Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014

ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ ΤΟΥ ΣΟΥΦΗ

Του Βαγγέλη Κ Χριστοπούλου .

Στον παλιό δρόμο που ενώνει την Κερπινή με το «Ιερό της Γλανιτσιάς» στην Αγία Παρασκευή, και τα Λαγκάδια, βρίσκεται του Σούφη το πηγάδι.
Πολύ πιθανόν και στην αρχαιότητα , το 460-450 π.χ., που λειτούργησε το Ιερό της Γλανιτσιάς,   με το νερό  του να κάλυπτε τις λατρευτικές και άλλες ανάγκες των κατοίκων, αφού σήμερα είναι το κοντινότερο σημείο που υπάρχει νερό.
Βρίσκεται ανάμεσα στ’ αμπέλια και τα χωράφια της Μυγδαλιάς (Γλανιτσιάς), μισοχωμένο σε θάμνους και αγριόβατα.......
Ολόγυρά του, είναι    σωρωμένες πέτρες  και χώματα που μόλις φαίνονται τα ολοστρόγγυλα πέτρινα χείλη του. Ο τόπος γύρω του πνίγεται από  αγριοαχλαδιές, αγριοκερασιές (νιτσιές), πανύψηλες καρυδιές και πουρνάρια. Σήμερα μπορείς να πλησιάσεις το στόμιό του, να σηκώσεις τα σκουριασμένα σίδερα που το σκεπάζουν και να κοιτάξεις το βυθό του.
Δίπλα είναι η τσιμεντένια κορύτα, που ξεδιψούσαν τα ζώα,   και τα φίδια, που μυρίζονταν το νερό, όταν  ήταν απούσα η παρουσία των ανθρώπων.
Τούτο δεν είναι σαν τα άλλα πηγάδια. Έχει την δική του ιστορία , τον δικό του θρύλο, την δική του δόξα.  Από γενιά σε γενιά , στόμα σε στόμα, λένε πως το πηγάδι υπήρχε  από τα χρόνια που ήταν η Τουρκιά στον τόπο μας!  Ήταν στην δικαιοδοσία  ενός Αγά,  του Σελήμ- Αγά της Κερπινής.

Ο τζίτζικας έσκαγε από τη ζέστη κι ένας  διαβάτης που  προχωρούσε το δρόμο του, το σάλιο του στέγνωνε και η γλώσσα του γύριζε άβολα μέσα στο στόμα του. Με την ψυχή στα δόντια, λένε, έφτασε στου Σούφη το πηγάδι.  Αγαλλίασε στη σκέψη πως εκεί θα βρει νερό να ξεδιψάσει.
Καμιά κίνηση, κανένας άνθρωπος, μα και κανένας τρόπος δεν υπάρχει να πιάσει νερό. Εξ άλλου κι ο Αγάς δεν το επίτρεπε, γιατί είχε το λόγο του.  Το πηγάδι δεν είναι σαν την πηγή της Λιάσκοβας, που είναι για όλους, που σκύβουν το κεφάλι χάμου και πίνουν μέχρι που να χορτάσουν και να ξεδιψάσουν.
Οι άνθρωποι του παλιού καιρού ,το έσκαψαν και το έκτισαν με  ιδρώτα και  κούραση να δροσίζονται , να ποτίζουν τα πράματά τους και να πίνουν νερό  οι ξένοι και οι διαβάτες.
Τώρα άλλαξαν οι καιροί και οι ξένοι δυνάστες  διαφεντεύουν τον τόπο.
Δυο φορές ο διαβάτης  έσκυψε στο χείλος του πηγαδιού και έβλεπε μέσα την στάθμη του . Είδε ολοκάθαρα το πρόσωπό του μέσα στην γυαλάδα του νερού. Είδε τον καταγάλανο ουρανό κι ένα βαμβακένιο σύννεφο που νιβόταν στο νερό του. Πιθύμησε και λαχτάρισε πιο πολύ το γάργαρο νερό του πηγαδιού, που δεν ήταν ούτε τρία μέτρα μακριά του.
Έσκυψε πιότερο, στην επιθυμία του να πλησιάσει το νερό και η τραγιάσκα του έφυγε από το κεφάλι και έπεσε μέσα!
Έκανε ένα γύρο στις φράχτες, στα ψηλά βάτα για κανένα καρδάρι, για έναν κουβά με σκοινί.  Μα δεν είναι τυχερός. Ο αφέντης δεν το επίτρεπε, δεν άφηνε τέτοια σύνεργα εκεί.
__Για κοίτα πώς ήρθαν τα πράματα, πώς τα ‘φερε η στραβή η μοίρα μου, μονολόγησε ο διαβάτης.
 Πολλές φορές είχε ξεδιψάσει, μα τώρα δεν υπήρχαν  στο γνώριμο μέρος τα σύνεργα να βγάλει νερό.  Ο Τούρκος Αγάς, που όριζε το πηγάδι, ήταν κακός και δύστροπος.
 Ο φόβος βέβαια είχε φωλιάσει στις ψυχές των ανθρώπων από τα αρχαία  χρόνια. Όπου αναδευόταν νερό, εκεί πίστευαν,  ότι υπήρχαν νεράΪδες, ξωτικά, βρυκόλακες και με το σούρουπο μέχρι την κονταυγή, πάσχιζαν να κάνουν κακό στους ανθρώπους. Του Σούφη το πηγάδι είχε μεγάλο μερίδιο σε τέτοιους  φόβους.
 Τώρα και  τούτος ο Τούρκος που διαφέντευε τον τόπο και το πηγάδι, είναι περισσότερο σκληρός και ανελέητος   στο δίκαιο του Ραγιά.
Έδινε νερό από το πηγάδι,  όπου είχε συμφέρον. Ήθελε να τους έχει του χεριού του, για να παίρνει την μια φορά τα ζωντανά τους, την άλλη να  τους έχει δουλευτάδες  στα χωράφια του και την άλλη να παίρνει τους φόρους του.

Σαν ήρθε ο καιρός του θέρου, κουρασμένα και διψασμένα τα αδέρφια της Βασίλως , της ζήτησαν να πάει στο πηγάδι ,να τους φέρει νερό.
Ο Αγάς είχε δυο μέρες φύγει από τον τόπο του και σκόπιμα άφησε πληροφορία, πως θα έλλειπε για δέκα ημέρες.
__Πήγαινε αδερφή, της είπαν τα αδέρφια της. Πήγαινε  Βασίλω, της είπε και ο αρραβωνιαστικός της, που κι αυτός θέριζε με τα αδέρφια της. Θα είμαι προστάτης σου για όποιον τολμήσει να σε κοιτάξει . Και κείνη, χωρίς άλλη κουβέντα, πήρε το κόζινο σκοινί, με το καρδάρι και την βαρέλα και κίνησε για το πηγάδι.
Σαν έφτασε δεν πρόφτασε να βγάλει νερό, να σβήσει την δίψα της , και βλέπει στο βάθος του δρόμου σύννεφα σκόνης και ξανάφανε καβαλαρία.  Δεν της έδωσαν περιθώρια να το βάλει στα πόδια ή να κρυφτεί πίσω από την φυλλωσιά μιας άγριας συκιάς. Έσμιξε τα φρύδια, άλλαξε ύφος, μάζεψε τους ώμους και περίμενε.
Ο Γιουσούφ, βοηθός και έμπιστος   υπηρέτης του Αγά και η συνοδεία του, γυρίζοντας από κυνήγι, άρπαξαν την κόρη, που αντιστάθηκε και δεν ενέδωσε  στις θελήσεις τους, την έβαλαν πισωκάπουλα  στο  άλογο και την παρέδωσαν στον Σελήμ!.

Άδικα τα αδέρφια της και ο αρραβωνιαστικός της περίμεναν να φέρει νερό. Η  Βασίλω ήταν άφαντη, σαν να την κατάπιε η γης ή σαν να έπεσε στο πηγάδι.  Έψαξαν, φώναξαν ,  ρώτησαν για ημέρες, δεν  έμαθαν τι απέγινε. Έλεγαν: «Ο Σελήμ- Αγάς θα την έσυρε σκλάβα». Έβαλαν γνωστούς και φίλους να μάθουν, αν είναι μανταλωμένη, κατάκλειστη σε κάποιο σπίτι.
  Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβουν….
Πέρασαν ημέρες κι ο Αγάς άφησε την αδελφή τους ελεύθερη και γύρισε στο σπίτι. Το νέο μαθεύτηκε και όλοι οι χωριανοί  πήγαν να παραβρεθούν στη χαρά τους….
Είχαν όμως κάνει λάθος!
__Αφήστε με, αδέρφια μου, να κρεμαστώ, με ατίμασαν! Δεν είμαι να ζω κοντά σας.
__ Καλύτερα  να πάει σε μοναστήρι, κάποιος πρότεινε.
__Το κρίμα δεν είναι δικό της, είπε η μάνα της, θα μείνει κοντά μας.
__Δεν έχω μάτια να σας δω, μάνα, ούτε να γίνω γυναίκα του αρραβωνιαστικού μου.
__Το φταίξιμο δεν είναι δικό σου. Της είπε κείνος, και γρήγορα ο παπάς ευλόγησε τον γάμο. Χωριανοί ήρθαν πάλι να παραβρεθούν στη χαρά τους.

Πίκρα και καημός έκαιγε την ψυχή των αδελφών, για την αδερφής τους. Στο καλύβι τους μαζεύτηκαν και οι χωριανοί τους, που τρόμος και δυστυχία φώλιαζε στο στήθος τους, και έλεγαν λόγια παρηγοριάς.
Η  μεγάλη αγάπη που έχουν  στην αδερφή τους, γίνηκε απέραντο μίσος, για  την ατίμωσή  της, κατά του Αγά και του Γιουσουφ. Τι να ειπεί   η δόλια η μάνα και ο έρμος ο πατέρας ,που ήθελαν να σώσουν τα παιδιά τους; Μάταια τα συμβούλευαν να μην αντιδράσουν και  φέρει η μια συφορά, άλλη συφορά στο σπιτικό τους. 
_ Παλληκαρόπουλα εκείνα,  που το αίμα τους έβραζε, η πίκρα κι ο καημός ξεχείλισε , θίχτηκε η τιμή τους ,  η τιμή του σπιτιού τους και έτσι αποφάσισαν να τους σκοτώσουν.
Αλωνάρης ήταν και ο Γιουσούφ, με τις εντολές του Αγά, ήρθε στα αλώνια να πάρει το χαράτσι.  Του φόρτωσαν τ’ αδέρφια της Βασίλως το μουλάρι  και κρυφά τον ακολούθησαν.
Στο  βραδινό μισοσκόταδο, κοντά  στο πηγάδι ,ακούστηκαν ντουφέκια και την άλλη ημέρα το  μεγάλο μαντάτο είχε απλωθεί  παντού.
Ξέπλυναν την ντροπή που τους έκανε. Σκότωσαν τον  Γιουσούφ!.
Έτσι το πηγάδι το μνημονεύουν μέχρι σήμερα με το όνομά:  «του Σούφη το πηγάδι»  και αποτελεί μνημείο παραδειγματισμού  και τιμωρίας, που  εύρισκαν οι κακοί και άσπλαχνοι  δυνάστες.
Ύστερα πήραν τα καταράχια, κατηφόρισαν ανάμεσα σε φαράγγια, ροβόληκαν χαράδρες, πέρασαν ποτάμια. Από σπηλιά σε μαντρί, από καλύβι και στάνη, ζύγωσαν σε μεγάλες πολιτείες και χάθηκαν από τον τόπο τους να μην τους βρει ο τύραννος Σελήμ Αγάς και πάρει εκδίκηση. Μαζί τους οι γονείς, η αδερφή με τον άντρα της.
Ήταν τόσο μισητός ο Γιουσούφ, που τον έστειλαν μια κι έξω στον Αλλάχ  για να σταματήσει ο Αγάς την καταπίεση.


Πολλές ευκολίες πρόσφερε το πηγάδι τα τελευταία  χρόνια. Το γάργαρο  νερό του, ξεδιψούσε τους διαβάτες, που έπιναν  και δροσίζονταν στην κάψα του καλοκαιριού. Οι γύρο βοσκοί πότιζαν τα ζώα τους χωρίς κούραση και ταλαιπωρία, μα και οι αμπελουργοί, κυρίως του Χωριού μας, έπαιρναν νερό απ΄αυτό το πηγάδι και ράντιζαν τ’ αμπέλια τους.
Σήμερα, που ο  κόσμος  άφησε την ύπαιθρο και το χωριό μας ερήμωσε, το πηγάδι στέκει βουβό, ξεχασμένο, έρημο με λιγοστό νερό και ακάθαρτο στο βυθό του.  Αναπαύεται γαλήνιο ύστερα από τόσες λαχτάρες που προκάλεσε στους ανθρώπους, μα και τόσες ευκολίες και προσφορές!
 Ποιο απ’ τα δύο βαραίνει περισσότερο δεν ξέρω…

B GIRAKAS

8 σχόλια:

  1. Καλά του κάνανε του Γιουσούφ αλλα αυτά πληρώνονται με το ίδιο νόμισμα.
    Λες βαγγελη τωρα αλαξαν οι καιροί και οι ξένοι δυναστε διαφεντευουν το τόπο ........ Και τωρα όμως αλαξαν οι καιροί απλά δεν φοράει σαρίκι ο δυναστης αλλα γραβάτα και κουστούμια
    Καλά άριστα κανεις και μας θυμιζεις ξεχασμένα πράγματα γιατί ολα έχουν το σκοπό τους που υπάρχουν ακόμη και το πηγάδι του σιουφη θα ρθει ο καιρός που θα ψάχνουμε για νερό και δεν θα βρίσκουμε αυτο όμως θαναι εκεί και θα καρτερει ενα διαβάτη ενα άλογο και θα του δώσει απλόχερα τη δροσιά του .
    Ο λαός που ξεχνάει την ιστορία του ειναι αναγκασμένος να την ξαναζήσει....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. "Άλλαξαν οι καιροί!....."

    Ένα μυστήριο πράμα!
    Στην Ελλάδα πολύ συχνά αλλάζουν οι καιροί και κάθε αλλαγή
    συνοδεύεται με κάποιο δυνάστη. Οι μορφές τους άπειρες, οι σκοποί τους
    ανομολόγητοι Η δικαιολογία τους; Η... Σωτηρία μας!
    Πανάθεμά τους!...
    Η φράση του Βαγγέλη μου έδωσε την ευκαιρία να εκφραστώ.

    Κατά τα άλλα "το Πηγάδι του Σούφη" μου προκάλεσε συναισθήματα
    ανάλογα με κείνα της α κ μ η ς και π α ρ α κ μ η ς όπως τα ζούμε
    σε κάθε βήμα μας περπατώντας στη Γλανιτσιά σήμερα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

  3. Συμφωνώ απόλυτα με τον 12:25 για τη θλιβερή παρακμή. Να , τώρα βλέπω τη φωτογραφία του πηγαδιού στην αρχή του κειμένου, τη συγκρίνω με την εικόνα που έχω στη μνήμη μου και βλέπω ολοκάθαρο τον ξεπεσμό του! Πάλι καλά που ορισμένοι άνθρωποι, σαν τον Βαγγέλη, έχουν την ευαισθησία να ασχολούνται και να κρατάνε ζωντανά "τα μνημεία¨του χωριού μας, έστω κι άν η σημερινή μορφή τους είναι απλώς τα φτωχά απόμεινάρια της παλιάς τους δόξας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ο Βαγγέλης χρησιμοποίησε μια παράδοση, που υπάρχει σχετικά με το πηγάδι του Σούφη, και δημιούργησε μια μυθιστορηματική διήγηση ενδιαφέρουσα από πλευράς εικόνων και περιστατικών.
    Είναι η δική του εκδοχή, παράλληλα με τα στοιχεία που αναφέρει σχετικά ο πατριώτης μας Κωνσταντινόπουλος. Όπως και να έχει, οι παλιότεροι τουλάχιστον, διαβάζοντας το κείμενο,ξαναφέρνουν μπροστά τους τις ωραίες είκόνες, από του Σούφη το πηγάδι,που ήταν ένα ορόσημο για την περιοχή μας ,εκείνη την εποχή.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Την εικόνα του Πηγαδιού τη βλέπουν μερικοί-μερικοί, που έχουν οικειοθελώς ταχθεί στην υπηρεσία του Χωριού; Εννοώ πρέδρους, συλλόγους,ενεργούς πολίτες,απλώς πατριώτες.
    Ένα και μοναδικό είναι το ιστορικό αυτό πηγάδι. Επιτρέπεται να παρουσιάζει σήμερα αυτά τα χάλια; Μη μου πείτε: η κ ρ ί σ η. Η Α δ ι α φ ο ρ ί α είναι, η άτιμη!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Είναι καλή ευκαιρία να θυμηθούμε και το άλλο πηγάδι κοντά στην βρύση. Τώρα βέβαια χωμένο ίσως με μπάζα, και σκεπασμένο μόλις ξεχωρίζει το στόμιό του πάνω στο δρόμο. Αυτό και αν πρόσφερε πλουσιοπάροχα εκδούλευση. Όποιος έχει εικόνες της παλιάς εποχής στο χωριό με τα ζα φορτωμένα τ΄αλέτρι και τα άλλα σύννεργα περίμεναν υπομονετικά να ξεδιψάσουν. Εικόνες...εικόνες...θυμόσοφες συζητήσεις, καλαμπούρια. Χώρος που ο κόπος και η κούραση μετατρεπόταν σε χαρά σε διασκέδαση. Έμαθα κάποιος πρόσφερε απο το υστέρημά του λεφτά για την βρύση. Τον πετροβόλησαν και τον απείλησαν ελάχιστοι τον στοίριξαν στο χωριό. Ένας γαμπρός Πόντιο αφου πρώτα τον εβρισαν γενναία θέλησε να τον ξυλοφορτώσει με την συμπαράσταση άλλων. Ένας που τα έχει βάλει με τις πέτρες διέσπειρε απο σπίτι σε σπίτι με επισκέψεις με τηλέφωνα παντού για το μεγάλο κακό που έγινε..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Στην τελευταία φραση του κειμένου απαντώ :
    __Εμένα με βαραίνει περισσότερο το χάλι του πηγαδιού.
    Και προ πάντων η έλλειψη σεβασμού των επιγόνων,(ανώτερου επιπέδου, υποτίθεται),
    στα λιγοστά αξιόλογα μνημεία που έχομε

    ΑπάντησηΔιαγραφή

  8. Είναι από τα τρελά της εποχής μας: Οι ελάχιστοι που ενδιαφέρονται ή και προσφέρουν
    για κάποια αναβάθμηση του τόπου μας, να δέχονται υπονόμευση, σηκοφαντίες ή απειλές!
    Πώς λειτουργούν στα εσώτερά τους αυτοί οι άνθρωποι, αραγε;
    Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου!...

    ΑπάντησηΔιαγραφή