Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

ΤΑ ΣΥΣΣΙΤΙΑ ΣΤΗΝ ΔΑΦΝΗ (ΣΤΡΕΖΟΒΑ)

Του Βαγγέλη Κ. Χρισστοπούλου
Πολλά ξεχάστηκαν με την πάροδο του χρόνου και δυσκολεύομαι να ανασύρω από την μνήμη μου γεγονότα των γυμνασιακών χρόνων.

Ωστόσο παραμένουν ακόμη ζωηρά στην μνήμη μου οι άνθρωποι της Δάφνης Καλαβρύτων και  η μικρή χαμοκέλα, που κείνη  την εποχή έγινε μαγειρείο, με τα γιασεμιά της, τα αγιοκλήματα και το άρωμά τους τριγύρω. Θυμάμαι ακόμη με υπόληψη  τον καθηγητή μας, Μιχάλη Τσικαλουδάκη,  για την αγάπη που έδειξε χωρίς τσιγκουνιά, χωρίς επιφύλαξη, σε μας τους μαθητές του και, εκτός των άλλων, πρωτοστάτησε στην οργάνωση μαθητικών   συσσιτίων στο γυμνάσιο. Μια όντως μεγάλη ευεργεσία για όλους μας.


Του χρωστάμε ευγνωμοσύνη και σεβασμό για ότι έκανε και, αν θέλετε,  τούτα τα λόγια μου, ας θεωρηθούν μήνυμα, να γυρίσουμε πίσω στον άνθρωπο και στα ιδανικά του, όπως μας τα παρέδωσαν οι καλοί μας καθηγητές.
Οι κάτοικοι και τα συσσίτια λοιπόν, το δίδυμο των σημερινών αναμνήσεών μου.
Γενικότερα, πάντα νοιώθω μια υποχρέωση και ένα χρέος στις Δαφναίες και στους Δαφναίους, που μας βοήθησαν εκείνα τα δύσκολα μαθητικά χρόνια.
Αλήθεια, με τι αγάπη και ζεστασιά μας αγκάλιασαν αυτοί οι άνθρωποι, όλους εμάς τους μαθητές που προερχόμαστε από τα γύρω χωριά!
Τι να πρωτοθυμηθώ;
Μας άνοιξαν τα σπίτια τους, μας ένωσαν με τις οικογένειές τους και μας έκαναν μέλη τους.  Και πόσο  ήθελαν την πρόοδο και την προκοπή μας και πόσο μας καμάρωναν για τη συμπεριφορά μας! Πολλές φορές ήταν και οι κηδεμόνες μας.
Ο νους μου γυρίζει στα περασμένα και σε αγαπημένα πρόσωπα. Στις γριούλες με την αγαθή όψη, με τα ζαρωμένα από τα χρόνια και τις στερήσεις πρόσωπα. Στα γεροντάκια, στις νοικοκυρές, στους ανθρώπους του μόχθου, που μας καλοείχαν  στα σπίτια τους και μας φρόντιζαν.
Τα μάτια μου έχουν για πάντα πάρει  εκείνη την πολύμορφη εικόνα της ζωής  των ανθρώπων της Δάφνης  και θυμάμαι με αγάπη όλους αυτούς τους αγνούς χωρικούς  της δεκαετίας του 60.
Ήθελα να σχολιάσω πρόσωπα και αισθήματα  Στρεζοβινών  εκείνης της εποχής,  που στάθηκαν στοργικοί και αλληλέγγυοι στα προβλήματά μας.
Είναι όμως μακρινές σκόρπιες, γλυκές θύμησε, δύσκολες πλέον  να καταγραφούν  με διευθύνσεις και ονόματα. Μας πρόσφεραν και φαγώσιμα και γεύματα και υπηρεσίες, αλλά προπάντων συμπόνια και αγάπη. Και απ’  εδώ εκφράζω ένα ακόμη ευχαριστώ.   
Υποχρέωση και χρέος νοιώθω και σε κείνους τους ανθρώπους που συνετέλεσαν στην οργάνωση και λειτουργία  των μαθητικών συσσιτίων  στο σχολειό μας.
Αγναντεύοντας με την μνήμη μου και την φαντασία, ολόγυρα από τα χωριά της Δάφνης, ακούω με τα αφτιά μου:   κραπ   κρουπ , κραπ  κρουπ….  τον συγχρονισμένο βηματισμό των μαθητών μέσα στους κακοτράχαλους δρόμους, να έρχονται στο γυμνάσιο της Δάφνης, να μάθουν γράμματα.
Ξεκίναγαν  πρωί γιατί  έπρεπε να προκάνουν τα μαθήματα.  Ήταν μαθητές από τα γύρω χωριά:  του Νάσια, το Σκούπι, το Τσαρούχλι, την Χόβολη, την Πουρναριά, την Μυγδαλιά, την Μαμαλούκα, την Ξηροκαρύταινα  και αλλού, που έρχονταν αγκομαχώντας με τα πόδια στο σχολειό.
Έτρεμαν από το θυμό τους, όταν έβρεχε και έκανε κρύο. Κακολογούσαν και τσίριζαν για την τύχη τους. Ομάδες ομάδες ξεκίναγαν το πρωί από τα σπίτια τους, τα μεγαλύτερα παιδιά πρόσεχαν τα μικρότερα και με κόπο πολύ κύλαγε ο δρόμος μέχρι το γυμνάσιο. Ώρες δύο…τρεις.. ανάλογα!
Μα σαν έβρεχε, τα παπούτσια έμπαζαν νερό και τα πόδια ήταν βρεγμένα. Τα μπατζάκια των παντελονιών, πολλές φορές, ήταν λασπωμένα και βρεγμένα και, σαν έφταναν καθυστερημένα στο σχολείο, χτύπαγαν την πόρτα της αίθουσας να παρακολουθήσουν το μάθημα, που ο καθηγητής είχε ξεκινήσει.
 Τα μάτια μας τότε  πέφτανε πάνω στους ταλαιπωρημένους και κουρασμένους συμμαθητές μας , τους λούζαμε με την αγάπη μας και θαυμάζαμε το κουράγιο που είχαν, περπατώντας τόσες ώρες, να έρθουν στο σχολειό.
Τα παπούτσια, όσο και αν ήθελαν  να τα κρατήσουν καθαρά, δεν γινόταν . Από το περπάτημα είχαν στραβώσει δεξιά ή αριστερά και είχαν πολλές φορές τρυπήσει. Σύνηθες φαινόμενο τότε και η ντροπή, από την έλλειψη καλών ενδυμάτων  και υποδημάτων, ήταν αφημένη στην  άκρη.
Οι καθηγητές πάλι δέχονταν την καθυστερημένη άφιξη των μαθητών με συμπάθεια και κατανόηση.
Στην Δάφνη τότε μέναμε μόνιμα όσοι μαθητές καταγόμαστε  από τα απομακρυσμένα χωριά  και από μερικά  άλλα έμεναν  μόνο τους χειμερινούς μήνες.
Αυτές οι κακουχίες, όσο κι αν ήσαν σκληρές, δεν ήταν ό,τι το χειρότερο μας συνέβαινε.
Τότε και η μάστιγα  της πείνας ήταν ανυπόφορη. Με την ανέχεια των σπιτικών μας τα λιγοστά τρόφιμα ,  που είχαμε φέρει από τα χωριά μας, τέλειωναν γρήγορα. Και  κάθε πρωί σφίγγαμε την ζωστήρα πάνω στο αδύνατο κορμί μας και μαζί σφίγγαμε και την ψυχή μας.
Ερχόταν το μεσημέρι που το γυμνάσιο σχόλαγε και έβλεπες παιδιά με κυρτωμένες πλάτες, χλωμά μάγουλα,  ανόρεξα να μιλήσουν και να γελάσουν.
Άλλα είχαν φύγει πρωί νηστικά από τα χωριά τους και τα σπίτια τους,  να προλάβουν και να μην χάσουν κάποια ώρα στα μαθήματα(!) και άλλα το ξεροκόμματο το ψωμί, που είχαν στο τράστο τους, δεν μπορούσαν να το δαγκώσουν.   
Ευτυχώς οι καθηγητές μας, άνθρωποι  σοφοί και ευαίσθητοι, είχαν στον νου τους τα φτωχά και πεινασμένα παιδιά του γυμνασίου και δεν τους  έπαιρνε ο ύπνος.
Έγινε και ένα συμβάν που χτύπησε δυνατά στην καρδιά τους.
Ήταν βράδυ. Πάνω στην μεγάλη γέφυρα της Λαγκαδιάς μια ομάδα μαθητών βολτάριζε. Δυο από τους καθηγητές   ερχόταν απόκοντα  και τους άκουσαν.
__Ρε Μήτσο, κανένα κομμάτι ψωμί δεν έχεις στο σπίτι;  Με γουργουλίζει η κοιλιά μου!
__Αυτό που έχω με βγάζει δεν με βγάζει απόψε! Αλλά, έλα να το φάμε μαζί. Αύριο καινούργια μέρα φωτάει. Κάτι θα βρούμε.
Ήταν μαθητές τους και σαν τους άκουσαν πικράθηκαν . Και άλλες φορές είχαν ακούσει παρόμοιες συζητήσεις.
Στο γυμνάσιο  έβλεπαν τα παιδιάστικα μάτια, κουρασμένα, ταλαιπωρημένα και πολλά παιδιά αδύνατα και λιπόσαρκα.  Ο Θεολόγος Μιχάλης Τσικαλουδάκης
δεν το έβαλε κάτω. Με την συμπαράσταση και των άλλων καθηγητών, έβαλε μπροστά τις γνωριμίες του και άρχισε την αλληλογραφία με την Παγκόσμια Ένωση Εκκλησιών,  η οποία έστειλε τρόφιμα. Έτσι οργανώθηκαν τα συσσίτια στο γυμνάσιό μας .
Αυτά λέγονταν τότε. Τα μεταφέρω με επιφύλαξη, όπως τα θυμάμαι!
Κάθε παιδί με 5 δραχμές τον μήνα σιτιζόταν.
Κι εδώ στα ανθοστόλιστα μαγειρεία υπάρχουν θύμησες και  σκηνές:

Ήταν ώρα να σχολάσουμε, χτύπησε το κουδούνι και ο καθηγητής, που δίδασκε, αργούσε να τελειώσει. Ο Κώστας ρώταγε τον διπλανό του μαθητή, που είχε ρολόι.
__Τι ώρα είναι; Και αφού άκουσε την ώρα, μονολόγησε.
__ Άιντε! Να τελειώνουμε! Δεν έχω φάει τίποτε από χτες το μεσημέρι και θα πεθάνω της πείνας.
Στο τέλος του γηπέδου του Γυμνασίου, κοντά στα πανύψηλα πεύκα ήταν μια παλιά ξελόντζα που έβαζαν σανό για τα ζώα, την οποία, όπως είπαμε και  πιο πάνω, μετέτρεψαν σε μαγειρείο.
Το φαγητό ήταν σπουδαίο για κείνη την εποχή.
Συνήθως πλιγούρι με μπόλικο λάδι και κόκκινη σάλτσα , μακαρόνια και φασολάδα, ήταν το σπεσιαλιτέ.  Άλλοτε ο μάγειρας έφτιαχνε ρύζι νυχάκι και καμιά φορά μπακαλιάρο.
Η πείνα μας τα έκανε όλα πολύ νόστιμα και εκείνη η μπαμπακένια και αφράτη φραντζόλα του φούρνου, τέλεια.
Καθώς τραβάγαμε για τα μαγειρεία, ρωτάγαμε τον μάγειρα που καθόταν απέξω, κουρασμένος με το χέρι στην μέση.
__Τι καλό μας ετοίμασες σήμερα κυρ ( …;….)  Λεβέντη;
Εκείνος χαμογέλαγε και απαντούσε.
__Κρέας. Και αφού μας άφηνε με ερωτηματικό, συνέχιζε. Σας έφτιαξα το κρέας των φτωχών και εννοούσε την φασολάδα.
Σαν πλησιάζαμε κοντά, το λεβέτι άχνιζε και με το λεβετόξυλο ο βοηθός του   ανάδευε το φαγητό για να μην κωλύσει, όσο έβραζε. Καμιά φορά το ζουμί ήταν πολύ και τα φασόλια λίγα και για να πήξει και να χυλώσει έριχναν μέσα αλεύρι.  
Βιαστικά τρώγαμε, όρθιοι, κάτω από τα πεύκα για να φύγουμε για τα σπίτια μας. Δεν υπήρχαν πιάτα και δεν είχαμε όλοι κατσαρόλες. Παρακινούσαμε να φάνε βιαστικά συμμαθητές και να πάρουμε το κατσαρόλι τους να φάμε κι εμείς οι άλλοι. Κάποτε παίρναμε τις κατσαρόλες συμμαθητών πριν φάνε αυτοί, δεχόμενοι τις παρατηρήσεις τους, μα πάντα την κατανόησή τους.

Τώρα ζούμε μια μεγάλη κρίση. Το κακό ξεχειλίζει παντού και το κακό θα μεγαλώνει και στα χωριά και ειδικότερα στις πόλεις. Όσο βρίσκονται στον τόπο μας τριγύρω άνθρωποι που πεινούν, δεν είναι δυνατόν να αισθανόμαστε άνθρωποι ακέραιοι και υπερήφανοι. Την πείνα πρέπει να τη ν καταργήσουμε βοηθώντας συλλόγους, εκκλησιές, σωματεία που παρέχουν  μικρογεύματα,  σαν τότε με τα συσσίτια στην Στρέζοβα.
Αισθάνθηκα την ανάγκη και το  χρέος να ευχαριστήσω όλους τους Δαφναίους, έστω ανώνυμα, και να εκφράσω την αγάπη μου σε αυτούς τους ταπεινούς ανθρώπους που μας συμπαραστάθηκαν. Να στείλω κι από δω την  αγάπη και το  σεβασμό προς όλους τους   καθηγητές μας  και τον Θεολόγο καθηγητή Μιχάλη Τσικαλουδάκη.

Όλοι τους μια άλλη εποχή και μια κοινωνία ζηλευτή κι ανεπανάληπτη!

B GIRAKAS  15.12.2016

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου