Τρίτη, 16 Ιουλίου 2013

Η ΘΕΙΑ ΓΙΩΡΓΟΥΛΑ Η ΚΟΥΤΑΒΟΥ

Του ΓΙΩΡΓΗ  Θ ΚΑΡΑΘΕΟΔΩΡΗ
Η θειά – Γιωργούλα με το παρατσούκλι η «Κουταβού», ήταν στο χωριό μου Κερπινή (Γορτυνίας) πρακτική γιάτρισσα και πρακτική μαμή. Είχε βότανα και γιατροσόφια για όλα τα πονίδια κι’ ήξερε κι’ αναθέματα για όλους τους Οξαποδώ.
Λέγανε πως ήταν αλαφροίσκιωτη κι’ έκανε καλό ποδαρικό στο σπίτι που πρωτόμπαινε πρωτομηνιά.  Σαν μαμή δεν αστόχαγε ποτέ.  Και το σπουδαιότερο, τα παιδιά που ξεγένναγε ήταν γουρλίδικα.........
και τα περισσότερα αρσενικά. Μόνο τα’ αγόρια λογαριάζονταν για παιδιά, τότε.  Όταν ερχότανε στον κόσμο, ξεφάντωνε με γλέντια και χαρές όλη η οικογένεια κι όλο το σόϊ. Αυτά θα κρατάγανε τα’ όνομα και το έχει του σπιτιού κι’ όταν θα μεγαλώνανε, θα βοηθάγανε τον πατέρα στις βαριές δουλειές και θα τον κάνανε δυνατό, απέναντι σ’ όσους τον κακοτρέχανε.
Κι’ όταν θαρχότανε σε ώρα γάμου, θ’ αυξαίνανε το βιός τους με την προίκα που θα παίρνανε. Οι γυναίκες ήσαν παλιοπράματα. Ντελικάτες κι’ αρρωστιάρες όλη τους τη ζωή κι’ άχρηστες για βαρειές δουλειές.
Κι’ απάν’ απ’ όλα, έπρεπε να καταξοδευτείς για να τους φτιάσεις προίκα και να τις κάμεις πέρα από κοντά σου. Όταν ο πατέρας μίλαγε για τη φαμελιά του έλεγε:
__Έχω δυο παιδιά και δυο παλιότσιουπες!..
__Θα πεθάνω από την πίκρα μου ( έλεγε ένας Γλογοβίτης στο γείτονά του).
Γέννησε η γουρούνα μου κι’ έκανε ένα γουρουνόπουλο! Γέννησε κι η προκομμένη και μούκανε δυο τσιούπες!.. Ποια κάνει η φτώχια πέρα;
Σε μια τέτοια εποχή και σε μια κοινωνία γεμάτη προλήψεις, έζησε η θειά Γιωργούλα, που σαν μαμή, πρωτόπιασε στα χέρια της τους περισσότερους Κερπινιώτες.
Πέθανε τελευταία σε βαθιά γεράματα, χωρίς να λυγίσει από τα χρόνια κι από τη σκληρή ζωή που πέρασε. Περπάταγε καμαρωτά και ντρέτα, δίχως μπαστούνι. Όλες οι κινήσεις της είχαν αρχοντιά και χάρη. Έκανε τις δουλειές της με σιγουριά και τάξη και οι κουβέντες της ήταν μετρημένες, ζεστές και γεμάτες ανθρωπιά. Όλο το παρουσιαστικό της είχε μιαν ατόφια λεπτή ευγένεια.
Ως τα τελευταία της, το μυαλό της δούλευε σα ρολόι και η ματιά της έκοβε σαν σπαθί. Την αγαπούσαν όλες οι γυναίκες του χωριού κι ας ήταν ξενοφερμένη. Από παράδοση είχαν εμπιστοσύνη στην μαντική της τέχνη και τη φωνάζανε στις γέννες τους.
Ποτέ δεν τους αρνήθηκε τη βοήθειά της η θειά – Γιωργούλα.
Μέσα στις άγριες και σκοτεινές νύχτες του χειμώνα, ξεκίναγε από τα Μπουρδουμαίϊκα, μ’ ένα λαδοφάναρο στο χέρι για να βλέπει, ανηφόριζε τα κακοτράχαλα σοκάκια του χωριού κι έφτανε στην ώρα της, στην πάνω γειτονιά, στα Καραβασιλαίϊκα, χωρίς να βαρυγγομήσει από την κούραση και τους καυγάδες που της ανοίγανε στο δρόμο τα μαντρόσκυλα.
Όλα γινόσανε χαρούμενα, όταν έμπαινε η θειά – Γιωργούλα στο σπίτι της ετοιμόγεννης. Αυτό ήταν το πρώτο στη συνταγή της, για να πάει καλά η γέννα.
Μετά παράγγελνε να βάλουν χοντρά ξύλα στη φωτιά κι ένα τσουκάλι με καθαρό νερό να ζεσταθεί. Ακόμα έπρεπε νάχει πρόχειρα το σαπούνι, ένα καθαρό σεντόνι και μια πετσέτα. Ύστερα τους έδιωχνε όλους από τα παραγώνια, έπαιρνε ένα προσκέφαλο ή ένα σκαμνί και καθότανε κοντά στην ετοιμόγεννη για να την ορμηνέψει και να της δώσει κουράγιο. Όταν, «με την δύναμη του Θεού», όπως έλεγε, τέλειωναν όλα καλά, ξανάπαιρνε τον κατήφορο κι ερχόταν στο σπίτι της, ευχαριστημένη.
Καθόταν μόνη της στο κεφαλόσκαλο κι έγνεθε, κείνο τ΄ απόγιομα που πήγα να την ιδώ.
Δε με θυμήθηκε αμέσως. Μόλις όμως κατάλαβε ποιος είμαι συγκινήθηκε. Με χαιρέτησε κι έκανε το σταυρό της, δοξάζοντας το Θεό που την αξίωσε να ξαναιδεί το παιδί της μακαρίτισσας της Μαργώς και να θυμηθεί τα περασμένα.
Με τράταρε κουραμπιγιέ και ρακί καζανίσιο κι αρχίσαμε την κουβέντα. Είπαμε διάφορα, για την οικογένειά της, για την ίδια, για τη ζωή στο χωριό και σιγά - σιγά γυρίσαμε στα παλιά.
__Μαύρη ζωή κάναμε κείνα τα χρόνια! (άρχισε να μου λέει). Η φτώχεια, οι αρρώστιες και προπαντός οι καταραμένοι πόλεμοι, δε μας αφήνανε να σηκώσουμε κεφάλι και να ιδούμε άσπρη μέρα! Μέναμε χήρες και παλεύαμε με την ψυχή στα δόντια ν’ αναστήσουμε τα ορφανά παιδιά μας.
Κι όταν ξεπετάγονταν και πήγαινε να γελάσει κι εμάς το χείλι, νάσου ένας καινούργιος πόλεμος τάπαιρνε και δεν τα ξαναβέπαμε. Όλη μας τη ζωή είμαστε μαυροφορεμένες σαν κουρούνες με σπασμένα φτερά. Τρέχαμε ολημερίς στις δουλειές κι όταν μας έπνιγε η κούραση και η θλίψη, ξεσπάγαμε σε κλάματα και σε μοιρολόγια, που ξεσκίζανε την καρδιά μας! Για μας τις γυναίκες τότε, η ζωή στο χωριό ήταν πραγματική κόλαση. Είμασταν όλες χαροκαμένες!...
Μόλις απόσωσε την κουβέντα για τα περασμένα, έδιωξε μια λοίδα από τα μαλλιά της που είχε πέσει στα μάτια της και είπε:
__Πάω να ψήσω καφέ να πιούμε μαζύ και να σου ειπώ για την Ψοφιολένη!
Δεν ξέρω αν θα με βρείς ζωντανή, όταν ξαναγυρίσεις στο χωριό. Είναι καιρός πια ναφύγω κι εγώ απ’ αυτόν τον παλιόκοσμο!..
Όταν γύρισε, το πρόσωπό της ήταν σκυθρωπό και τα χέρια της τρέμανε. Τη βόηθησα να σερβίρει τους καφέδες και να καθίσει. Σκούπισε τα δακρυσμένα μάτια της, ήπιε μια γουλιά καφέ κι άρχισε να λέει με θλιμμένη φωνή:
__Η Ψοφιολένη έμεινε μόνη, με δυο μικρά παιδιά και μ’ ένα στην κοιλιά, όταν πήρανε τον άντρα της στο πόλεμο! Βασανίστηκε πολύ κείνο το καλοκαίρι  για να μαζέψει τα γεννήματα και να τρυγήσει τα’ αμπέλι.
Έπρεπε μετά να κουβαλήσει ξύλα για το χειμώνα και ν’ αρχίσει να ετοιμάζεται για το σπαρτό. Ναβρεί κάποιον να της διορθώσει το αλέτρι και να πάει γι’ ατσάλωμα, στο γύφτο, τα ξινάρια και το υνί. Γύρευε, να βρεί σέμπρο, γιατί μόνη της δεν θα τάβγαζε πέρα.
»Όταν τα ταχτοποίησε όλα, μαζεύτηκε στο σπίτι της κι άρχισε να κοιτάζει τις άλλες δουλειές. Θα κουβάλαγε πουρνάρια για την πουγάνα , θάφτιαχνε τραχανά και χυλοπίτες για το χειμώνα και θα κοίταγε να μπαλώσει τα σκουτιά των παιδιών της και να τους φτιάξει ποδεμή από γουρνοτσάρουχα. Είχε και το νου της στη γκαστριά της και μέτραγε τον καιρό. Σαν περάσανε τα πρωτοβρόχια και τέλειωσε το σπαρτό, το κρύο σκλήρυνε πιο πολύ.
Πού και που όμως , έκανε και καλές μέρες με ήλιο.
»Πρέπει  να  μαζέψω και κανά φόρτωμα βελάνι για το γουρούνι» σκέφτηκε. « Θέλει να φάει κι αυτό ένα περίδρομο ως τις αποκριές».
»Έτσι μια μέρα που φάνηκε αποβραδίς ότι θα είναι καλή, αποφάσισε να πάρει το ζω της και να πάει στο λόγγο. Ξύπνησε πριν το χάραμα, έριξε δυο χούφτες κρύο  νερό στο πρόσωπό της, έσιαξε τις πλεξούδες της κι έδεσε στο κεφάλι της μια μαύρη μπαρέζα. Άναψε τη φωτιά, έβαλε τον τέτζερα με νερό να βράσει τον τραχανά και ξύπνησε τα παιδιά της να τα ταίσει.
»Καθώς τρώγανε τα ορμήνευε να μην τσακωθούνε και να μην αφήσουν το σπίτι μοναχό και μπει κανας κλέφτεις , ώσπου να γυρίσει.
Μετά έβγαλε το γαϊδούρι από το κατώϊ, τούβαλε το σαμάρι, έδεσε πάνω δυο σακκιά και μια τέμπλα και κρέμασε στο κολιτσάκι τον τορβά με λίγο κριθάρι για το ζω κι ένα κομμάτι ψωμί για δαύτη.
»Είχε καλά πια φωτίσει, όταν βγήκε στο δρόμο. Το πρωϊνό αγιάζι έτσουζε λίγο, αλλά φαινόταν ότι θα είναι καλή ημέρα. Όταν έφτασε στης Βασιλάκας το πλάϊ, ο ήλιος είχε αρκετά ανεβεί και το κρύο είχε περιάνει.
»Φέτος ήταν χρονιά του βελανιού. Όλα τα πουρνάρια ήσαν φορτωμένα. Σ’ ένα ξέφωτο, βρήκε ένα χαμηλό πρίνο, πέταξε κάτω τα σακιά και την τέμπλα, κρέμασε σ’ ένα τσιουγκάνι τον τορβά κι έκανε πέρα το γαϊδούρι για να βοσκήσει. Η ίδια κάθισε στο προσήλιο να ζεσταθεί λίγο και να ξεκουραστεί. Δεν είχε όμως καιρό για χάσιμο. Σηκώθηκε, ράβδισε με την τέμπλα το δέντρο κι άρχισε να μαζεύει βιαστικά το βελάνι και να το βάζει στα σακιά.
»Καθώς είχε φτάσει η κοιλιά στο στόμα κουραζόταν σκύβοντας και κάθε τόσο κολοκαθόταν ή σταμάταγε για λίγο, να πάρει ανάσα. Κι εκεί κοντά στο μεσημέρι, που κόντευε να αποσώσει το φόρτωμα, της ήρθαν οι πόνοι της γέννας. Ζάρωσε κοντά στο κορμό του πρίνου, πούχε ακουμπήσει τα σακιά με το βελάνι και γέννησε. Πήρε το παιδί στα χέρια της, τ’ αφαλόκοψε και καθώς είδε πως ήταν αγόρι, αναγάλλιασε η ψυχή της.
Το τύλιξε στο απομέσα της μπόλκας της που είχε αστάρι και μαλακό πανί και το πήρε απαλά στην αγκαλιά της.
Σούρθηκε σιγά -σιγά και στριμώχτηκε κοντά στα σακιά, για να προφυλαχτεί από τον αέρα και να συγυριστεί.
»Μόλις συνήλθε καλά και συμμαζώχτηκε, φόρτωσε τα σακιά στο γαϊδούρι, πήρε το νεογέννητο στην αγκαλιά της και ξεκίνησε για το χωριό.
»Ψυχή δεν απάντησε στο δρόμο, Ήταν ώρα, που όλοι είχαν απλώσει στις δουλειές τους. Είχε για καλά γύρει η ημέρα κι ο ήλιος πήγαινε να δύσει, όταν έφτασε στο σπίτι της. Μπήκε μέσα, ακούμπησε προσεχτικά το μωρό στο μπεσίκι, και βγήκε βιαστικά να ξεφορτώσει το ζώ και να το πάει στο κατώϊ.
»Ανεβαίνοντας άρπαξε μια αγκαλιά ξύλα και προσανάμματα και άναψε γρήγορα φωτιά, γιατί άρχισε το κρύο να περονιάζει. Μετά πύρωσε τα χέρια της στο λάμπαδο και τάτριψε ώσπου να ζεσταθούν. Σε συνέχεια πήρε το παιδί, το φάσκιωσε κανονικά, το βύζαξε και μόλις το πήρε ο ύπνος, τ’ ακούμπησε απαλά μέσα στο μπεσίκι. Έκαμε τρείς φορές το σημείο του σταυρού πάνω στο στήθος του και σηκώθηκε.
»Τ’ άλλα παιδιά της, πούχανε πάρει τους δρόμους, μόλις είδαν καπνό στο σπίτι τους, γύρισαν τρέχοντας. Μπήκανε φοβισμένα μέσα στο σπίτι, μην τα μαλώσει η μάνα τους, και καθώς ήταν πουντιασμένα και πεινασμένα, κουλουριαστήκανε γύρω της και τσιρίζανε. Τα χάιδεψε και τα καλολόγησε, χωρίς να τους ειπεί τίποτα και τα κάθισε κοντά στη φωτιά για να ζεσταθούν και να μωρώσουν.
»Τώρα έπρεπε να ετοιμάσει κάτι για φαί. Έβαλε το τσουκάλι με νερό στη φωτιά κι ετοίμασε το ζυμάρι για τις τριφτιάδες. Ήταν το συνηθισμένο βραδινό φαί, για τους ξωμάχους το χειμώνα. Μα τώρα ήταν και βάλσαμο για τη λεχώνα, που τρέμανε τα σωθικά της από το κρύο και την ταλαιπωρία.
» Μόλις μπουρμπούλησε το νερό, έριξε μέσα τις τριφτιάδες και το ανάλογο αλάτι και τις ανακάτεψε με την ξύλινη κουτάλα, για να μη κουλυμπουρθιάσουν.
Μετά έκοψε μέσα σε μια χωματένια γαβάθα μικρές μπουκιές ψωμί, κι όταν έγινε το φαί, άδειασε το μισό μέσα στη μουρχούτα. Πρόστεσε μια κουταλιά λάδι και τα’ ανακάτεψε για ν’ αρτιθεί όλο το φαί και να μουλιάσει το ψωμί.
Εδώ θα τρώγανε τα δυο παιδιά της με τα ξύλινα κουτάλια. Το δικό της φαί τ’ άδειασε στο χαλκωματένιο σαγάνι, χωρίς να βάλει ούτε ψωμί ούτε λάδι.
Έριξε μονάχα μια μεγάλη κούπα κρασί – τσιπουρίτη – και το ρούφηξε ζεστό.
Όταν τέλειωσε το φαί, έδειξε με τρόπο στα παιδιά της το καινούργιο μικρό αδερφάκι τους και τάβαλε να πλαγιάσουν.
» Η ίδια σκέπασε με στάχτη τ’ αναμμένα κάρβουνα, για να κρατήσει η φωτιά ως την άλλη μέρα και μετά έκαμε το σταυρό της και κούρνιασε κοντά στο μπεσίκι, για νάχει το νου της στο μωρό…».
Εδώ έκοψε μια στιγμή την κουβέντα της η θειά Γιωργούλα και πρόστεσε οργισμένα:
__Ανάθεμά τους , που κάνουν τους πολέμους.  Να μη βρεθεί τόπος πάνω στη γη να τους δεχτεί. Να τους κάψουν τα δάκρυα των χαροκαμένων μανάδων και το αίμα των αδικοσκοτωμένων παιδιών μας! Άμποτες να στεριώσει η ειρήνη πάνω στο κόσμο και να λιγοστέψουν τα βάσανά μας!...
Πήγαινε πια να σουρουπώσει, όταν σηκώθηκα να φύγω. Πήρα τα δύο ξεραγκιανά χέρια της γερόντισσας, τα φίλησα μ’ ευλάβεια και την αποχαιρέτησα. Κατεβαίνοντας τη σκάλα την άκουσα να μουρμουρίζει πίσω μου:
__Άμε στην ευχή του θεού, παιδάκι μου, και μη με ξεχάσεις!...
Την τελευταία αυτή παράκλησή της εκπληρώνω, δημοσιεύοντας σήμερα τη σύντομη αναφορά μου σε δαύτην, μαζύ με τη φωτογραφία της.
Είναι ελάχιστο δείγμα σεβασμού και εκτίμησης στη μνήμη της θεια Γιωργούλας –της Κουταβούς – και στη μνήμη όλων των μανάδων που με τόσες πίκρες και τόσα βάσανα κρατάνε στα χέρια τους τη συνέχεια της ανθρώπινης ζωής… ( Γενάρης 1982)
Για την Αν/φή   Βαγγέλης Κ Χριστόπουλος

                        B GIRAKAS


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου