Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2016

ΠΡΟΣ ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ


                                
Στην Άρτεμη


Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου

Το μέρος είναι προέκταση μιας  χαμηλής πλαγιάς  του Μαινάλου. Ένα  ειδυλλιακό  τοπίο, λίγο πάνω απ’ το χωριό μου, τη Μυγδαλιά Γορτυνίας.  Τούτο το μέρος τ’ ανέβαινα συχνά από μικρό παιδί, σαν  τσοπανάκος που ήμουνα, βόσκοντας τα λίγα πρόβατά μας. Άλλοτε πήγαινα στα χωράφια, αργά το απόγιομα το ξέστρωτο γαϊδουράκι ,  καβάλα  μονόκωλα,  για να βοσκήσει την νύχτα.Σ’ αυτές  τις πράσινες πλαγιές  έτυχα  με βροχή να κάθομαι κάτω από τα ψηλά, τουφωτά  πρίνια  κι άλλοτε, με ήλιο και ζέστη, να απολαμβάνω τη δροσιά  κάτω από τον ίσκιο τους.
Απάγκιαζα στις ψηλές μάντρες απ’ του βοριά την φοβέρα και την  κατσιφάρα  που με φόβιζε, όταν θέριευε.   Το χειμώνα το πούσι περόνιαζε το σώμα μου και τ’ αστροπελέκια έπεφταν  με φόρα απειλητικά.  Τα ξέρω καλά αυτά τα μέρη και με χιόνι και με βαριά συννεφιά και με καλοκαιριάτικη  γαλήνη. Όμορφη εικόνα με   φόντο  στο βάθος  τα ψηλά βουνά ,το Χελμό  και τον Ερύμανθο.   Στις ρεματιές, άκουγα που έλεγαν οι γεροντότεροι, κατοικούσαν  εξωτικά,  μούσες και νεράιδες. Δεν συνάντησα τίποτε απ’αυτά. Λίγο πιο πάνω  στο ύψωμα προσκυνούσαν οι παλιότεροι κάποιον Θεό. Στο «Ιερό της Γλανιτσιάς», όπως λέγεται. Εδώ είναι από χρόνια αρχαίος βωμός , με βάσεις κιόνων και μάρμαρα σκόρπια σπασμένα.
Θεριστής! Οι αγράμπελες ανθισμένες. Δυο λόγια μου ήρθαν στα χείλη:Ω! μυρουδιά κι ομορφιά που υπάρχετε απλόχερα στη φύση.
Οδηγούμαι προς τα κει.
Μια  μυστική φωνή με καλούσε  κοντά τους.   Σιάζω κατά πάνου, στον χιλιογδαρμένο από τα πέταλα των ζώων πέτρινο  μονοπάτι. Προς Αγία Παρασκευή.
Στου Μητρόγιαννη , στης  Κουτσοδημητρούς, στου Ζαντέ,   ολόγυρα στου χωριού τις πλαγιές,  αγράμπελες   κάτασπρες ξεπροβάλλουν, αδερφωμένες  μαζί  με τα  ροδισμένα από τον βλαστό τους  πουρνάρια, ξαπλωμένες στις μάντρες, στο χώμα, στις φράχτες. Κάνουν αλώνια , πάνω στο πράσινο φόντο των δέντρων.
Είπα, πως τα ξέρω καλά τούτα τα μέρη και χειμώνα και άνοιξη και καλοκαίρι.  Και  εντυπωσιάζομαι  από  μυριάδες  αλλαγές που γίνονται  σε  κάθε εποχή του χρόνου, σε κάθε ημέρα του χρόνου, σε κάθε  ώρα!
Κοιτάζω γύρω μου έκπληκτος!                                                                                                                                         Σε χαιρετώ αγράμπελη, που στάλαξες γαλήνη και ομορφιά στην ψυχή μου. Που όμοιες δεν   είχα  άλλοτε  γνωρίσει…
Και τραβάω  προς τα πάνω!
Σαν ανέβαινα στο βουνό, έβλεπα, τόπους  τόπους, με  πέπλα κατάλευκα, να ντύνεται  ο χώρος.  Ήταν αγράμπελες που κάνανε τα μάτια να λάμπουν, τα πόδια , απ’ το περπάτημα της ανηφόρας, να αντρειεύουν και οι αισθήσεις να μεθούν από το άρωμά τους που διαχυνόταν γύρω.
__Θα πάω μέχρι πάνω, είπα, απόγευμα ήταν, να ιδώ το καλοκαιρινό θαύμα.  Και σαν πλησίασα, αυτό που είδα, ήταν  απίστευτο,  σχεδόν ήταν  θαύμα!   Δεν θυμόμουν τέτοια ομορφιά. Κάθομαι άφωνος και καμαρώνω το θέαμα.  Η μυρωδιά με καθήλωσε σαν τον άσπρο κρίνο που έδωσε ο  Άγγελος στην  Παρθένο.
Πιο κει, άλλη συστάδα άσπρων ανθέων, μπουκέτα λουλουδιών με ανοιγμένα τα κατάλευκα πέταλά τους, με τους κίτρινους στήμονες  και οι μέλισσες να βυζαίνουν  το απαράμιλλο νέκταρ. Τ’ ασπρολούλουδα αγκάλιαζαν τους κορμούς, τους βλαστούς και τα φύλλα στα πουρνάρια. Κι εγώ  όλο ανέβαινα προς τα πάνω το δρόμο. Κι έβλεπα την αγράμπελη που  συρνόταν  πάνω  από το ένα πουρνάρι στο άλλο . Οι ανθισμένοι βλαστοί ανέβαιναν και κατέβαιναν πάνω κάτω στα πλάγια κι ολόγυρα και έκαναν λουλουδένια αλώνια.
Ο αέρας ανέμιζε την αγράμπελη και κείνη σαν νύφη, χόρευε το χορό του Ησαΐα.  Κι εγώ είχα δρόμο ακόμη.  Όσο ανέβαινα, ακούγονταν κοπάδια, που αμέριμνα απλώνουν στα βοσκοτόπια για το χορτάρι. Κάπου ακούστηκε τα σελάγισμα  του τσοπάνη. Και να, πάλι! Σε ένα ξέφωτο είχε απλώσει τους λεπτούς ανθισμένους κορμούς της  η αγράμπελη και σχημάτιζαν νυφικό  πέπλο με  μια μεγάλη κατάλευκη ουρά.

Βγήκα   ξάγναντα  στο χωριό, μουσκεμένος στον ιδρώτα. Είδα ένα ολοστρόγγυλο όμορφο περίγραμμα, να προβάλει  στον ουρανό.  Ήταν ο τρούλος της εκκλησιάς μας.  Δίπλα το ψηλό καμπαναριό, που τρυπούσε τον ουρανό, έκανε την ψυχή να φτεροκοπά  για τον Θεό.  Ολόγυρα τα σπίτια του χωριού, με το κεραμιδί χρώμα τους. Έχεις την αίσθηση ότι βλέπεις έναν ζωγραφικό πίνακα. Πού και πού ακούγονταν μακρινές φωνές, ξεκαρδίσματα από γέλια και φιγούρες μιας συντροφιάς γυναικών.  Στο πάνω χωριό, ακουγόταν ρυθμικά, τακ τάκ, ένας χτύπος και επαναλαμβανόταν.  Ήταν το ξυλόχτενο του αργαλειού της Γιώτας, που ύφαινε  τα προικιά της κόρης της.     
Και τί δεν βλέπεις από αυτό το ξάγναντο. Όλο το χωριό. Στις πάνω ράχες δυο ζωντανά φορτωμένα  γύριζαν στο χωριό. Προπορεύονταν δυο γίδες και ακολουθούσε ο αφέντης.  Τα σιταροχώραφα στην Κουκούλα, κίτρινα,  θερισμένα με τα δεμάτια  κοντά κοντά στις λάκκες, σαν πρόβατα. Από τις Τρούπες ξανάφαναν  ζώα  φορτωμένα δεμάτια, που  τα πάνε  στα αλώνια. Όπου κοιτάξεις στο χωριό, το μάτι παίζει. Να η κυρά Μαρία τινάζει το κόκκινο απλάδι και ύστερα το έβαλε παράμερα να τινάξει και άλλα ρούχα.   Στα ψηλώματα τα άθερα  στάρια  περιμένουν τους θεριστάδες.  Αλλού οι κοπέλες ακόμη θερίζουν τραγουδώντας.

Πιο πέρα  αγράμπελες μοσκοβολούν και ένας  τζίτζικας ήρθε και κάθισε  στους ανθισμένους κλώνους και με χαρά τραγουδάει.
Τέλος, έμεινα  για λίγο σιωπηλός, σαν είδα απέναντι τα κυπαρίσσια, που έμοιαζαν σαν λαμπάδες που περιμένουν την φλόγα. Δίπλα σταυρούς, πολλούς σταυρούς και μνημεία. Ήταν το νεκροταφείο του Χωριού!
Ψηλά, κοντά στο Ιερό της Γλανιτσιάς, άκουσα , κράπ, κράπ,  περπάτημα ζώων. Ψηλά στον ορίζοντα  φαίνονταν τρείς φιγούρες ανθρώπων και ζώων.  Είναι οι δικοί μας Κένταυροι, σκέφθηκα. Τρείς άνθρωποι καβάλα στα ζώα. Τα δύο με τους αναβάτες τους πήραν τον παλιό δρόμο προς Κερπινή. Το άλλο κατηφόριζε και ήταν γνωστή η ταυτότητα του αναβάτη. Ήταν ο Γιώργης του Τάκη.  Το ζώο με σηκωμένα τ’ αυτιά, πρόσεχε τον πέτρινο δρόμο στην μεγάλη στροφή. Σε λίγο άκουσα γκλάν γκλάν  το κουδούνι και το ζώο όλο και κατηφόριζε. Εκείνος κράταγε μια μαύρη ομπρέλα και ένα δικράνι.



__Τί βλέπεις αυτού;   Με ρώτησε σαν πλησίασε.  Την πατουκλιά;
__Αγράμπελη την λένε. Του απάντησα.
__Το ίδιο είναι. Εμείς πατουκλιά την λέμε. Μοσκοβολάει ο διάολος, σε σβένει η μυρουδιά της. 
__Ωραίο στεφάνι για γάμο γίνεται. Του είπα.
__Μην το κοροϊδεύεις. Μαραίνεται, ειδάλλως θα ήταν το καλύτερο. Έχουν τρυφερά  και ευλύγιστα κλαδιά .  Πανέμορφο φυτό όταν ανθίζει. Στο δρόμο με διπλώνουν οι αγράμπελες ,όπως  θέλεις να τις λέγω, αλλά τις λυπάμαι, να τις κόψω. Είναι τόσο όμορφες!
__Μα παλιά δεν θυμάμαι να υπάρχουν εδώ πολλές αγράμπελες. Του παρατήρησα!
__Λιγόστεψαν τα κοπάδια  που τις έτρωγαν και ολόγυρα το χωριό έχει γεμίσει.
__Το βλέπω, του απάντησα. Και κείνος βάρεσε το ζω του και  κατηφόρισε.
Ο ήλιος χρωμάτιζε απαλά τα κεραμίδια των ψηλών σπιτιών. Σαν γύριζε για την δύση, άφηνε απόσκια στα στενά του δρομάκια. Τράβηξα για λίγο στον ξερόβραχο του Ζαντέ, μονάχος κι αμίλητος, για να ιδώ από άκρη σε άκρη και να καμαρώσω το χωριό.
Τα μάτια μου περιπλανώνται στα σπίτια. Κι ακούω τις φωνές και βλέπω τους λιγοστούς ανθρώπους που  υπάρχουν, γιατί οι περισσότεροι έφυγαν. Κοντά μου πολλές αγράμπελες, άλλες  εδώ κι άλλες εκεί  σαν τ’   αλώνια, λες και  στεφανώνουν το χωριό.
Βγάζω  φωτογραφίες  με τις αγράμπελες μπροστά  και το χωριό στο βάθος.
Η ώρα πέρναγε και η κατακόκκινη σφαίρα χρύσωνε  τις κορφές των βουνών.  Έκοψα μπουμπουκιασμένα κλαδιά, γεμάτα ανθούς  και έφτιαξα ένα στεφάνι. Γυάλιζε σαν κείνο της Βεργίνας, που βρήκανε  στους τάφους. Έκοψα ένα μάτσο λουλούδια, είχαν την ίδια  μοσχοβολιά και το ίδιο μέγεθος.
__Έχε γεια αγράμπελη, είπα. Φεύγω. Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να ξανάρθω.    Εκείνη έκλεισε τα λουλούδια της, να μην φύγει το άρωμα, από την πνοή του αέρα και έγειρε να κοιμηθεί.
Εγώ πήρα το πισάγναρο και κατέβαινα τον κακοτράχαλο δρόμο, με προσοχή .  Μέσα μου σαν  ν’ άκουσα μια φωνή να λέει:
__Σαν δεν φοβάσαι, αδερφέ,  έλα για να μας δεις!
__Εγώ δεν φοβάμαι, είπα, και κίνησα για το κοιμητήρι, που ήταν πιο κάτω, στο δρόμο μου. Από κει ερχότανε η φωνή!
Ακόμα κράταγα στα χέρια ανάλαφρα το πλεγμένο στεφάνι με τ’ αρώματα και τα πάλλευκα χρώματα της αγράμπελης.   Θα πάω, σκέφθηκα, να το προσφέρω,  στα μαρμάρινα μνήματα, εκεί  που κοιμούνται οι νεκροί μας. Στο άλλο χέρι κράταγα ένα μάτσο  ανθούς.   Κόντευα να φτάσω και όσο κατέβαινα, φύσαγε δροσερό αεράκι και γλυκοσάλευαν οι κορφές των κυπαρισσιών και των δέντρων. Τα πουλιά κελαηδούσαν στη ρεματιά του Μητρόγιαννη.  Μυστικά συνεννοούντο να πάνε για ύπνο.

Ένας κότσυφας φτερούγισε στην κορυφή μιας αχλάδας. Κοίταγε προς το κοιμητήρι  και το ‘λεγε, λες κι ήθελε  να ειδοποιήσει τους κοιμισμένους συγχωριανούς ότι θα πάω εκεί. Ελαφρός ψίθυρος των δέντρων ακούγεται.   Θα είναι τα πνεύματα των δικών μας  ανθρώπων, υπέθεσα!
Έφτασα επί τέλους, κατακόκκινος, κάπως ανήσυχος  και ξεστράτισα στο μικρό με σκαλιά πέτρινα δρομάκι. Ακούμπησα το στεφάνι με ευλάβεια στο Ηρώο των απανταχού θανόντων Μυγδαλιωτών, για να τιμήσω όλους τους νεκρούς. Ύστερα ανέβηκα  την πέτρινη σκάλα και μπήκα μέσα στο κοιμητήρι.                                                                                                                      Μου φάνηκε πως είδα μια  σύναξη!
Δυο σειρές νέων ανθρώπων, γυναίκες μπροστά άνδρες πιο πίσω, άπλωναν τα χέρια και έπαιρναν τα λουλούδια της αγράμπελης που μοίραζα, μέχρι που τέλειωσαν. Οι γέροι πιο πάνω περίμεναν! Σαν να ακούω το μυστικό κουβεντολόι τους.
Σουρούπωσε τα χέρια μου τρέμανε, η ψυχή μου φτερούγιζε.   Καληνύχτισα μια συντροφιά χωριανών που κουβέντιαζαν,  για να περάσει το βράδυ.
__Να έρθεις πάλι με ανθισμένες αγράμπελες, μου είπαν! Δεν πήραμε όλοι!
Η φωνή μιας κουκουβάγιας ακούστηκε στο ψηλό κυπαρίσσι, που παράστεκε κείνο το βράδυ τους τάφους. Απορροφημένος στο όνειρό μου, μόλις άκουσα μια γνωστή γυναικεία φωνή να μου λέει:

 Σ’ ευχαριστούμε που ήρθες! Μα μην αργείς άλλο, νυχτώνει, δεν είσαι για δω! Πρέπει να φύγεις!

Κι εγώ έφυγα!

B GIRAKAS   20/6/2015

3 σχόλια:

  1. Το πρόβλημά μου είναι αν πρέπει να κρατήσω το αίσθημα που απορρέει από την ωραία και μυρωδάτη περιγραφή της ανθισμένης φύσης ή την προσφορά του μπουκέτου στα σεβαστά μάρμαρα και τα δρώμενα εκεί. Ξεκινάς την ανάγνωση με αίσθημα ικανοποίησης και καταλήγεις με περισυλλογή.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πρωτότυπες φωτογραφίες για το χωριό. Όμορφες και γραφικές.
    Απ' αυτή την οπτική πλευρά το χωριό φαίνεται πανέμορφο!
    Επιτυχία του φωτογράφου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή