Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2016

ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ



                                                                                    Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου
                                                                                    
 Ντρίν,  ντρίν…….
  Άκουσε το τηλέφωνο και έτρεξε να το σηκώσει. Ήταν εννιά  η ώρα το πρωί.
__Εμπρός!  Φώναξε δυο φορές. Άκουσε μόνο  την ανάσα του και χωρίς να μιλήσει, κλακ, το έκλεισε.
Την  άλλη ημέρα, την ίδια ώρα, ξαναχτύπησε  το τηλέφωνο. Σφούγγισε τα βρεγμένα χέρια  με την ποδιά της και έπιασε το ακουστικό. Άκουσε πάλι την αναπνοή  του δυο τρείς φορές και το άγνωστο πρόσωπο δεν απάντησε στο κάλεσμά της και το τηλέφωνο ξαναέκλεισε.
Σκέφθηκε πως κάποιος είναι, που έχει χάσει τα χνάρια της και τώρα ξαφνικά την θυμήθηκε. Κάποιος νοσταλγός του παλιού καιρού είναι!  Μα ποιος είναι που την θυμάται τώρα!!

Την τρίτη  ημέρα ούτε εμπρός δεν πρόλαβε να ειπεί. Άργησε να σηκώσει το ακουστικό. Το τηλέφωνο έκλεισε και το ακουστικό έμεινε στα χέρια της. ..
Το κοίταξε με θυμό  και το άφησε με θόρυβο  πάνω στην βάση του. Πήγε στην κουζίνα ανακάτεψε το φαγητό που έψενε, έριξε μια ματιά από την μπαλκονόπορτα στον κήπο της και πήγε και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Έτριψε τα χέρια της από αμηχανία, σκέπασε τα πόδια της με μια κουβέρτα και σκεπτόταν.
Ήταν βέβαιη πως εκείνη αναζητούσαν.
Ο άνδρας της δεν την έπαιρνε ποτέ τηλέφωνο. Είχε το δικό του ωράριο. Μέχρι το απόγευμα στην δουλειά , γύριζε, έτρωγε και ύστερα στο καφενείο για να παίξει χαρτιά.
Σήμερα  το απόγευμα, με ιδιαίτερη ευχαρίστηση, πήρε δρόμους , μονοπάτια και περπάταγε με τις ώρες στην φύση.  Μάζεψε μια αγκαλιά λουλούδια  και γέμισε το βάζο, που ήταν πάνω στον  μπουφέ, δίπλα σε δυο παλιές φωτογραφίες των γονιών της .  Ύστερα γέμισε και το ανθοδοχείο της  τραπεζαρίας του σαλονιού.
Έριξε μια λοξή ματιά στις φωτογραφίες, έμεινε ευχαριστημένη, και ύστερα κατέβηκε  τα δέκα  σκαλιά της σκάλας και έκανε ένα γύρο στην αυλή της με καρφωμένο το μυαλό  στο… τηλέφωνο.

Την άλλη ημέρα μπήκε στον κήπο να βγάλει χορτάρια. Το άκουσε που χτύπαγε και λαχανιασμένη έτρεξε . Οι δείχτες  του ρολογιού του τοίχου   έδειχναν εννέα . Μα πάλι ήταν άτυχη. Είχε αργήσει να πιάσει το ακουστικό  τις δυο τελευταίες φορές. Ήταν δική της ευθύνη και ένιωθε ένοχη.
Πριν από τις εννιά σήμερα καθόταν κοντά στο τηλέφωνο. Καθώς αργούσε  η κρίσιμη  ώρα, σηκώθηκε απότομα από την καρέκλα, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, βούρτσισε τα μαλλιά της και προσπαθούσε να διώξει την  ανησυχία και την ταραχή, που την είχε κυριεύσει. Ήταν ακριβώς εννέα  η ώρα  που χτύπησε το τηλέφωνο.
Ντριν, ντριν…..
Πήρε το ακουστικό και το κόλλησε στο αυτί της και παρακλητικά, γλυκά,  μίλησε:
__Εμπρός παρακαλώ, λέγετε! Ποιος είναι;
__Εγώ είμαι, της είπε εκείνος.
Δεν χρειάστηκαν συστάσεις . Η φωνή ήταν γνώριμη και η παρουσία του ήταν ζωντανή στην μνήμη της.  Τον άφησε να ειπεί το όνομά του.
__Είμαι ο Άγγελος, της είπε. Με θυμάσαι καθόλου;
__Εσύ!  Άγγελε; Πόσα χρόνια έχουμε να μιλήσουμε;  Ξεχάσαμε τις φωνές μας.
__Πολλά χρόνια πέρασαν, Ανθή μου, και  πολύ χαίρομαι που σε βρήκα. Σε έπαιρνα πολλές φορές στο παλιό τηλέφωνο Ανθή ,  μα δεν σε εύρισκα.
Για μια βδομάδα μίλαγαν τηλεφωνικά και έλεγαν για την ζωή τους: Πώς πέρασαν τα χρόνια, με δουλειές, με πίκρες, με αγωνίες και για τις όμορφες στιγμές που πέρασαν μαζί και που ήταν λίγες
__  Έχεις χρόνο απόψε να φάμε μαζί και να μιλήσουμε; Την ρώτησε.
__Δεν ξέρω τι να σου ειπώ. Είναι ακόμη μαζί μου, του είπε με σπασμένη φωνή.
__Καλά, εσύ έμαθα πως τον χώρισες! Ακόμη τον αγαπάς;
__Τα βράδια μένει εδώ στο σπίτι και είναι δύσκολο να μιλάμε.
__Δεν θα μου πεις καμιά φορά, πως μπορούμε να μιλήσουμε ελεύθερα;
__Στο είπα, είναι δύσκολα. Του απάντησε η Ανθή από την άλλη άκρη του τηλεφώνου.
Η φωνή του σαν να έτρεμε, είχε μια αστάθεια και έδειχνε σύγχυση.
_Το βράδυ, αν μπορείς, τηλεφώνησε μου, επέμεινε εκείνος,  πρέπει οπωσδήποτε να τα ειπούμε.
__Συγνώμη Άγγελε, χτυπούν  το κουδούνι. Περίμενε, είναι η γειτόνισσα ,κάτι θα θέλει. Περίμενε μην κλείσεις ,του επανέλαβε. Άνοιξε η πόρτα μπήκε μέσα η Μαριάνθη  και αντάλλαξαν μια καλημέρα.
Εκείνος άκουσε την φωνή των δυο  γυναικών. «Έτσι πέρναγα από εδώ και είπα να μπω μέσα για μια καλημέρα. Βιάζομαι να φύγω, με συγχωρείς, δεν κάθομαι».
__Στο καλό Μαριάνθη . Ευχαριστώ  που πέρασες από δω. Με τον γυρισμό έλα να τα ειπούμε.
Ύστερα πήρε το ακουστικό  και χαρούμενα του είπε: Έλα, έφυγε. Τώρα μπορούμε να μιλήσουμε.
__Σαν παραμύθι, σαν όνειρο, Άγγελε, μου φαίνεται. Το θυμάμαι σαν σήμερα 15/6 στο Σταυρό που… φιληθήκαμε……
Του άρεσε να την ακούει. Είχε ένα δικό της τρόπο, με την γλυκιά φωνή της, να  του μιλάει και κάθε κουβέντα κύλαγε μέσα του σαν το κελάδισμα μελωδικού πουλιού.  Καθώς του μιλούσε,  εκείνος  έκλεισε τα μάτια του και την έφερε κοντά του, δίπλα του, σαν σε οπτασία και αναπολούσε τα παλιά.
__Το θυμάμαι, της είπε. Γι αυτό ήθελα απόψε να φάμε μαζί να το γιορτάσουμε.
__Το θυμάσαι κι εσύ  Άγγελε; Τον ρώτησε. Εκείνος δεν απάντησε. Ζούσε στον δικό του κόσμο.
__‘Έλα, δεν με ακούς; Γιατί δεν μιλάς;
_Υπολόγιζα απόψε σε σένα νε ! Είμαι μονάχος.
__Δεν μπορώ Άγγελε, αυτή είναι η μοίρα μου. Τον διάλεξα, τον πήρα και τώρα δεν μπορώ να κάνω τίποτε.
__Δεν το ήξερες ότι σε αγαπούσα και σε ήθελα δική μου;
_Δεν μου είχες πει τότε τίποτε, να σε περιμένω.
__Κρίμα !  Ήθελα απόψε να είχα εσένα να αγαπάω…
και η γραμμή έκλεισε απότομα...
Το πρωινό πριν της εννιά κάθε ημέρα η Ανθή, περιποιημένη, χτενισμένη με τον καφέ στο μικρό κομοδίνο, δίπλα στο τηλέφωνο, περίμενε τον χτύπο του, με μια γλυκιά αναμονή όλο αγωνία, θύμησες, νοσταλγία και υπόσχεση.

Άδικα περίμενε, κείνο δεν ξαναχτύπησε…..

B GIRAKAS 15/6/2016

1 σχόλιο:

  1. Μικρές συναισθηματικές στιγμές που ο καθένας μας αναγνωρίζει τον εαυτόν του σε κάποιο στάδιο της ζωή του.

    ΑπάντησηΔιαγραφή