Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2016

ΟΙ ΜΑΟΥΝΙΕΡΗΔΕΣ ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ ΤΟΥ ΛΑΔΩΝΑ

Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου




Κάποιοι σκέφθηκαν και έχτισαν της Κυράς το Γιοφύρι με χρήματα, κόπο και με.. θυσία αίματος στα θεμέλιά του . Αιώνες στεκόταν πάνω από το Λάδωνα ποταμό και προσέφερε τις πολύτιμες υπηρεσίες του σε ανυπολόγιστον  αριθμό γενεών ανθρώπων!

 Κάποιοι άλλοι, πολύ αργότερα, σκέφθηκαν και έφτιαξαν την Λίμνη του Λάδωνα για  να ποτίζονται οι κάμποι στην Ηλεία και να φωτίζονται με, την παραγωγή  ηλεκτρικού  ρεύματος, χωριά και πολιτείες.


Έτσι δυστυχώς, επί των ημερών μας, έπνιξαν και της Κυράς το Γεφύρι μέσα στην Λίμνη!
Και κάποιοι άλλοι άργησαν να φτιάξουν το νέο γεφύρι, όπως είχαν υποσχεθεί, και οι κάτοικοι των γύρω χωριών , στρατολάτες, έμποροι, ζώα και άνθρωποι, έμειναν αποκλεισμένοι από την μια πλευρά  της λίμνης και την άλλη!.
Στην αρχή μια ψαρόβαρκα ένωνε τις δυο όχθες της λίμνης και οι άνθρωποι, με χίλια βάσανα, μετακινούνταν από την μια πλευρά στην άλλη. Όλη την ημέρα ο βαρκάρης καθόταν στο κέντρο της βάρκας χτυπώντας τα κουπιά στο νερό ρυθμικά και μετάφερνε ανθρώπους με λίγη πραμάτεια. Η βάρκα αυλάκωνε το νερό και αυτό έκανε μικρό κυματισμό και  έπαιρνε ασημένιες και λευκές αποχρώσεις. Καθώς σήκωνε τα κουπιά ο βαρκάρης, σαν καθρέφτες άστραφταν απ’ το νερό, που κρατούσαν επάνω τους και τον ήλιο που τα ‘λουζε.
Όταν περνούσαμε από κει, ξεχνάγαμε πρόσκαιρα την κομψή πέτρινη σιλουέτα του φημισμένου γεφυριού της Κυράς  που ήταν δίπλα στη διαδρομή μας, άφαντο κουφάρι μέσα στο νερό, και δεν βλέπαμε τα σημάδια των ποδιών μας, που είχαμε αφήσει πάνω σ’ αυτό, στα αμέτρητα περάσματά μας.
Πάντως, με αυτό το δύσκολο πέρασμα απέναντι, αισθανόμαστε  ότι ενωνόταν πάλι ο τόπος μας με την Στρέζοβα Καλαβρύτων, που ήταν ο προορισμός μας, γιατί ήταν εκεί το Γυμνάσιο που φοιτούσαμε.

Αργότερα  αντικατέστησαν τη βάρκα με  πορθμείο κι έγινε το πέρασμα γρηγορότερο και ασφαλέστερο.
Όλα αυτά τα χρόνια που περνάγαμε πάνω από της Κυράς το γεφύρι και την λίμνη με το πορθμείο ,συχνά γίνονταν εξαιρετικά και σπουδαία μικρά ή μεγάλα συμβάντα,  που έχουν μείνει στην μνήμη μας και σημάδεψαν την ζωή μας με τον τριτοκοσμικό τους χαρακτήρα.

Ας γυρίσουμε λοιπόν τώρα στα χρόνια όπου σε αυτό το μέρος  δεν υπήρχε ούτε ιδέα να φτιάξουν το νέο γεφύρι. Εκείνο το περίφημο παλιό   γιοφύρι της Κυράς οχτώ μήνες περίπου το χρόνο κοιμόταν μέσα στο νερό της λίμνης και μόνο τέσσερες μήνες, καθώς έπεφτε η στάθμη της, μπορούσαν οι άνθρωποι να το διαβαίνουν και να επικοινωνούν.
Ήταν το 1955 που έγινε η λίμνη και έβλεπες ταξιδιώτες , τσοπαναραίους, αγρότες και καλυβιώτες, τσακισμένοι από την κούραση και βρεγμένοι ως το κόκκαλο πολλές φορές,  να αγωνιούν αν θα βρουν βαρκάρη να μετακινηθούν.
Εδώ πριν να πνιγεί ο κάμπος και γίνει η λίμνη, υπήρχαν τα χάνια που οι ταξιδιώτες ονειρεύονταν να βρούνε μια σίγουρη συντροφιά και ένα ζεστό παραγώνι, να περάσουν την νύχτα.
Οι διαμαρτυρίες των ντόπιων προς τις Αρχές και το Κράτος  δεν εισακούσθηκαν, να φτιάξουν γεφύρι. ( Το έφτιαξαν τελικά το 2002).
Μαζί με τον κάμπο, που πνίγηκε, πάνε και οι μύλοι, τα χάνια , τα καλύβια και τα σπίτια  και, μέσα στα θολά νερά της λίμνης, και η ελπίδα των ανθρώπων για καλύτερη ζωή.
Έτσι, πάνε και οι άνθρωποι, μετακινήθηκαν στα αστικά κέντρα.

 Πέρασε καιρός  από τότε που έγινε η λίμνη και έφεραν δίπλα από της Κυράς το γεφύρι την μαούνα. Ήταν ένα μικρό φέρι  μπόουτ,  που χώραγε στο κατάστρωμα  αρκετούς ανθρώπους και λίγα ζώα. Στην αρχή ήταν μικρή με ξύλινο δάπεδο και με μικρή επιφάνεια. Αργότερα έφεραν μεγαλύτερη, πλατειά και ασφαλέστερη. Είχε ένα μοχλό και την ανέμη που, καθώς γύριζε, μάζευε από την μια πλευρά  ένα χοντρό συρματόσχοινο,  που ήταν δεμένο στις δυο πλευρές της λίμνης  και από την άλλη το άπλωνε. Με αυτόν τον τρόπο η μαούνα μετακινιόταν  από την μια πλευρά στην άλλη. Οι δυο πόρτες, μπρος και πίσω, ήταν ανοιχτές  και ακουμπάγανε στην αποβάθρα για να διευκολύνονται οι άνθρωποι και τα ζώα να ανεβαίνουν επάνω. Για πολλά χρόνια η ανέμη ήταν χειροκίνητη και η κούραση του χειριστή ήταν πολύ μεγάλη. Αργότερα έγινε ηλεκτροκίνητη.
Ακόμη και σήμερα θυμάμαι την υψηλόσωμη γαϊδούρα του Κόλια, που την εξαναγκάσαμε μια φορά να ανέβει στη μαούνα.
Πατώντας στην πόρτα, εκείνη έτριζε. Τα πόδια του ζώου έτρεμαν από το φόβο και την κούραση και δεν προχωρούσε επάνω στο κατάστρωμα. Σαν την τράβηξα από το χαλινάρι, εκείνη πισωπάτησε, μετακινήθηκε η μαούνα και η γαϊδούρα έπεσε στη λίμνη!
Πάνω σε αυτή την μαούνα,  που λικνιζότανε στο νερό και ,με το γύρισμα της ανέμης ,έτριζε ρυθμικά, ξεπρόβαλαν κάθε Σαββατοκύριακο φοβισμένα τα προσωπάκια των συμμαθητών που πηγαίναμε στο γυμνάσιο της Στρέζοβας ή γυρίζαμε στο χωριό. Είχαμε έναν αόριστο φόβο καθώς η μαούνα  κινείτο. Τα μάτια μας τότε  πέφτανε στα ήρεμα νερά της λίμνης ,στο συρματόσχοινο, αν κόντευε να τελειώσει, και στην ανέμη με τον μαουνιέρη . Άλλοτε πάλι ψαχουλεύαμε προς τα πίσω, με τα μάτια μας, την γενέθλια γη.
Ω! Τι χρόνια και κείνα!….
και τι δεν είχαμε δει να περνούν πάνω από αυτό   το μικρό πορθμείο.  Άνθρωποι  με τα ζώα τους φορτωμένα με γεωργικά εργαλεία και  εμπορεύματα. Τσοπαναραίοι με τα πρόβατά τους  κρατώντας μικρά αρνάκια στα χέρια τους .  Καλυβιώτες με τα τσιόλια τους λόγω μετακίνησης ,με κότες φορτωμένες στα ζώα να κακαρίζουν. Συμπεθεριό με τον γαμπρό και  την νύφη στα άσπρα ντυμένη……
Κάποτε στενοχωριόμαστε γιατί βρίσκαμε τους  μαουνιέρηδες στην άλλη όχθη από αυτήν που τους χρειαζόμαστε. Καμιά φορά δεν τους βρίσκαμε για ώρα, γιατί ήταν σε γειτονική καλύβα ή στο δικό τους κατάλυμα πίνοντας κανένα ποτηράκι.
Σαν έφτανε η μαούνα στην μια πλευρά της λίμνης, διαβατάρηδες τρέχανε,  λες και  να τους κυνηγούσαν, να προφτάσουνε,  να μην τους φύγει και αργήσουν μισή και παραπάνω  ώρα, ώσπου να πάει και να επιστρέψει.  Σαν δεν προφταίναμε τον μαουνιέρη , ανυπόμονοι, μετράγαμε πόσο γρήγορα γύριζε την ανέμη και καμιά φορά του φωνάζαμε με το θάρρος της γνωριμίας:
__Πάρε τα χέρια σου, Ηλία! Βιαζόμαστε, έχουμε άρρωστο άνθρωπο….
Κι  εκείνος μας αντιμετώπιζε με ένα πλατύ χαμόγελο και βιαζότανε να βρεθεί κοντά μας.
Όταν βρισκόταν μεσοπέλαγα η μαούνα, και από την μια πλευρά και από την άλλη,  υπήρχαν άνθρωποι να περάσουν απέναντι φωνάζαμε:
__Ε! Ε! Ηλία, αργείς!
Χθες είχε περάσει τα κοπάδια του Αγγελή του Παναγούλια και του Πάνου του Γιόβα  και έκανε πολλές διαδρομές, ώσπου να τα μεταφέρει. Οι τσοπαναραίοι τυλιγμένοι με γκρίζες κάπες καταπονημένοι,  αλλά ευχαριστημένοι, που πέρασαν γρήγορα, όλο ευχαριστήρια  του έλεγαν.
Ξημερώματα άκουσε φωνές  μεσ’ τον ύπνο του, που του φώναζαν από την απέναντι όχθη.  Ηλία!..Ου! Ηλία!... πολλές φορές. Εκείνος σηκώθηκε βιαστικά, έβαλε αφτί και άκουσε που του ζητούσαν βοήθεια. Κοίταξε απέναντι στο μισοσκόταδο τους πέντε ανθρώπους που είχαν ενώσει τις φωνές τους και φώναζαν:
__Ηλία,  ε! Ηλία!...
Απλοήθηκε  κι εκείνος μισοκοιμισμένος ακόμη.
__Τι θέλετε ρε! Τέτοια ώρα;
Η φωνή των τριών δεν ήταν συγχρονισμένη κι επάνω στα σκοτεινά νερά της λίμνης  η φωνή τους δεν έφτανε καθαρή. Τελικά άκουσε τι τον ήθελαν και έσπευσε στην απέναντι όχθη.
__Εμείς είμαστε οι περαμερήσιοι, του είπαν. Η γριά Νάσιαινα μας πεθαίνει. Έλα γρήγορα να την προφτάσουμε, να την ιδεί  ο γιατρός. Και ο Ηλίας τρέχει με την μαούνα, αναθεματίζοντας την δουλειά που βρήκε και κάνει. Φτάνοντας βόηθησε να βάλουν την γριά στο σανιδένιο κατάστρωμα και ξεκίνησε  ασταμάτητα να γυρίζει την ανέμη για να προλάβει την γριά  ο γιατρός. Όπως κι έγινε και η γρια Νάσιαινα  σώθηκε!
Μα αλήθεια ποιός ήταν ο Ηλίας;
Τον Ηλία Νικήτα τον θυμάμαι γυμνασιόπαιδο  στην Στρέζοβα. Η  καταγωγή του  ήταν από την Δίβριτσα .  Ήταν ένα ψηλό και γεροδεμένο παλικάρι , φόραγε το καπέλο με την κουκουβάγια στραβά και μόνιμα στα χείλη του άνθιζε ένα πλατύ  χαμόγελο.
Ήθελα να τον μνημονεύσω, μιας και έχει φύγει από την ζωή, και η εικόνα του έχει χαραχθεί έντονα στο μυαλό μου. Αυτός ήταν για χρόνια ο καλός μαουνιέρης (περατάρης)  στην λίμνη του Λάδωνα, κοντά στις Κυράς το γεφύρι, που ήθελε να προλάβει τη γριά, να την δει ο γιατρός.
Ήταν και άλλοι μαουνιέρηδες  εκεί που συναλλάσσονταν και συνεργάζονταν  όλο το 24ωρο,όπως ο Σπύρος ο Μαραγκός από την Μυγδαλιά, ο μπαρμπα Γιώργης ο Κούτσικος από την Βάχλια, ο Παρασκευάς ο Κούνας από την Ξηροκαρύταινα , ο Καλύβας ο Παναγιώτης από την Βάχλια και άλλοι. Αυτοί οι άνθρωποι, ειδικώς τον χειμώνα με τα παγωμένα και κοκκινισμένα από το κρύο χέρια τους, γύριζαν την ανέμη ρυθμικά να περνούν οι ταξιδιώτες και όλος ο  κόσμος  με την σειρά και σίγουρα από την μια πλευρά της λίμνης στην άλλη.
Αποκαμωμένοι καμιά φορά, κλεισμένοι στο μικρό κατάλυμά τους, έκαναν τον κουφό σε κάποιον γνωστό ταξιδιώτη, που ήθελαν να του κάνουν πλάκα.
 Όλοι πάντως έχουν να λένε για την ντομπροσύνη και την καλοσύνη τους.
Όταν η στάθμη της λίμνης κατέβαινε και αποκαλυπτόταν το ιστορικό γεφύρι, πάνω στο καλντερίμι του  γινόταν η συγκοινωνία όπως παλιά. Τότε η μαούνα, έκανε το δικό της ταξίδι αναψυχής.  Δεμένη πίσω από μια βενζινάκατο ταξίδευε για το Πήδημα, να συντηρηθεί να ξεκουραστεί και να επανέλθει βαμμένη, δυνατή και χρήσιμη για τις ανάγκες των ανθρώπων.

Έπλεε αργά και ρυθμικά στα ασημένια νερά της λίμνης. Πέρναγε μέσα από στενά φιόρδ, καμαρωτή και υπερήφανη, δίπλα σε πανύψηλα βράχια, σε δέντρα και πανέμορφες φυσικές ομορφιές. Καθώς ταξιδεύει το κυματάκι  πλατσουρίζει στα πλάγια της χαϊδεύοντας την απαλά. Αριστερά της προβάλει η Φτεριά και στην πλαγιά του βουνού το Μπουλιάρι και δεξιά η Μουριά (Το Συριάμου)  χωριουδάκια σαν πετράδια πανέμορφα. Ο Ήλιος που πέφτει στα πλάγια της κάνει το σώμα της σκιά, μέσα στο νερό και αντανακλά το γαλάζιο και κόκκινο χρώμα της.
Στις πλαγιές προβάλουν καλύβια και ένας αόρατος ήχος μιας καμπάνας ακούγεται από κάποιο χωριό. Καθώς προχωρεί προς το Πήδημα και προσπερνά την  Μουριά  μια βάρκα που έβγαινε για ψάρεμα αργοσαλεύει πάνω στον ελαφρό κυματισμό, σαν να θέλει να έρθει σε συνάντησή της. Μια ομάδα παιδιών που  παίζει πάνω στην όχθη,  την βλέπουν κουνούν τα χέρια τους και την χαιρετούν και στέλνουν τις ευχές στην Μαούνα και τους μαουνιέρηδες για καλή διαμονή.
Το Μάϊο του 2002 λειτούργησε μια στερεή και πολύτιμη γέφυρα για πεζούς και αυτοκίνητα. Έτσι εξυπηρετείται ο κόσμος από κάθε πλευρά.  Χάθηκε όμως αυτή η όμορφη και η ανθρώπινη σχέση και επικοινωνία, καθώς λιγόστεψαν  πολύ και οι άνθρωποι της περιοχής.
Η ΜΑΟΥΝΑ βρίσκεται σήμερα στο φυσικό της χώρο, στην λίμνη, δεμένη και άπραγη. Καλοσυντηρημένη, σαν νύφη ντυμένη, να μας θυμίζει τους μαουνιέρηδες και το πέρασμά μας από την μια πλευρά της λίμνης στην άλλη με τις αναρίθμητες σκηνές και τα αμέτρητα περιστατικά που δεν ξεχνιούνται.

B GIRAKAS 10.11.2016




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου