Σάββατο, 21 Μαΐου 2016

Η ΠΝΕΥΜΟΝΙΑ




Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου
Έτσι ήρθε , νύχτα «καβάλα σε άσπρο άλογο» και κανένας δεν πήρε είδηση πώς φούντωσε.
Στο χωριό είχαμε, λέει, και το πρώτο θύμα. Το είπαν στο νοσοκομείο: Από πνευμονία αρρώστησε  η θεια Βασίλω.
Ορισμένοι κοροϊδεύανε αυτούς που παίρνανε προφυλάξεις.  Ο Γιάννης, φοβητσιάρης όπως ήταν, πήρε τα υπάρχοντά του, τις κότες και τα πρόβατά του με την γυναίκα του και σκαπέτησε στου Μπουλιμέτη.
Ο Γούνης είχε τρία βράδια να έρθει στο καφενείο. Ήταν ετοιμόγεννα τα ζωντανά του, δικαιολογήθηκε.


Και άλλοι έλεγαν πως έχουν σοβαρές δουλειές και δεν έβγαιναν έξω.
Λόγια… λόγια, φίλοι μου. Πέσαμε σε φοβητσιάρηδες, μην αρρωστήσουν. Τρείς μείναμε και δεν πολυσυμμεριζόμαστε την αυστηρή διαταγή του γιατρού:
Όχι συγκέντρωση πέραν των δυο ατόμων. Οι τρείς είναι πολλοί και το κακό δεν αργεί, έλεγε ο γιατρός.
Στην αρχή έσμιγα εγώ με τον Μάγκα και όταν έβλεπα εκεί κοντά τον Ηλία, άφηνα τον Μάγκα και πήγαινα στον Ηλία. Μα και ο Ηλίας, όταν ήθελε το Μάγκα, άφηνε πιο πέρα εμένα και πήγαινε κοντά στον Μάγκα.  
Ο Μάγκας ήταν υπάκουος στις οδηγίες του γιατρού, φόραγε και μια μάσκα .
__ Όχι και οι τρείς μαζί,  έλεγε.
Έτσι είχαμε τέλεια συνεννόηση και    αντιμετωπίζαμε το κακό με την πνευμονία που θα θέριζε το χωριό.
Ο Μάγκας, όπως έλεγε αργότερα, βαρέθηκε την μάσκα που φόραγε, γέλασε με τα καμώματά μας ,  την πέταξε από τα μούτρα του  και είπε σοβαρά σοβαρά, πως δεν πιστεύει σ’ αυτές τις ανοησίες των γιατρών.
Και μάλιστα οσμίστηκε με την μύτη του και απεφάνθη!
__Εγώ γνωρίζω από αρρώστιες. Δεν κυκλοφορεί πνευμονία.
Εγώ πρώτος τον πίστεψα και ύστερα ο Ηλίας. Παραμύθια της Χαλιμάς και των γιατρών είναι  και συμφωνήσαμε να κάτσουμε να πιούμε μαζί δυο ποτήρια κρασί.
Σε δυο μέρες θα ερχότανε στο χωριό γιατρός να εξετάσει αν υπάρχουν κρούσματα πνευμονίας.
Παραμονή το βράδυ, πριν έρθει ο γιατρός, οι τρείς μας τσουγκρίσαμε πολλές φορές τα ποτήρια. Κάναμε τον παλληκαρά, κοροϊδεύοντας την επιδημία. Υποστηρίζαμε πως όλα ήταν επινόηση των γιατρών για να γράφουν με το αζημίωτο φάρμακα.
Κείνο το βράδυ έλεγε ο Ηλίας: Ας πιούμε δυο ποτηράκια ακόμη δεν παθαίνουμε τίποτε. Αυτοί που φοβούνται παθαίνουν.
Πέρασε η ώρα και είμαστε  κεφάτοι, ροδοκόκκινοι και αναμμένοι από το κρασί. Δεν πρόλαβε ο Ηλίας να σηκωθεί και έφερε το χέρι του στο κούτελο.
__Οχ! Οχ! Οχ! Φώναξε. Νάτα μας!  Μάς επισκέφθηκε.
Το κεφάλι του έκαιγε, η κοιλιά του γουργούριζε και το στομάχι του τον ανακάτωνε.
__Μην κάνεις έτσι Ηλία, τον καθησύχασα.  Η μύτη του Μάγκα δεν προδίδει πνευμονία.
Από εδεκεί που χωρίσαμε ο Ηλίας τράβηξε τον δικό του δρόμο κι εγώ με τον Μάγκα τον δικόν μας δρόμο,  μιας και τα σπίτια μας ήταν κοντά.
Μέχρι εδώ ήταν! Εκεί που ο Μάγκας κορόιδευε την αρρώστια, τώρα έβαζε κι εκείνος το χέρι του στα μάγουλα που ήταν ζεστά, μέτραγε τους χτύπους της καρδιάς του και τα πόδια του δεν τον κρατούσαν.  Έτρεμε και  έτρεχε γρήγορα για το σπίτι .
__Γιατί τρέχεις; τον ρώτησα.
__Την πάθαμε, μου είπε! Πρέπει να αλειφτώ  γρήγορα με ξύδι που είναι αντίδοτο.
__Το ξύδι  το 1950 το  χρησιμοποιούσαν για φάρμακο,  που δεν είχαν γιατρούς.
__Και τώρα αποτελεσματικό φάρμακο αυτό είναι, μου είπε και χωρίσαμε.
Άρχισα κι εγώ να φοβάμαι. Το κορμί μου είχε ιδρώσει και σκεπτόμουν την άλλη ημέρα το πρωί να πάω πρώτος στον γιατρό.
Όλη νύχτα και οι τρείς, καθώς φαίνεται, δεν κλείσαμε μάτι .
Το πρωί δίπλα δίπλα και οι τρεις μισή ώρα κουβεντιάζαμε χνώτο με χνώτο.
__Το κούτελό μου, έλεγε ο Ηλίας, από χθες το βράδυ είναι ζεστό.        Και κάθε λίγο έβαζε το χέρι του εκεί.
Ο Μάγκας έσφιγγε με το χέρι του το  μπράτσο του άλλου χεριού να του φύγει η έγνοια της αρρώστιας. Κι εγώ ήμουν αμήχανος  και τρομαγμένος.
Σηκώθηκε όρθιος ο Ηλίας και κοιτάζοντάς μας μάς είπε:
__Ο γιατρός δεν ξέρει περισσότερα από εμάς. Θα μας πάρει τα λεφτά, θα ξοδευτούμε και το κακό, αν έχει να έρθει ,θα έρθει. Πάμε να φύγουμε.
__Δεν είσαι στα καλά σου, του απάντησα και κρύος ιδρώτας έτρεχε από πάνω μου. Ο Μάγκας ένιωθε ενόχληση στο στομάχι και ψαχνότανε εδώ, ψαχνότανε από κει, πού πονάει περισσότερο να το ειπεί στο γιατρό.
Άρχισε να κάνει το ίδιο και ο Ηλίας και σε ερώτησή μου, τι πιστεύει για την πνευμονία, απάντησε:

__Μου φαίνεται πως μας κόπιασε  και το χειρότερο για μένα είναι ότι θα  χάσω την φασολάδα για σήμερα. Είναι αντίθετη της αρρώστιας και θα την απαγορέψει ο γιατρός.
Δεν πρόλαβε να αποτελειώσει τα λόγια του και ο δυνατός πόνος στην κοιλιά τον ανάγκασε να διπλωθεί στα δύο και κυλίστηκε για λίγο στο χαλί. Εγώ, παρ’ όλον ότι δεν είχα τέτοια συμπτώματα, χτύπαγαν τα δόντια μου και έτριβα το στομάχι μου.
Ο Μάγκας σαν έβλεπε τον φίλο του να βογκάει, γύρισε τα μούτρα του στο ταβάνι και φώναξε!
__Είναι δυνατόν, Θεέ μου, να κατατρέχεις αυτόν τον καλό άνθρωπο;
Με τα χάλια μας  και χωρίς να πονάω,  φώναξα!
Οχ! Το κεφάλι μου, οχ η κοιλιά μου, πονάω και γύρισα προς τους φίλους μου: Πάνω στο άνθος των γερατειών μας έμελε να έρθει;
Και εκεί που ήμουν σοβαρός με έπιασαν νευρικά γέλια.
Ο Μάγκας δεν έχασε καιρό.
__Εδώ κινδυνεύουμε, ηλίθιος είσαι και γελάς;  Και όταν τέλειωσε αυτή του την κουβέντα ξέσπασα με  καινούργια γέλια . Γύρισα προς το μέρος του και του είπα:
__Τουλάχιστον να πάω γελώντας.
Κείνη την ώρα φέρανε την Τούλα κρατώντας που παραμιλούσε και την Μαρία που μόλις κρατιόνταν στα πόδια της.
Εδεκεί με την Μαρία ξύπνησα από το όνειρο, ψάχτηκα να ιδώ τι συμβαίνει  και χάρηκα που είδα τον εαυτόν μου χωρίς πόνο. Δόξα τω Θεώ είπα δεν έπαθα τίποτε.
Το πρωί 19.5.2016 αναζήτησα τους φίλους μου Ηλία και Μάγκα στο καφενείο  και παραγγείλαμε καφέ!

B GIRAKAS 21.5.2016




2 σχόλια:

  1. καλα τι να παθετε ρε με τα εμβολια που κανετε

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καμαρώνω τους τρεις φίλους με τα ωραία τους και κυρίως με την ειλικρινή τους φιλία. Ονειρευτείτε, διασκεδάστε, γελάστε, δώστε ζωή και χρώμα στο Χωριό.

    ΑπάντησηΔιαγραφή