Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

Τ Ο ΝΙΤΕΡΕΣΟ ΜΟΥ ΜΕ ΤΟΥΣ ΓΥΦΤΟΥΣ


                                                                                             Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου


Δειλινό ήταν και τα ψαροκάικο αρμένιζε  στην θάλασσα περήφανο και καμαρωτό.  Ο Mάστρο Χρίστος παλιός ναυτικός, πολύξερος και πολύγνωρος καπετάνιος,  πάνω στο μικρό ψαροκάικο με δυο άλλους νέους βοηθούς του, τους ορμήνευε και τους μάθαινε την δουλειά. Κείνοι πάταγαν με τα ξυπόλητα πόδια τους πάνω στο καΐκι, έλυναν και έδεναν τα σχοινιά, ξεμπέρδευαν τα δίχτυα ,έβγαζαν τα ψάρια και βόηθαγαν στο άραγμα του καϊκιού. 
Έριξαν από βραδύς τα δίχτυα και, καθώς η νύχτα σκέπαζε την θάλασσα, γύρισαν στ’ ακρογιάλι.  Πέσανε και κοιμηθήκανε στην αγκαλιά της θάλασσας.
Ξύπνησαν και γρήγορα γρήγορα,  πριν φωτίσει, άφησαν τα γιατάκια τους και τράβηξαν μεσοπέλαγα. Το μισοφέγγαρο έριχνε ακόμη πάνω στην θάλασσα το ασημένιο του φως  και απέναντι ρόδιζαν οι κορυφές των Ευβοιώτικων βουνών.  Ακόμη φαινόταν η παραλία με τα φώτα της Λούτσα και οι κορυφογραμμές με ανταύγειες στολισμένες.
Βρήκαν τις σημαδούρες που είχαν δεμένα τα δίχτυα και άρχισαν να τα μαζεύουν. Το ψαροκάϊκο φορτωμένο με ψάρια έμπαινε στο μικρολίμανο της Λούτσας. Έβγαλαν έξω τα ψάρια με τα τελάρα στην άκρη του μόλου, εκεί που κόσμος λογής λογής  τριγύριζε, μελαχρινοί, άσπρο αραπάδες με κελεμπίες, άλλοι με ρούχα παρδαλά…..
Κοίταζα μαζί με άλλους τα ψάρια, τα ξάστερα μάτια τους, το στόμα τους, που ακόμα ανοιγόκλεινε και το γυαλιστερό κορμί τους.


__Κουμπάρε!  Πόσο έχουν τα ψάρια; Ρώτησε ένας  μελαμψός από μια   παρέα τσιγγάνων .  Άκουσε την τιμή και με το κινητό του ενημέρωσε την συμβία.


__Βάλε μου, κουμπάρε,  έξι κιλά, του είπε, και μοίραστα από ίσια σε τρεις σακούλες. Σκέφθηκα να πάρω κι εγώ ψάρια και έδωσα την παραγγελία
__Βάλε και μένα ένα κιλό, του είπα. Έβγαλα ένα πενηντάρικο και του το έδωσα, μα ρέστα να μου επιστρέψει δεν είχε.
__Δεν πειράζει, μου είπε, χρωστάς στους φίλους ,και εννοούσε τους γύφτους , δέκα πέντε ευρώ .. Φεύγοντας από δω χαλάστε έξω και κανονίστε τα πώς θα τα δώσεις .
Φύγαμε για την έξοδο  του λιμανιού και οι γύφτοι με φέρνανε από κοντά χέρι πόδι. Τους χρώσταγα δέκα πέντε ευρώ.  Πώς κατάντησα, να χρωστώ και στους γύφτους σκέφτηκα και με έπιασαν τα γέλια
__Αν δεν βρούμε να χαλάσεις, κουμπάρε, μας δίνεις τα ψάρια, μου είπε ο ένας, και είναι το ίδιο. Εξοφλείς το χρέος σου.
__Κι εγώ τι θα φάω σήμερα; Τους ρώτησα.
__Θα σου κάνουμε εμείς το τραπέζι. Μου απάντησε.
Σήμερα είναι παραμονή της Αγίας Μαρίνας, προστάτιδας της Λούτσας, και η παραλία είναι γεμάτη πάγκους  με σκέπαστρα, υπαίθρια καταστήματα για το πανηγύρι.  Περάσαμε  πολλούς πάγκους, κάτω από πολύχρωμες ομπρέλες και σαν φτάσαμε σε κάποιο σημείο μου φωνάζει ο γύφτος:
__Δος μου το πενηντάρικο να στο χαλάσω.
Εγώ περίμενα ρέστα τριάντα πέντε ευρώ.
__Πάρε ,μου λέει, είκοσι και δέκα πέντε τα ψάρια τριάντα πέντε.
Εγώ περίμενα τα υπόλοιπα δέκα πέντε ευρώ.
 Παίρνει ένα παντελόνι τζιν  από έναν πάγκο, το βάζει επάνω μου  και μου το δίνει.
__Τώρα είμαστε εντάξει, μου είπε, δεν μου χρωστάς δεν σου χρωστώ.
Εγώ, θέλοντας και μη, χαμογελώντας  συμφώνησα  και ευχήθηκα « χρόνια μας πολλά» για τα πανηγύρια και βοηθειά μας η Αγία Μαρίνα.


Φεύγοντας μου φώναξε. Αν θέλεις κάτι άλλο εδώ θα με βρεις.  Κι εγώ αυτές τις μέρες όλο τους σκέπτομαι! Τετραπέρατη ράτσα!


GIRAKAS 16.7.2016



1 σχόλιο: