Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2018

Ο Κ Ρ Α Σ Ο Π Ο Τ Η Σ

                                                                                     Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου

Ο μπάρμπα  Διαμαντής  ήταν   ένας καλοσυνάτος άνθρωπος, ψηλός, λεπτός ,  ξερακιανός με μαυριδερό πρόσωπο. Είχε μικρή γενειάδα  και   γκρίζα μαλλιά και μουστάκι.   Φόραγε στρατιωτικές αρβύλες ,χακί  παντελόνι και στη μέση του είχε τυλίξει  πολλές φορές ένα  πλεκτό  ζωνάρι  . Ο  σκούφος και αυτός στρατιωτικός θύμιζε  τα φανταράκια  στον  αλβανικό πόλεμο .

  

Προς το βράδυ γύριζε με τα πρόβατά  στο φτωχικό του,  έβαζε μια μπουκιά ψωμί στο στόμα του και  έπαιρνε το δρόμο για το μαγαζί να βρει κανά μπρίκι  κρασί. Από το σπίτι ξεκίναγε χαρούμενος ,ίσιωνε το κορμί του με την γκλίτσα στο χέρι  καλοχαιρέταγε και ενδιαφερόταν  και ρώταγε για όλους. Αν τον είχαν κεράσει και κρασί τότε ,με τις ώρες απασχολούσε φίλους και γνωστούς. Ήταν φιλότιμος και έδινε και το παντελόνι του ακόμη γιαυτούς που τον πρόσεχαν και τον αγαπούσαν. 
 Γριά,  ε γριά !  Για  βρέσε τα καλά  μου σκουτιά , θα πάω στην αγορά,  της είπε , και περίμενε την εκτέλεση της παραγγελίας του.  Εκείνη χωρίς καθυστέρηση ,  άνοιξε την κασέλα έβγαλε μια αλλαξιά και του την έδωσε. Δεν άργησε να ντυθεί , να φορέσει τις στρατιωτικές αρβύλες , και να δέσει τα  κορδόνια των παπουτσιών του. Φόρεσε το καπέλο του και την στρατιωτική μαντύα  με τις φαρδιές τσέπες, έβαλε μέσα το σακουλάκι με λίγο καπνό, το τσιμπούκι του και ξεκίνησε για το καφενείο . Φτάνοντας στο καφενείο  καλησπέρισε  τους  θαμώνες  και  τον καφετζή και κάθισε σε ένα γωνιακό τραπεζάκι.  Δε χρειάστηκε να δώσει παραγγελία  και να περιμένει πολύ. Το πρώτο  μπρίκι ήρθε  αμέσως. Γέμισε το ποτήρι του και με μιας το κατέβασε.  Έτσι συνέχισε μέχρι που τελείωσε το μπρίκι και ακολούθησαν  δυο τρία ακόμη….
  Έβαλε το ένα πόδι πάνω στο άλλο, στύλωσε  το αριστερό του χέρι στο τραπέζι, έβγαλε το τσιμπούκι του με τον καπνό,  το άναψε ,και  πούφ!  Πούφ!  κάπνιζε με πάθος. « Έλα  μαγαζά, φέρε μια στάλα κρασί  λιγόθηκα».  « Μπάρμπα, δεν έχει άλλο σώθηκε . Αύριο πάλαι θα πιάσω από το βαγένι»  Αυτά τούλεγε ο καφετζής για να τον  πειράξει. Ο Διαμαντής προσπαθούσε να  τον καλοπιάσει ,  παινεύοντας το καλό κρασί του, την προκοπή του, την καλή του καρδιά και την συμπάθεια που του έχει. Ο καφετζής υποχωρούσε και έφερνε το μπρίκι με κρασί. Κάποιος  για να τον πειράξει του είπε:  «Είχες να φας τίποτα απόψε Διαμαντή»;    « Εσύ μιλάς που δεν έχεις βραδιάς αλάτι;»
Είχε μεγάλη ιδέα για τον εαυτόν του , για την αξιοσύνη του και έλεγε σε όποιον τον πείραζε:  «  Ντέ ρε, εγώ είμαι κασαμπάς . Διακόσιες λάτες γέννημα έβγαλα και βάλε κριθάρι. Έχω ανάγκη να πα στου Λαμπέτη που πηγαίνεις εσύ για σκάψιμο;»
-          Διαμαντή. να έρθεις να σου δώσω καμιά δεκαριά δεμάτια φάγνα,  για τα πρόβατά  σου Να μην ψοφήσουν.  του έλεγε  άλλος . « Καλά!  μαρέντζες ! Μιλάνε τα νηστικά πιάτα», έλεγε. Εγώ είμαι νοικοκύρης ‘ Ο καιρός πέρναγε με λιγότερα προβλήματα, λιγότερες έννοιες και φροντίδες  και με περισσότερο ποτό και τραγούδι. Με το ποτό ξέχναγε την φτώχια,  την κούραση και τα βάσανα. Με  ένα γλυκό χαμόγελο ζήταγε  ακόμα  ένα  κρασί  όταν του  τελειώνε .- Μπάρμπα θα φύγουμε τώρα, έλεγε ο μαγαζάς . Αύριο πάλι. « Δεν πάω πουθενά αν δεν φέρεις ένα μπρίκι»  είπε,  και το ζαλισμένο μυαλό του ποιος ξέρει σε πόσα βαγένια γεμάτα κρασί πήγαινε! Πόσες ευτυχισμένες στιγμές θυμότανε!  Όταν μέθαγε όλη  η ζωή του ερχόταν  σαν  ταινία  κινηματογράφου  μπροστά του.
-            Στο μαγαζί μπαίνει ο Γιώργος , φίλος και γείτονας . « Μαγαζά, κέρνα τον, φώναξε και βάζει το χέρι του στην δεξιά τσέπη του παντελονιού του. Έβγαλε μια χούφτα δεκάρες από την τσέπη του και τις ακούμπησε στο τραπέζι. - Αν δεν φτάνουν μαγαζά,  έχω στο γιούκο λεφτά. Θα φέρω αύριο και θα πλερώσω «. Αυτά είπε και ρούφηξε το κρασί του.      Και σε λίγο:  « Μαγαζά,  αύριο δεν θα πιώ , να φέρεις τώρα,  το αυριανό κρασί»  . «Μπάρμπα, θα φέρω με την διαφορά ότι άλλο δεν θα μου ζητήσεις…,  και θα ειπείς και ένα  τραγούδι».  Άλλο  που δεν ήθελε  και ξεκίνησε  o Διαμαντής , με μορφασμούς και με νάζια, να τραγουδάει το γνωστό τραγούδι:

                         Κορίτσια πάνε  απάνου, καμιά σαρανταριά,                                                                                               άλλη από το μπουλιάρι  και άλλη από  την γλανιτσιά…                                                                          ..πάει και η δική μου αγάπη κομμένα τα        μαλλιά                                                                                μπόμ  μπόμ  μπομπόμ.                                                                                                                     ---«Μπράβο γέρο, αυτό το τραγούδι κάνει για δυο  μπρίκια»! Αφού εν τω μεταξύ είχε περάσει μισή ώρα και το μπρίκι ήταν στεγνό. Με ένα πλατύ χαμόγελο δέχτηκε και το άλλο μπρίκι ευχαριστώντας τον μαγαζά.- Μπάρμπα, ξημέρωσε θα σε κλείσει έξω η γριά σου,  σήκω να φύγουμε -.
Στεκόταν ήρεμος και γαληνεμένος , ανοιγόκλεινε τα πονηρά του μάτια και ήταν αδιάφορος για τις όποιες συνέπειες θα είχε.» Κααλά!.. εμένα θα με κλείσει όξω; Ότι λε εγώ γίνεται.! Κόκκαλο!» . -   Μπάρμπα ,σήκω κλείνω να φύγουμε.  «Τον πελάτη έτσι τον κάνουνε ; κααλά!  πίσω έχει η αχλάδα την ουρά βασιλάκο,» του είπε , και σηκώθηκε  σιγά σιγά.
Μεθυσμένος έπαιρνε τον δρόμο της επιστροφής. Φόρεσε την μαντύα του, πήρε το ραβδί του και σούρνοντας τα πόδια του,  βγήκε από το μαγαζί φοβερίζοντας τον μαγαζά. Περπάτησε δέκα-δώδεκα βήματα περίπου και σταμάτησε . Έκανε ότι κάτι ξέχασε, ,πισωγύρισε και πάλι σταμάτησε. Αυτό  επανελήφθη πολλές φορές πηγαίνοντας εμπρός πίσω. Κοίταγε μπροστά του, είχε τα μάτια του  ανοιχτά μα δεν έβλεπε.  Το αεράκι που φύσαγε του έδωσε την εντύπωση ότι κάποιος τον ακούμπησε στην πλάτη του και, χωρίς να περιμένει χαιρετισμό είπε:   Ε!.Ε!.. Προς τ’ απάνω  πηγαίνεις; κάτσε να πάμε παρέα.
  Ήταν έτοιμος να φωνάξει πάλι, αλλά  τον πρόλαβε ο βήχας  και έως ότου  συνέλθει ξέχασε τι έλεγε  πρίν.  Φοβέριζε τον μαγαζά που τον έδιωξε. - Ακούς εκεί  να μην θέλει  να μου δόκει κρασί! Ποιανού; Εμένα του κασαμπά.!... Καλά  βασιλάκο,  θα σε κανονίσω εγώ  . Δεν ξέρεις με ποιόν τάβαλες…. Δεν πάω στο βράχο  του Γληγορέα να πέσω,  που θα ματάρθω στο μαγαζί σου;» -.  Διαμαντή,  αφού δεν έχεις να πληρώσεις. Κάποιος είπε. « Εγώ είμαι νοικοκύρης με διακόσια  πράματα, φάγνες, ρόβες , και χίλιες οκάδες βελάνι  και δεν έχω να πληρώσω μια κούπα κρασί;.. Αυτά και άλλα έλεγε όπως  ερχόσαντε στο θολωμένο μυαλό του . Ευτυχισμένος και μισοτραγουδώντας ανέβαινε με αργά βήματα τον δρόμο προς το σπίτι του. Πιανόταν από τοίχους, φράκτες και μάντρες,  με την βοήθεια και του ραβδιού του.  Μετά από πολλά πισωγυρίσματα,  έφθασε στο σπίτι του.!....
   Η γυναίκα του τον περίμενε μέχρι τις δώδεκα τα μεσάνυχτα,  τυλιγμένη με ένα απλάδι στο βορεινό παράθυρο , που ήταν κατά τον δρόμο. Δεν άντεξε περισσότερο.Ξάπλωσε πάνω στο κρεβάτι  και την πήρε ο ύπνος... Όταν ξύπνησε στις μια η ώρα , η μέση της ήταν ξυλιασμένη.  Αναζήτησε τον άνδρα της και δεν τον βρήκε. Σηκώθηκε, κάθισε στην άκρη του ξύλινου κρεβατιού της  και έριξε τα μάτια της στο  επιπλωμένο χειμωνιάτικο δωμάτιο.
  Στη μισάντρα  ακούμπαγε ένα παλιό τραπέζι. Γύρω του τρείς ψάθινες  μισοξεφτισμένες  καρέκλες  και επάνω ένα μισοσπασμένο κανάτι, μια κούπα και  μια  σακούλα  με  τυλιγμένο ψωμί  και ένα τραπεζομάχαιρο. Δίπλα στο τραπέζι  ένα μπαούλο χωρίς κούπωμα  ,  που είχε μέσα ένα καπέλο αντρικό, δυό  παντελόνια ,δυο φανέλες μάλλινες  τριμμένες του αργαλειού ,ένα ζευγάρι παπούτσια δύο μπόλκες και ένα στρατιωτικό  μπουφάν. Στην γωνία του μπαούλα υπήρχαν στηβαγμένα  ρούχα,  γυναικείες αλλαξιές και στο κάτω μέρος σεντόνια . Στον τοίχο και πίσω από το μπαούλο κρέμονταν δύο κλιτσόραβδα  και στο περβάζι του τζακιού έκαιγε  ο τσιμπλής που τρεμόσβενε.   Η γυναίκα του έβλεπε την μισάντρα κατάμαυρη από τον χρόνο και την κάπνα του τζακιού ,ενώ στα πέταυρα και τα ψαλίδια κρεμόσανται   αράχνες , που κουνιόσαντε με τον αέρα πέρα δώθε.  Σηκώθηκε  ξυπόλητη όπως ήταν και πήγε κοντά στο παράθυρο. Ακούμπησε  στο ξύλο τους αγκώνες των χεριών της και έλεγε:   -Δεν ήρθε ακόμη ο νοικοκύρης μου…- Για μια στιγμή άκουσε πατήματα,  που ανέβαιναν  προς το μέρος της   και μετά από λίγο…  πισωπατήματα. Αυτό  το  μπροστά- πίσω  συνεχίστηκε για δυό λεπτά περίπου ώσπου τα βήματα ακούστηκαν πιο κοντά της και καθαρά. Κατάλαβε πλέον ότι ήταν ο « προκομμένος  της». Θα ήταν η ώρα μιάμιση  όταν άνοιξε η μισοχαλασμένη πόρτα του σπιτιού της ,  για να καλοδεχτεί με ανακούφιση τον καλό της…..
« Εσύ  ‘σαι γέρο; «  είπε με τρεμάμενη φωνή από το κρύο.  – Γέρο, πού είσαι γέρο,  όλο το βράδυ;..  πως έγινες έτσι;.. γιατί άργησες να γυρίσεις; …     Εκείνος, χωρίς να απαντήσει πλησίασε την πόρτα της εισόδου και με μικρά συρτά βήματα μπήκε στο μικρό χωλλάκι.  Από το μισοσκόταδο  που ήταν, και το ζαλισμένο κεφάλι του από το ποτό,  παρέσυρε την βαρέλα από την αλυσίδα της. Η βαρέλα   μετακινήθηκε   γύρω- γύρω και  έφυγε το βούλωμα από το στόμα της. «΄Ελα ντε και  εσύ  από μπροστά μου»  είπε και την έσπρωξε,  αδιαφορώντας  για το άδειασμα του νερού της  στο πάτωμα.

 Η γυναίκα του όταν κατάλαβε τι γινόταν με την βαρέλα και το νερό προσπάθησε να σταματήσει το κακό. Όμως τυλίχθηκε η αλυσίδα της βαρέλας  στα πόδια της  και φαρδιά πλατιά έπεσε στο πάτωμα!... Ώσπου να σηκωθεί , το βελέσι της βράχηκε , και το νερό της βαρέλας,  που εξακολουθούσε να τρέχει ,  της περόνιαζε όλο της το σώμα!.
  - Αχ!  κακό που μούκανες!-  είπε στον άνδρα της και προσπάθησε να σηκωθεί. Όταν σηκώθηκε και τον πλησίασε του είπε:- Πού ήσουν όλο το βράδυ νοικοκύρη μου ;- Αυτός την έσπρωξε ελαφρά πιο πέρα και της είπε:
  Βούλωστο γριά!  τακούς; Παζάρια θα κάνουμε που ήμουν  και  πότε θα γυρίσω; .. Βούλωστο! θα  τα κούσεις και συ.» Θύμωνε με την γυναίκα του, την φοβέριζε να την ξαναστείλει στον πατέρα της και της ζήταγε την προίκα που του τάξανε και δεν την πήρε!.... Στην συνέχεια την παρακαλούσε : « Γριά δεν πάς να αντεσηκώσης  το βαγένι να φέρεις μια στάλα κρασί.;»  Όταν αρνιόταν η γυναίκα του να του κάνει το χατίρι  της έλεγε: - Καλό κουμάσι είσαι και εσύ-. Αμέτρητες φορές την  καταδίκαζε για το σκληρό φέρσιμό της. Δεν ήταν λίγες οι φορές που τις τραγούδαγε τ’ αγαπημένα του τραγούδια  , υποχρεώνοντάς την και την ίδια να συμμετέχει στην ευτυχία  της ψυχής του.
  Πέρασαν τα χρόνια!.. Το χωριό ορφάνεψε από τους καλοκάγαθους  πατριώτες ,  που έδιναν κέφι, χαρά και διασκέδαση. Τα παραμύθια τέλειωσαν.-
   25/1/2011

                                               

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου