  Η μια πλάτη του λόφου βρέχεται από την λίμνη του Λάδωνα και οι άλλες καταλήγουν σε βαθύσκιωτα φαράγγια. Στις πλαγιές του λόφου είναι βαθιά στην γη ριζωμένα, ασάλευτα, θεόρατα σαν γίγαντες βράχια. Απέναντι από τον λόφο, δεξιά και αριστερά,  βλέπεις  βραχώδεις πλαγιές, καταπράσινα τοπία, μέχρι που το μάτι χάνεται στις  δαντελένιες κορυφογραμμές και τον καταγάλανο ανοιξιάτικο ουρανό.
Όλο το χρόνο, παπάς δεν έρχεται να λειτουργήσει το λησμονημένο ερημοκλήσι.  Γι αυτό στη γιορτή του έχει συνωστισμό προσκυνητών. Εδώ δεν έρχονται μόνο,  οι λίγοι βοσκοί με τις φαμελιές τους να λειτουργηθούν , αλλά και πλήθος ξωμάχων και  καλυβιωτών. Έρχονται  Γλανιτσιώτες, Βαλτεσινιώτες , Λαγκαδινοί, Μπουλιαρίτες, Δαφναίοι, από πολλά άλλα χωριά και μακρινά μέρη,  στην χάρη της Παναγίας της Καβουλιώτισσας. Τα ταξίδια των προσκυνητών για το μοναστήρι, ιδίως των μακρινών χωριών, είναι γεμάτα με ενδιαφέρουσες ιστορίες και πικάντικα περιστατικά.
Μία απ’ αυτές, μου τη διηγήθηκε ο Πάνος  ο Γκουσιάκης. Την είχε ακούσει  πολλές φορές από το γέρο  Μπάρκα, που δεν θα ξανάρθει ποιά,  στην χάρη της:

 Δυο μέρες ήθελε να έρθει  η γιορτή της.  Ήταν Τετάρτη που ο Βλάγκος ο Γιάννης , Πυργιώτης στην καταγωγή, σπιρούνισε το άλογό του να πάει στην Τρίπολη. Ο δρόμος που πήρε τον έβγαλε, στην Περαμεριά, κοντά στης Κυράς το Γεφύρι.
Τσοπάνος ο Μιχάλης ο Μπάρκας σφύριζε τα γίδια του, να μαζευτούν από τα πλάγια. Βράδιαζε. Τα πήγαινε για άρμεγμα.
Καλοχαιρέτησε ο ξένος, σαν τον είδε. Ο  Μπάρκας ανταπέδωσε τον χαιρετισμό και τον ρώτησε:
__Για πού πας ξένε; Πώς από δω;
__Για Τρίπολη κίνησα, μα βράδιασα εδώ. Είπε ο Βλάγκος.
__Θες να χαρείς αφέντη;  Αύριο είναι παραμονή. Μια μέρα μένει. Μεθαύριο γιορτάζει η Παναγιά η Καβουλιώτισσα.
__Και που γίνεται η γιορτή;
__Στην κορυφή του λόφου, πάνω σε ίσιωμα είναι το εξωκλήσι. Και έδειξε με το χέρι του ψηλά στο βουνό, τα βράχια της Καβούλιας.
__Εσύ έχεις πάει εκεί; Ρώτησε ο Βλάγκος.
__Είμαι τσοπάνος  αφέντη. Του είπε ο Μπάρκας.
__Μη με λες αφέντη.  Βλάγκο Γιάννη με λένε. Όπως θέλεις με φωνάζεις. Πες μου   τώρα, πρόβατα βόσκεις;
__Όχι Βλάγκο, δεν πάνε τα πρόβατα στα βράχια. Γίδια βόσκω, γύρω  από τις πλαγιές που βλέπεις.
__Στο εκκλησάκι πηγαίνει δρόμος;
__Ανεβαίνουν και   ζώα εκεί Βλάγκο, αρκεί να προσέξεις σε δυο σκάλες.
__Εκεί που βόσκεις τα γίδια, στα βράχια, πηγαίνεις και συ μαζί τους;  Μπορείς κι ανεβαίνεις;
__Είναι κόπος πολύς και κίνδυνος μεγάλος, Βλάγκο. Περισσότερο για τα γίδια που φτάνουν στις άκρες των βράχων. Εγκλωβίζονται και ύστερα βάζουν τις φωνές, βελάζουν και ζητούν βοήθεια. Τότε μόνο με τη χάρη της Παναγίας μας της Καβουλιώτισσας  απελευθερώνονται.
__Εσύ φτάνεις μέχρι τα βράχια Μπάρκα;
__Με κάνουν τα γίδια και φτάνω Βλάγκο. Εκεί άμα βρέχει πολύ, στα βράχια είναι μια μεγάλη σπηλιά με ιστορία. Εκεί πηγαίνουν  τα γίδια,   να μην βραχούν, μα και το καλοκαίρι πηγαίνουν στον ίσκιο, να σταλίσουν και  να δροσιστούν.
__Επειδή πάνε τα γίδια έχει ιστορία;
__Όχι Βλάγκο.  Αυτή η σπηλιά είναι μεγάλη. Χωράει μέσα  εκατόν πενήντα γίδια, κοιμισμένα και όρθια. Σε αυτή τη σπηλιά, έμενε ο λήσταρχος Λύγκος με τους συντρόφους του.  Δεν ξέρω αν έχεις ακούσει τις ιστορίες του. Αυτή  η σπηλιά είχε φιλοξενήσει και τον πατριώτη μου τον Αναγνώστη Φουρνόδαυλο, φίλο του λήσταρχου Λύγκου. Γύρω γύρω έχει και άλλες σπηλιές και πολλές πηγές με καθάριο νερό. Ιδιαίτερα θα χαρείς, να πας στην Καβουλιώτισσα, να αγναντέψεις από κει την ομορφιά, ολόγυρα του τόπου.
__Μιχάλη Μπάρκα, νομίζεις  πως εγώ δεν θέλω, να πα στην Καβουλιώτισσα;
__Κάτσε Βλάγκο, στην γιορτή της. Θα σου κάνει ό,τι καλό της ζητήσεις! Η εικόνα είναι θαυματουργή. Πολλές φορές της ζήτησα να βρω τα χαμένα μου γίδια και χατίρι δεν μου χάλασε. Κάθε χρόνο τα φέρνω τριγύρω από το εκκλησάκι της, σαν λιτανεία και ποτέ δεν μου αρρωσταίνουν.
__Μπορείς αύριο Μπάρκα, να με συνοδέψεις μέχρι εκεί;
__Δεν μου κάνει κόπο Βλάγκο. Τα γίδια μου το πρωί, προς τα κει θα πάνε.
__Εσύ πρέπει να έχεις λόγο. Εύγε! Από σήμερα είσαι φίλος μου .
Ο Μπάρκας έκρυψε στον κόρφο του ένα μαχαίρι, που του χάρισε ο Βλάγκος.  Τα γίδια πήγαιναν στο μαντρί. Τον καληνύχτισε χωρίς άλλη κουβέντα  και έφυγε.
Το βράδυ  ο Βλάγκος κοιμήθηκε στο χάνι, κοντά στης Κυράς το Γεφύρι. Έμαθε κι άλλες ιστορίες της Καβουλιώτισσας και ανυπομονούσε να έρθει το πρωί.
Ο Μπάρκας άργησε να έρθει για να ξεκινήσουν μαζί. Μα σαν ήρθε, πήραν την βουνοπλαγιά τον ανήφορο και ύστερα πήραν τον ζυγό και έφθασαν σε ένα ξέφωτο και σε χωράφια χέρσα.  Είχαν αρκετή ώρα που περπάταγαν στο στενό δρομίσκο, όταν άκουσαν γυναικείες χαρούμενες φωνές.  Σε μια μάντρα του δρόμου κάθονταν τρείς νεαρές χωρικές. Φούσκωναν και κοντανάσαιναν τον ανήφορο. Πού και πού κάθονταν να ξεκουραστούν.
Γνώρισαν τον Μπάρκα και δεν ανησύχησαν με τον ξένο που ήταν καβάλα στο άλογό του. Ο δρόμος δεν πήγαινε αλλού από την Παναγιά την Καβουλιώτισσα και αυτές εκεί πήγαιναν.
Πήγαιναν να σκουπίσουν  το εκκλησάκι, να γυαλίσουν και να ανάψουν τα καντήλια,  να στολίσουν με λουλούδια τις εικόνες και την εικόνα της Ζωοδόχου Πηγής, και να ζητήσουν την Χάρη της.
Και οι τρείς τσοπάνισσες, ωραίες, με ξέπλεγα μακριά μαλλιά, κάθε χρόνο, έκλειναν τα πρόβατα σε περιφραγμένο χωράφι και ανέβαιναν στο εκκλησάκι.  Όσο πλησίαζε ο Μπάρκας και ο ξένος, προχωρούσαν και αυτές με μικρά βήματα. Στην μικρή στροφή του δρόμου έσμιξαν,  συστήθηκαν και χαιρετήθηκαν και όλοι μαζί , έφθασαν στο εκκλησάκι.
Όταν μπήκαν μέσα, έφυγε από πάνω τους κάθε κούραση και έσπευσαν σταυροκοπούμενοι, να ασπασθούν την εικόνα της Παναγίας και ν’ ανάψουν τα μικρά κίτρινα κεράκια.
Ο Βλάγκος  προσκάλεσε τις τρείς τσοπάνισσες με τις κρυστάλλινες φωνές τους να ψάλουν το απολυτίκιο και Πασχαλιάτικους ύμνους. Εκείνες ντροπαλές, δέχτηκαν, χωρίς αμοιβή να ψάλουν, παρ’ ότι ο ξένος, ήθελε να τις ανταμείψει  για  αυτήν την υπηρεσία τους.
Ο ξένος ήταν  όρθιος καθ’ όλη τη διάρκεια της ψαλμωδίας , άκουγε  την γλυκιά και μελωδική φωνή των τριών τσοπανισσών και  δεν ήθελε να τελειώσουν.  Τα μάτια του ήταν στραμμένα στο πέτρινο δάπεδο του μικρού όμορφου ναΐσκου.  Με το τέλος της ψαλμωδίας περιήλθε ασπαζόμενος τις εικόνες του τέμπλου, μία προς μία. Ασπάσθηκε  δυο φορές την Ιερή εικόνα της Παναγίας της Καβουλιώτισσας  και λοξά κοίταξε το πρόσωπο μιας των νεαρών. Τούτο  έκανε κρυφά πολλές φορές , θαυμάζοντας την εικόνα και το πρόσωπο της κόρης, που έμοιαζαν οι γραμμές του προσώπου της,  με της Παναγίας.
Πριν αποχαιρετήσει τον Μπάρκα και τις τρείς κοπέλες, κοίταξε με θαυμασμό, τη δυτική πλαγιά, με τις μεγάλες λάκκες και τις κωνικές κορυφές των Λαγκαδινών βουνών, που τρύπαγαν και μάτωναν τον ουρανό. Έφυγε γεμάτος εικόνες, από τα πελώρια βράχια της ανατολικής πλευράς  του βουνού και της γύρω περιοχής, υποκλινόμενος στους φίλους του και στον Ναΐσκο της Καβουλιώτισσας. Έδωσε υπόσχεση, του χρόνου να ξανάρθει με τάματα στην Καβουλιώτισσα. 
__Είμαι και γω από δω, τους είπε και έφυγε βουρκωμένος.

Γύριζαν στα πρόβατά τους οι τρείς τσοπάνισσες με τον Μπάρκα, ενώ η θειά Κώσταινα ανέβαινε και κείνη στο εκκλησάκι με την δεκαεφτάχρονη κόρη της, τη Μαριγώ, και τη μικρή αδερφή της τη Γιαννούλα.
Μισή ώρα κάθισε γονατιστή η μάνα της ,μπροστά στην Εικόνα της  Παναγίας και  προσευχόταν για την υγεία της οικογένειάς της…
  Της ζήτησε να βρεθεί ένας καλός γαμπρός για την κόρη της, και την αδερφή της.  «Να δώσεις Παναγία μου, να παντρευτεί με την ευχή μας,  να την αγαπάει ο  άντρας της και να μην μείνει ανύπαντρη, όπως έμεινε η Αφροδίτη, για βάσανο του πατέρα και της μάνας της και  την έχουν σαν κούτσουρο μια ζωή».
Μα και η Γιαννούλα  η αδερφή της, παρακάλαγε την Παναγιά, να παντρευτεί στην Περαμεριά το Θοδωρή, που είχε μπλέξει μαζί του.
Αλλά τί κάθομαι και σας λέγω  για τον Βλάγκο και την Κώσταινα.  Σήμερα ξημερώνει μεγάλη γιορτή,  η γιορτή της Καβουλιώτισσας, προστάτιδας όλων των γύρω χωριών.
Ο ήλιος ήταν ψηλά ένα Βοϊδόσχοινο, όταν ξεκινήσαμε,  ομάδες ομάδες, για την Καβούλια. Ο τόπος κατάφορτος λουλούδια και μυρωδιές. Τα αραιά σύννεφα μέριαζαν από τον ουρανό. Κατεβαίναμε  στον γεμάτο στροφές δρόμο, πότε σε άσφαλτο, πότε σε χωματόδρομο, προς την Λίμνη του Λάδωνα.


 Ύστερα θα παίρναμε αριστερά τον δρόμο, τον ανήφορο στις καταπράσινες πλαγιές για να φθάσουμε στον προορισμό μας.
Εκείνη η διαδρομή είναι ένα όνειρο. Ανθισμένη φύση, με κάτασπρα λουλούδια, σαν νύφες στολισμένες, οι αχλαδιές.  Ροδοκόκκινα από τον ανθό πουρνάρια, κάτασπρες αγκαθιές, κατακίτρινες φροξυλιές, μπουκέτα μέσα στο απέραντο δάσος. Φουσκωμένα δέντρα,  κατακόκκινες ανεμώνες,  δεξιά και αριστερά του δρόμου, πολύχρωμα λουλούδια, πουλιά πάνω στα πράσινα φυλλώματα των δέντρων. Μα και η λίμνη, σαν φθάσαμε, με την γαλαζοπράσινη  γυαλάδα της, μας μαγεύει. Αλλεπάλληλοι κύκλοι ταράζουν την ησυχία της , από τα ψάρια  που μας καλωσορίζουν. Ύστερα πήραμε τον δρόμο παράλληλα της λίμνης. Σε κάθε στροφή θαυμάζουμε τα είδωλα της φύσης και του ουρανού που  καθρεφτίζονται μέσα της και προχωρούμε  μέχρι που ανεβήκαμε ψηλά στο βουνό και φθάσαμε   στον προορισμό μας.
Σήμερα χαίρεται η Παναγία μας, και οι άγιοι λάμπουν και κείνοι από χαρά.
Ήταν πολύ καιρό ολομόναχη, ήσυχη και έρημη. Κρεμασμένο μπροστά της το καντήλι, ρίχνει το φως, στο γλυκό πρόσωπό της. Άνθρωποι ροβόληκαν από  βουνοκορφές,  γυναίκες ανέβηκαν ανηφόρες, φέρνοντας  λαδάκι και λουλούδια. Τα πάντα λάμπουν,  οι εικόνες, τα καντήλια, το αναλόγιο , το πέτρινο δάπεδο, η πλακοστρωμένη αυλή με τα πολλά επίπεδα, η πίστα του χορού. Μα προπάντων λάμπουν οι άνθρωποι. Και η Παναγία  χαίρεται, με το αναμμένο καντήλι , με την αγάπη των προσκυνητών , με τα τάματα που φέρνουν και της τα αφιερώνουν, με τα κεριά και τις λαμπάδες που καίνε για Χάρη της.
Στους αρρώστους,  που δεν περιμένουν γιατρειά από γιατρούς, η Μεγαλόχαρη τους δίνει κουράγιο , τους βοηθάει, τους θεραπεύει κι όλοι  τάζουν τάματα.  Ο τσοπάνος που τα γίδια του βόσκουν στα πλάγια της, μπαίνει στην εκκλησιά κι ανάβει κερί. Φέρνει σαν τάμα και ένα βετούλι.
Η εικόνα της Παναγιάς στον πρόναο μας καλοδέχεται. Στέκεται   μέσα στην κολυμπήθρα και έχει μπροστά  το Θείο παιδί της. Με απλωμένα τα χέρια της ευλογεί, εμάς και τα χωριά μας.
Είναι ηλιόλουστη μέρα. Κοσμοσυρροή στην Καβουλιώτισσα. Μέσα στο Ναό  έχει το αδιαχώρητο. Πολύς κόσμος στέκεται  στο προαύλιο .
Σμίγουν Λαγκαδινοί και Κιαρναίοι.  Ο Πάνος κι ο Γιάννης, παλιοί γνώριμοι.
Χαιρετιούνται, λένε ευχές. «Χρόνια πολλά η Παναγιά μαζί μας».
__Ο Πάνος είσαι;
__Ναι, εγώ είμαι, Γιάννη.
__Αλλάξανε τα μουστάκια μας Πάνο, ασπρίσανε , δεν γνωριζόμαστε. Να είσαι καλά, Πάνο.
__Εσύ πώς είσαι Γιάννη;
__Πάνο, ευχαριστημένος είμαι στη ζωή. Δόξα τω Θεώ. Κάτι θα περάσουμε κιόλας! Η Παναγιά μάς έκανε το χατίρι, να συναντηθούμε φέτος.
 Οι δυο ογδονταπεντάχρονοι, Ο Πάνος Τσαφαράς και ο Γιάννης Ηλιόπουλος, παλιόφιλοι, σκοπεύουν και πολλά άλλα χρόνια να δίνουν το παρόν  στη γιορτή της Καβουλιώτισσας και να λένε χιλιοχρονίτικες ιστορίες.
__Καλημέρα και χρόνια πολλά πατριώτες. Η Παναγιά η Καβουλιώτισσα μαζί σας, τους είπα και  άπλωσα το χέρι μου.
 Έδωσαν και κείνοι το δικό τους και τα τρία χέρια έγιναν  ένα.  Με τα πόδια ήρθατε; Ρώτησα. Οι δυο λεβεντόγεροι κατάλαβαν!
__Πολλές φορές είχαμε έρθει  και με τα πόδια, και μου έδειξαν τους παλιούς δρόμους, μέσα από τα δύσβατα δάση, που έρχονταν τα παλιότερα χρόνια  οι προσκυνητές.
__Να από κει ψηλά, από το μάτερο χωράφι, το «Κουτούνι», έρχονταν καβάλα  στα μουλάρια, οι Λαγκαδινοί.  Πάνω στις κορυφογραμμές των βουνών,  ξεχώριζαν πρώτα τα κεφάλια των καβαλάρηδων και τα ζώα που κινούντο.
__Από πού έρχονταν οι Βαλτεσινιώτες, κυρ Γιάννη;
__Από κείνη την ψηλή κορυφή  ξαγνάντευαν, και έδειχνε με το δάχτυλό του το μέρος.  Τα κουδούνια στα ζα τους γλυκολαλούσαν μέσα στο δάσος και οι κόκκινες χασιές λαμποκοπούσαν. Πίσω από αυτή την κορυφή, είναι ο δικός τους Άγιος. Ο Άγιος Βλάσης.
Εσείς οι Γλανιτσιώτες ερχόσαστε από τα πλάγια του βουνού. Φτάνατε στα Σελά και παίρνατε την μια πλαγιά μετά την άλλη. Περνάγατε ρέματα και δροσιζώσαστε στη βρύση……..και μετά φτάνατε εδώ. Ήσαστε οι περισσότεροι και κρατάγατε το πανηγύρι. Τώρα αυτός ο παλιός δρόμος, έχει γίνει πέρασμα για τα αγριογούρουνα.
Είχατε μεγάλο δεσμό με την Καβουλιώτισσα,  την αγαπάγατε και σας πρόσεχε! Δυο παπάδες απ’ το χωριό σας  υμνούσαν την Παναγία μας, που είναι και δική σας.  Ο παπά – Πάνος και ο παπά –Γιώργης. Άγιο και ευλογημένο το χώμα που τους σκεπάζει. Οι ψυχές τους , ίσως,  εδώ τριγυρίζουν σήμερα. 
Ο κυρ Γιάννης έκανε το σταυρό του με το χτύπημα της καμπάνας και, σαν να ζούσε τα παλιά χρόνια στη γιορτή της Παναγίας, συνέχισε να εξιστορεί , όσα θυμόταν:
__ Εμείς οι Κιαρνιώτες , οι Κατσουλαίοι και Μπουλιαρίτες, ανεβαίναμε το βουνό, σε δρομάκια που ήσαν μέσα σε βαθύσκιωτες ρεματιές, για να έρθομε στη Χάρη της.
Η  προέκταση νοητά των δρόμων, σχημάτιζαν σταυρό, με κέντρο τον παλιό εκείνο Ναΐσκο.  Λέγεται ότι το εκκλησάκι  κτίστηκε  το 1700, είναι βασιλικού ρυθμού και τελευταία έγιναν προσθήκες στον κύριο Ναό. Η εικόνα , Ζωοδόχος Πηγή είναι ζωγραφισμένη το 1891 από άγνωστο Αγιογράφο με εμφανή σημάδια πρόσφατης συντήρησης.
Ήταν και είναι η παρηγοριά των ανθρώπων.
__Βλέπεις αυτόν τον ανθότοπο, ούλα αυτά τα χωράφια; είπε ο κυρ Γιάννης. Ήταν κάποτε γεμάτα  γαϊδούρια κι αλογομούλαρα. Σειόταν ο τόπος ούλος!
__Γινόταν καλό πανηγύρι παλιά, κυρ Γιάννη;
__Τί να σου ειπώ!  Μεγάλο πανηγύρι! Αλλά πολλές φορές αγρυπνούσαν και οι καραμπίνες!
__Δηλαδή τί γινόταν;
__Να, κείνα τα χρόνια μερικές φορές υπήρχε βεντέτα μεταξύ των πανηγυριωτών. Κατσουλαίων από την μια πλευρά και Κιαρναίων και Μπουλιαραίων από την άλλη.  Και οι δυο παρέες, πίνανε κόκκινο κρασί από τους γύρω του Ναού πάγκους  των λιανοπωλητών και θόλωνε ο νούς τους. Μετά το τρίτο τέταρτο ποτήρι η γλώσσα τους λυνόταν.
Η μια πλευρά ήθελε πρώτα να γίνει το δικό της και η άλλη επίσης το δικό της. Δηλαδή να χορέψει η μια πρώτα από την άλλη. Μάταια οι οργανοπαίκτες προσπαθούσαν να επιβάλουν την τάξη. Αγωνιούσαν για την τύχη του πανηγυριού και τις εισπράξεις τους.
Μερικές φορές σ’ αυτούς τους καυγάδες οι καραμπίνες έμπαιναν σε δράση και από την μια πλευρά και την άλλη και ηχούσαν με κρότο. Έβγαιναν και κουμπούρες και μαχαίρια για το δίκαιο του ισχυρότερου.
Γινόταν μεγάλη αναστάτωση και οι πανηγυριώτες όπου φύγει, φύγει! Χάλαγε το πανηγύρι από τους ψευτοεγωισμούς μερικών. Η γριά Γερέκω, η μακρυφουστανούσα, όπως την έλεγαν τα παιδιά, δεν άκουγε καλά και προσευχόταν μεγαλοφώνως. Ζητούσε τη μεσολάβηση της Παναγίας και έλεγε: «Παναγία μου, φύλαξε τον αδερφό μου από τις κουμπουριές, μην πάθει τίποτε.» Καταλαβαίνεις λοιπόν τί γινόταν.
Αταίριαστα πράγματα για θρησκευτικό πανηγύρι. Ευτυχώς αυτό δε γινόταν πάντα.
__Αν κατάλαβα καλά,  ήσαν και πολλοί  μικροπωλητές, στο πανηγύρι.
__Εγώ θυμάμαι ,είπε άλλος γέρος, που άκουγε την συζήτηση, εδώ ερχόσαντε από τα  χωριά, μικροπωλητές και πούλαγαν κρασί, ζαχαράτα, καραμέλες, λουκούμια και παιγνίδια.
Θυμάμαι από το χωριό σου, τη Γλανιτσιά, τη Δημήτρω του Μπαρουνόγιαννη,  με δυο μπουκάλες κατακόκκινο κρασί και ποτήρια. Θυμάμαι τον Γιώργη τον Πολύδωρα ή Τούρκο με τον πάγκο του γεμάτο λουκούμια και ζαχαρωτά.
 Για τον Μαγκογιώργη δεν μου είπε τίποτα. Ίσως υπολόγιζε  ότι με ενημέρωσε, σαν φίλος μου, για την εδώ παρουσία του παλιότερα, με λουκούμια και κρασί.
Εγώ, όσο εκείνοι εξιστορούσαν τα γεγονότα με τους πάγκους, κοίταγα τριγύρω  στο χώρο της Καβουλιώτισσας, να μαντέψω ποιο σημείο είχαν πιάσει οι αείμνηστοι αυτοί  πατριώτες μου. Και συνέχιζα νοερά να ερευνώ την Άγια Τράπεζα με τους δυο παπάδες του χωριού μου, που έκαναν για πολλά χρόνια, την θεία λειτουργία. Μου φάνηκε κιόλας, σαν ν’ άκουσα την φωνή τους που μου μίλαγαν….. Σαν να μου έλεγαν του χρόνου να τους κάνουμε μνημόσυνο στην Καβουλιώτισσα!!!!!!!!

 Πλησίαζε κοντά μας ηλικιωμένη γυναίκα. Καλημέρισε και χαιρέτησε τον κυρ Γιάννη.  Ευχήθηκε και σε μας χρόνια πολλά και έτσι μου δόθηκε η ευκαιρία να τη ρωτήσω:
__Θεια, θα ειπείς κάτι για την Παναγιά την Καβουλιώτισσα; Δεν κατάλαβα ότι ίσως είμαι μεγαλύτερός της, και την είπα θεια. Μα εκείνη το δέχτηκε και απάντησε:
__Τί να ειπώ παιδάκι μου. Είναι καλή η Παναγία μας. Ότι να της ζητήσεις, σου κάνει το χατίρι. Αρκεί να επικαλεσθείς την βοήθειά της με πίστη.
__Έτσι είναι, κυρ Γιάννη;
__Έτσι ακριβώς. Έχει γιάνει τα πόδια πονεμένων ανθρώπων. Έχει γιάνει  ανθρώπους με πόνους στην καρδιά. Έχει διώξει θλίψεις από τις ψυχές μας. Εγώ θα σου ειπώ, ένα θαύμα που έκανε σε μένα!
 Μια φορά είχα πονόματο. Το μάτι μου ήταν κούπα. Μου είπε μια γριά: __Γιατί δεν πας στην Καβουλιώτισσα να βάλεις λάδι από το καντήλι της στο μάτι σου;  Κι εγώ αυτό έκανα. Ήρθα εδώ, έβαλα λάδι και αμέσως το μάτι μου άνοιξε!
Ο γέρο Πάϊκος, νέος ακόμη, είχε ξεπαγιάσει στα πόδια και δύσκολα ακολουθούσε τα γίδια. Ερχόταν και τούτος κάθε χρόνο, στην Χάρη της , την παρακαλούσε να τον κρατούν τα πόδια του για να μπορεί να πηγαίνει κοντά στα γίδια του και να  συγυριέται κάπως. Λένε ότι τελικά έγινε καλά!
Οι τσοπάνηδες παρακαλούσαν την Παναγία την Καβουλιώτισσα υπέρ υγείας των οικογενειών και των ποιμνίων τους.  Και έφερναν στην Χάρη της για τάματα βετούλια και γίδες  και κατσίκια και τραγιά!
Οι ίδιοι προς τιμήν της, πολλές φορές  έστρωναν πλουσιοπάροχα τραπέζια στους πανηγυριώτες. Όλοι μας τα θυμούμαστε και τα μολογάμε:
Ο κυρ Γιάννης, πρώτος τσοπάνης της περιοχής, τ’ αδέρφια του, νέοι και νέες της περιοχής, κουβάλησαν πέρυσι τρία μεγάλα λεβέτια, όπου μέσα είχαν βράσει και άχνιζε πεντανόστημο κρέας.  Άλλοι έλεγαν ότι είναι βεργάδια, άλλοι βετούλια, που τρέφονταν με τις ευλογίες της Παναγιάς της Καβουλιώτισσας, γύρω από τα βράχια και τα δάση της. Είχαν και τραπέζια στρωμένα με πολλές οκάδες ψωμί, κομμένο σε χοντρές φέτες, για να χορτάσουν οι  Θεοσεβείς προσκυνητές  και τσοπαναραίοι. Είχαν  επάνω  μαχαίρια και πιρούνια και χοντροκομμένο σε φέτες τυρί.
Ο κόσμος πολύς, δεν χώραγαν στα τραπέζια. Ο κάθε ένας έπαιρνε το πιάτο του με ψωμί και τυρί και έφτανε στο λεβέτι με το αχνιστό κρέας.
Όλοι έπαιρναν, ο κάθε ένας με την τύχη του, ένα κομμάτι μπούτι, ένα πλευρό, ένα κομμάτι σβέρκο. Το κρέας τρυφερό, νόστιμο , καλοβρασμένο . Με το ποτήρι το κοκκινέλι στο χέρι τρώγαμε και πίναμε ευχόμενοι: «βοήθειά μας η Παναγία η Καβουλιώτισσα, και του χρόνου εδώ».
Φέτος ήταν μια ξεχωριστή χρονιά κι έγινε μια λαμπρή γιορτή στη Χάρη της. Μετά το τέλος της θείας Λειτουργίας , το πανηγύρι εξελισσόταν με χορό, με τραγούδια, με κιθάρες και  κλαρίνα .
Απριλιάτικο μεσημέρι, γιομάτο από ανοιξιάτικες ομορφιές κι ευωδιές. Ο προαύλιος χώρος, πλακοστρωμένος με πεζούλια σαν κερκίδες. Η πίστα ένα ωραίο πέτρινο αλώνι! Σε άλλες εποχές θα αλώνιζαν σιτάρι εκεί. Τώρα χορεύουν οι νέοι και τους καμαρώνουν οι γέροι, ώσπου να έρθει η σειρά τους.
Πολύς κόσμος, τρελαμένος  για θέαμα και γιορτές. Στην πρώτη πεζούλα, δεκαπέντε κουλούρες με λογής λογής σχέδια και στολίδια με ζαχαράτα, κουφέτα, καρύδια. Μοσχοβολούσαν οι ευλογημένες.
Ήταν  τ ά μ α τ α  στην Καβουλιώτισσα.
 Τραπέζια πολλά τριγύρω με  καρέκλες, με κόσμο καθισμένο, να παρακολουθεί και να απολαμβάνει το χορό.
Μια ομάδα Δαφναίων χορεύει, λεβέντικα, καμαρωτά,  με τσαλίμια, με κέφι. Για λίγο μιμούνται το γέρο  Χρίστο, το Χρηστιά,  που μάγεψε φέτος ,  με την λεβεντιά του, την δύναμη, την τέχνη των χεριών  και του κορμιού του τους πανηγυριώτες της Καβουλιώτισσας!
Έχει περάσει το μεσημέρι, ο χορός αραιώνει. Μέσα στην πίστα, πάνω στ’ αλώνι, οι νέοι  της Δάφνης, με τον Τράγκα, τον Κοροτζή, τον Αδάμη και τον Βαχλαίο Μαραγκό, προσπαθούν να αναστήσουν πεθαμένες εποχές. Το χορό, που έσβησε,  όπως γινόταν παλιά και δεν ξαναγεννιέται.
«Καβάλα παν στην εκκλησιά,
καβάλα προσκυνάνε,
 καβάλα παίρνουν αντίδωρο
απ’ του παπά το χέρι».
 Κάνουν τρείς κύκλους γύρω από την εκκλησιά. Ύστερα  φέρνουν τα πέντε λαμπροφορεμένα άλογά τους πάνω στην πίστα. Τα όργανα και το κλαρίνο, βαρούν της κλεφτουριάς τραγούδια.
Τα άτια περήφανα, με σηκωμένα όλο καμάρι κεφάλια, με χαίτες να ανεμίζουν,  με μάτια που λάμπουν, χλιμιντρίζουν και με επιδέξιες κινήσεις,  γυρίζουν γύρω γύρω στ’ αλώνι χορεύοντας με τους αναβάτες καβάλα! Ομάδα χορευτών, κινούνται ρυθμικά με το ρυθμό των οργάνων, στην ίδια πίστα, πάνω στ’ αλώνι! Χορευτές και άλογα, χορεύουν ανακατωμένα το δικό τους χορό.  Οι καβαλάρηδες  βγάζουν μάτσα τα χρήματα και πλερώνουν τα όργανα και ο χορός καλά κρατεί. Ήταν πολύ εντυπωσιακό το θέαμα!

Φέτος στη Χάρη της , κόσμος πολύς. Ο τόπος σειόταν. Οι προσκυνητές από παντού. Τα Λαγκάδια, τα Τρόπαια, τη Δάφνη, τη Μυγδαλιά, την Ποδογορά και του Συριάμου, το Περδικονέρι και την Κιάρνη, του Μπουλιάρι και αλλού. Αυτή η κοσμοπλημμύρα μπορεί να σημαίνει πολλά πράγματα. Μα πρώτα απ’ όλα σημαίνει, ότι οι άνθρωποι πιστεύουν. Και εμείς όλοι  πιστεύουμε και ζητούμε την βοήθειά σου, Παναγία μου!
B GIRAKAS






6 σχόλια:

  1. Μια περιγραφή που σε κατευθύνει άμεσα και ζωντανά στα δρώμενα
    του πανηγυριού. Όχι στις...υψηλίες περιγραφές, αλλά κυρίως στο επίπεδο του ντόπιου
    του αφθεντικού. Μέσα από τα πρόσωπα και τους διαλόγους τους μπορούμε να ανασυνθέσουμε διαχρινικά το πανηγύρι της Καβουλιώτισσας. Κι αυτό για όσους από τους νεότερους ενδιαφέρονται. Και κατά τούτο βαηθάει στην Παράδοση ο Βαγγέλης.
    Χρόνια Πολλά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Την Καβουλιώτισσα, από όσα θυμάμαι, ήταν όνειρο του κάθε
    Γλανιτσιοτόπουλου να την επισκεφθεί. Η μεγαλύτερη διαδρομή ήταν στα όρια του χωριού μας. Γι αυτό και μικρά παιδιά, δύο ή τρία, ξεκινούσαν μόνα τους χωρίς φόβο.
    Ασκούσε μια μαγεία εκείνος ο ιερός τόπος.
    Τώρα οι νοσταλγοί φαίνεται πως σπάνεψαν πολύ! Ένα ακόμη αρνητικό στα τόσα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

  3. Ένα πολύ καλό έθιμο με το βραστό κρέας που μοιραζότανε στους πανηγυριώτες , που περιγράφει ωραία στο κείμενό του ο κος Χριστόπουλος , πάει να χαθεί.
    Μέχρι πρόπερσι, όλοι με ένα πιάτο στο χέρι, ένα πιρούνι και ένα ποτήρι, περνάγαμε από λεβέτια που άχνιζε μέσα το βραστό κρέας. Παίρναμε κρέας, κρασί, ψωμί και τυρί και όσοι χωράγαμε καθόμαστε σε τραπέζια, οι άλλοι σε μάντρες, σε πεζούλια και τρώγαμε.
    Ήταν ένα έθιμο και μια συνήθεια από παλιά και έδινε έναν ιδιαίτερο τόνο στο πανηγύρι. Καλό θα είναι να διατηρήσουν αυτό το έθιμο οι Φτεριώτες για να έχει κάτι το ιδιαίτερο το πανηγύρι της Καβουλιώτισσας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Διάβασα το λόγο του υποψήφιου Δημάρχου Γοτρτυνίας κ. Κούλη.
    Τον ευχαριστήθηκα για πολλούς λόγους. Μα κυρίως γιατί άφησε απείραχτο
    το εκκλησάκι της Καβουλιώτισσας. Βοήθειά του.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Και το παλιότερο έθιμο της αυτοτροφοδοσίας των πανηγυριωτών ήταν εξίσου γραφικό.
    Μετά τη Θεία Λειτουργία οι παρέες εύρισκαν κατάλληλη τοποθεσία γύρο από το μοναστήρι, σε ίσκιους ή όχι και έστρωναν πάνω στα χορτάρια τα ολοκέντητα απλάδια τους και μετά το καθαρό τραπεζομάντηλο. Εκεί έβγαζαν από τα σακούλια τους τις διάφορες προμήθειες και τις άπλωναν σε πιάτα ή πετσέτες(μπόλιες). Κομμάτια κρέας, αυγά βραστά, τυρί μπόλικο, κομμάτια γαλόπιτες, γιαούρτη, ψωμί, κρασί νερό! Και του πουλιού το γάλα!
    Ύστερα όλη η παρέα καθόταν γύρο-γύρο σταυροπόδι, σταυροκοπιόταν και άρχιζε το πανηγυριώτικο τραπέζι. Νοστιμότερα φαγητά δεν υπήρχαν.
    Συχνά καλούσαν και μοναχικούς ανθρώπους να φάνε μαζί ή να τους κεράσουν.
    Οι περέες αλληλοχαιρετιούνταν και συχνά άλλαζαν κεράσματα από τα εδέσματά τους.
    Μια εικόνα νοσταλγική, χριστιανικά, ευτυχισμένη!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ο πρώτος ναός που ανεγέρθη για τη Ζωοδόχο Πηγή είναι
    εκείνος που υπάρχει σήμερα στην Κωνσταντινούπολη, στην τοποθεσία που λέγεται Μπαλουκλί. Από τότε που χτιστηκε πέντε φορές τουλάχιστον καταστράφηκε και ξεναέγινε, για να πάρει τη σημερινή του μορφή. Όσοι επισκεφτούν την Πόλη θα πάνε οπωσδήποτε στο Μπαλουκλί. Όλα τα προγράμματα το προβλέπουν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή