Κυριακή 1 Μαΐου 2016

ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ Τ’ ΑΓΙΩΡΓΙΟΥ




 Στη θεια-Λένη  μου  του Τασιουκλή

Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου
Χειμώνας  ακόμη και λογαριάζαμε τον κάθε  μήνα,  την κάθε βδομάδα, την κάθε ημέρα που πέρναγε, ώσπου να  ‘ρθει  του  Αγιωργιού.

Ήταν μια ξεχωριστή ημέρα. Ήταν μια γιορτή για τους Γιώργηδες, για τον Αγιώργη μας στον Παλιόπυργο, για όλο το χωριό μας.  Φέτος ήταν ζωντανή η άνοιξη, με την πράσινη φορεσιά, τις κατακόκκινες  παπαρούνες ,τις κάτασπρες μαργαρίτες και τα μπουμπουκιασμένα χαμομήλια της.

Είκοσι μέρες από  πριν σχεδιαζόταν στο μυαλό μας το πανηγύρι. Ο καθένας κι ένα όνειρο

Πόσα σχέδια και στοχασμοί γεννιόσανται στο νου της μεγαλοκοπέλας που τα χρόνια της πέρασαν!  Μέσα της έχει μια δειλή φλόγα, έχει αγωνία, περιμένει! Θα την καλέσει στο χορό το παλικάρι  που χρόνια το αγαπά; Να μην πάει άλλος χρόνος χαμένος!

 Πόσες φανταστικές κατακτήσεις ζωγραφίζονταν  στα ανήσυχα μάτια των νέων! Εδώ θα μπορούσαν να συναντηθούν με τις νέες που αγαπούν και να γίνει το όνειρο πραγματικότητα.

Και τα παιδιά με πόση λαχτάρα και ευχαρίστηση περιεργαζόμαστε τις λίγες και φτωχές για σήμερα παράγκες των εμπόρων για κανένα παιγνίδι, για καμιά σφυρίχτρα, για κανένα καψούλι κρότου, για καμιά καραμέλα!.. Ο κάθε χωριανός στον Αγιώργη ένοιωθε πως κάτι είναι. Κορδωνότανε και καμάρωνε «σαν γύφτικο σκεπάρνι».


Όλα είχαν τη δική τους χάρη:

Η ετοιμασία για το πανηγύρι, ο πηγαιμός από τους  κακοτράχαλους δρόμους και τα μονοπάτια, ο χτύπος  του σήμαντρου, της καμπάνας, η λειτουργία, το σχόλασμα της εκκλησιάς, το πανηγύρι κι ο χορός, η επίσκεψη στα συγγενικά και φιλικά καλύβια του Παλιόπυργου και αυτός ο ανηφορικός δρόμος  του γυρισμού στο χωριό!...Όλα γλυκές θύμησες!..

Από πού ν’ αρχίσω;  Από τα συναισθήματα της χαράς και της λαχτάρας, από την άνοιξη που ήταν στην κορύφωσή της , από την φιλοξενία των αγαπημένων, άγιων ανθρώπων του Παλιόπυργου, από τις εικόνες του κεφιού στο πανηγύρι; Στο μυαλό μου έρχεται η σφυρίχτρα που φτιάχναμε με τον ξεβλαστωμένο κορμό του κριθαριού, οι καραμούτζες που πούλαγαν οι μαγαζάτορες, οι γυρολόγοι. Η κομπανία των μουσικών με το βιολί, το λαούτο και το κλαρίνο, που ζωντάνευαν το πανηγύρι στο μεγάλο προαύλιο  χώρου του Αγιωργιού. Αλήθεια πόσο νοσταλγική μου έρχεται στη μνήμη μου η μακρινή εκείνη όμορφη γιορτή!..
Παραμονή  Αϊ- Γιώργη.  Απόγευμα.  Γλυκός καιρός. Η μάνα μου είχε ανάψει φωτιά στην αυλή και το τσουκάλι,  γεμάτο νερό,  έβραζε.

Άδειασε το μισό στη σκάφη κι τ’ ανακάτεψε με κρύο νερό του λεβετιού,  πιασμένο από το στάλακα.

__Έλα δω! μου φώναξε, να σε πλύνω, αύριο θα πας στον Αγιώργη, να είσαι  καθαρός.

Μ ’έβαλε στα σκέλια της, έριξε νερό στο κεφάλι μου κι έκανε μπόλικη σαπουνάδα. «Κλείσε τα μάτια σου, φώναζε, μη στραβωθείς». Με τα δάχτυλά της έξυνε το κεφάλι μου. Έπειτα μ’ έβαλε στη σκάφη κι έβρεξε τα πόδια μου. « Κάτσε λίγη ώρα, μου είπε, ν’ απαλύνουν οι σγάρτσες για να βγούν».  Το ίδιο έκανε και για τα υπόλοιπα αδέρφια μου. Πάλευε μέχρι που της έβγαινε η ψυχούλα της ανάποδα.

 Ο Παλιόπυργος ήταν συνοικισμός με 30-35 σπιτοκάλυβα, μακριά από το χωριό περισσότερο από μια ώρα. Για να πας εκεί, ο στενός πολύστροφος δρόμος με φυτρωμένες και σπαρμένες παντού πέτρες ήταν δύσβατος και κατηφορικός.

Εκεί, μια φορά το χρόνο, περιμένανε οι φαμελιές να λειτουργηθούν, να μεταλάβουν και να πάρουν αντίδωρο απ’ του παπά το χέρι κι ευλογημένο απ τον δικό τους Άγιο.

Μέρες πριν ετοιμάζονταν να καλοδεχτούν και τους δικούς τους από τα ξένα κι εμάς από το χωριό που θα πηγαίναμε κοντά τους, να γιορτάσουμε μαζί.

Οι γυναίκες είχαν πλύνει τα πατώματα, {όσες  είχαν} σκούπισαν τις αυλές, ασβέστωσαν ολοτρόγυρα τους τοίχους και τις μάντρες.

Επάνω στα φρεσκοπλυμένα τραπέζια με τα καθαρά τραπεζομάντιλα είχαν ακουμπήσει γλυκά, δίπλες, κουραμπιέδες.

Την παραμονή όλα τα σπίτια είχαν σφάξει αρνιά, κατσίκια , γίδια και τα ‘χαν κρεμασμένα στα τσιγγέλια να στραγγίξουν. Θα πρόσφεραν το μεσημέρι γιορταστικό γεύμα στους πανηγυριώτες και σε όσους βρίσκονταν  εκεί.

Στο τραπέζι θα υπήρχαν και άλλα καλούδια. Γιοργούτι , φρέσκο τυρί και μυντζήθρα, η πατροπαράδοτη γαλόπιτα και η μοσχοβολημένη χορτόπιτα με καυκαλήθρες και μυρώνια.



Ξημέρωνε τ’ Αγιωργιού. Ο παπα- Πάνος  με τον επίτροπο, που ήταν και ψάλτης, μπονώρα ετοίμασαν  τα μουλάρια τους και υπολόγιζαν με το βάρεμα του ήλιου   να φτάσουν  στον    Αγιώργη.

__Δήμο, δεν πας πιο πάνω να φωνάξεις και του παιδιού , να ‘ρθει μαζί μας να ψάλει;

__Θα ’ χει ξυπνήσει Παπά;

__Δεν θα  κοιμήθηκε καθόλου ο Χρίστος.

__Παπά, του τάξαμε χθες να πάμε όλοι μαζί στον Αγιώργη. Πηγαίνω να του φωνάξω.

Σε λίγο έφθασε και ο Τζιρακοχρίστος, ψάλτης με γλυκιά φωνή, διαβασμένος με νότες Βυζαντινής μουσικής. Είπε καλημέρα στον παπά και ξεκίνησαν για τον Αγιώργη.

__Πώς κοιμήθηκες απόψε Χρίστο;

__Καλά Παππούλη, πολύ καλά.

__Σε θέλω ντούρο, δυνατόν σήμερα που θα έχουμε και ξένον κόσμο.

  Και ξεκίνησαν για τον Άγιο πρώτοι.

Πίσω ακολουθούσαν παρέες- παρέες που από το βράδυ είχαν συνεννοηθεί  να πάνε μαζί στο πανηγύρι. Άλλοι καβάλα στα γαϊδουράκια, άλλοι με τα πόδια , με τα μουλάρια , με τ’ άλογα. Τα σαμάρια  και οι σέλες  ήταν στολισμένα με κιλίμια, με κεντητά απλάδια, με δισάκια χρωματιστά και τράστα που είχαν μέσα τρόφιμα και καμιά   τσίτσα κρασί.

Η ημέρα είχε πάρει για τα καλά και έβλεπες, από τα Δυο Ρέματα, του Λόλη και τη Σκάλα, τους πανηγυριώτες , το παιδομάνι, καβάλα και περπατώντας, με τις πολύχρωμες φορεσιές, να τραβούν  με φωνές, με χαρές, με αστεία, για τον Αγιώργη.

Μα κι από τον Αγιολιά, τον Μπρασιά, τα Σύμπαινα, τη Σκοτίνα και τις παλιότεντες  τον κατήφορο ο δρόμος ήταν γεμάτος  ανθρώπους και ζώα που πήγαιναν στο πανηγύρι.

Άκουγες τα γκαρίσματα των γαϊδουριών, τα χλιμιτρίσματα των  αλόγων και το βέλασμα των αρνιών, που τα πήγαιναν τάμα στον Άγιο. Ανάκατοι ήχοι αλλά ευχάριστο άκουσμα!



Άνοιξη!  Χίλιες εικόνες το λεφτό. Μια εικόνα, χίλιες λέξεις!. Στροφές πολλές στον πέτρινο δρόμο, πράσινο τοπίο, ανθισμένη φύση, κελαηδήματα πουλιών,

Έτσι μπήκε  ο παπάς με την παρέα του στον Παλιόπυργο. Συγχρόνως από τον άλλο δρόμο, το μπουντρούμι, έμπαιναν οι άλλοι προσκυνητές. Στρατιές ολόκληρες, λες και έκαναν  προσπάθεια  να καταλάβουν το Κάστρο. Γιουρούσι απ’ όλες τις μεριές για τον Αγιώργη!.

Τα βουνά ζωσμένα μ’ ανθρώπους  που κατευθύνονταν προς τον Άγιο! 

Μετά από κόπο έφτασαν στον προαύλιο χώρο. Πρώτος κατέβηκε από το μουλάρι ο παπάς.

Τρείς γριούλες έτρεξαν να φιλήσουν το χέρι του, μόλις πλησίασε  στην πόρτα του Άγιου και πρώτες με τρεμάμενα πόδια θέλησαν να βάλουν το κεράκι τους. Ποιος ξέρει, του χρόνου θα ζουν;

__Εδώ κοιμήθηκες, Σταθούλα; Ρώτησε την μια από τις τρείς ο παπα-Πάνος.

__Παππούλη, σε περιμέναμε. Μια φορά το χρόνο  γιορτάζει ο Αγιώργης μας,  πρέπει να τον τιμάμε..

Έδεσαν τα ζα σε ένα ίσιωμα, τους έριξαν σανό και μπήκαν στην εκκλησία και οι  ψάλτες, να ξεκινήσουν τη λειτουργία.

Σε λίγο ο παπάς έβαλε το «Ευλογητός……»

Οι άλλοι προσκυνητές, που έφταναν,  έδεναν  κι αυτοί τα ζα τους, στις άκρες του μεγάλου χώρο για ασφάλεια κι έκαναν ομάδες-ομάδες .  Φωνές , χαιρετούρες, ευχές, γέλια , χαρούμενα πρόσωπα, πειράγματα. Δεν γνώριζε το σκυλί τον αφέντη του. Μετά έμπαιναν ευλαβικά στην εκκλησιά να προσκυνήσουν.

Στον κάμπο  τον ανήφορο στην ακροποταμιά,  από την μια πλευρά και την άλλη του ποταμιού,  ανέβαιναν ζα και ανθρώποι. Ήταν οι Γεφυριώτες,  Περαμερίσιοι, από το Μπουλιμέτι, τον Κούφιο και τα διπλανά χωριά. Άκουσαν το χτύπημα της δεύτερης καμπάνας και βιάζονταν  να προφτάσουν να βάλουν κερί και να λειτουργηθούν.

Από τη βιασύνη τους στον πόρο που πέρναγαν το ποτάμι, ο γέρο Καράμπελας έχασε στο νερό το τσαρούχι του.Δεν τον πείραξε καθόλου!

__Και τι μ’ αυτό; έλεγε. Θα βρω άλλο στα καλύβια.

 Φτάνοντας στον Παλιόπυργο βολεύτηκε από τον γέρο Φωτιά. Δύο Τσίλικα άλογα και ένα Ντορί ξανάφαναν  στις Παλιότεντες, αγνάντιο στον Παλιόπυργο. Τα πέταλα τρίβανε τις πέτρες του δρόμου με θόρυβο και τα χριγκινέλια και τα κουδουνάκια από τις χανάκες χάλαγαν τον κόσμο. Το μάτι μας έπεσε  καρσί απάνω τους να ιδούμε από κοντά τους μουστακαλήδες καβαλάρηδες , όταν ξεπέζεψαν στον Αγιώργη.

Ήταν προσκυνητές από την Κατσουλιά,  έτσι ακούστηκε.



Μπαίνοντας οι πανηγυριώτες στον Παλιόπυργο, ανάμεσά τους κι εγώ,  οι νοικοκυρές από τις αυλές, από τους δρόμους μάς καλημέριζαν και μας καλοδέχονταν. Μας προσκαλούσαν στο σπίτι τους μετά την εκκλησία.

__Μάτι, να περάσεις από το σπίτι.

 Ήταν δεν ήταν συγγενής.  Η γιορτή δεν ήταν του Αγιώργη και των Γιώργηδων μόνο,  ήταν γιορτή όλων των Παλιοπυργήσιων , όλων των πανηγυριωτών.

Το κάλεσμα και το πέρασμα από το σπίτι, είχε το σκοπό του:  Να φας , να πιείς, να μιλήσεις, ν’ ανταλλάξεις ευχές, να δώσεις και να στείλεις χαιρετίσματα.

Θεέ μου, τι αγάπη!  Τι έγιναν αυτοί οι άνθρωποι;



Ο μεγάλος χώρος του Αγιώργη γεμάτος κόσμο μέχρι πίσω τα πανύψηλα, αιωνόβια πρίνια. Μπαίνουν στην εκκλησία, σταυροκοποιούνται, βάζουν το κερί στο μανουάλι,  κάθονται λίγο  και ξανά βγαίνουν έξω.  Η εκκλησίτσα χωράει 50-60 νομάτους  και πρέπει όλοι να περάσουν μέσα να προσκυνήσουν ευλαβικά τον Άγιο. Γριες γυναίκες γονατίζουν στα κεντητά απλάδια, πάνω από τις πέτρινες πλάκες του δαπέδου και προσεύχονται με γονυκλισίες και μετάνοιες. Γεμίζουν το μικρό χώρο του ξωκλησιού με τις μαύρες ράχες τους και τα μαντήλια του κεφαλιού τους. Η λειτουργία καλά κρατάει. Δυο γιαγιάδες μπαίνουν στην εκκλησιά αγκαλιά με τα εγγονάκια τους που κλαίνε ασταμάτητα.

 Όλο το εκκλησίασμα έστρεψε προς τα κει την προσοχή τους. Περίμεναν «τάξιμο» στον Άγιο, μέρα που είναι. Μεγάλη η Χάρη του!.  Έβαλαν κερί, ασπάστηκαν το εικόνισμα και με δυσκολία από την πολυκοσμία κατευθύνθηκαν μπροστά στην εικόνα του Αγιώργη. Μπροστά η γριά Τελού και πίσω η Ποταγίνα. Άφησαν τα δυο μωρά φασκιωμένα χάμω μπροστά στην εικόνα του Αγίου. Κείνα, σπαρταριστά στο κλάμα, σήκωναν και κούναγαν τα τρυφερά τους χεράκια σε ακανόνιστες θέσεις , σαν να ζητούσαν βοήθεια…

Ένα κύμα ανθρώπων όρμησε να πιάσουν τα  μωρά!. Άλλος πέταξε το καπέλο του να ακουμπήσει το μωρό, άλλη το μαντήλι της και άλλοι , που ήταν πιο κοντά άπλωσαν τα χέρια κι ακούμπησαν τα μωρά. Το μικρό αγοράκι της Τελούς πρόλαβε και το πήρε στα χέρια του ο Ντοκοπανάγος. Αυτός θα ήταν κι ο  νουνός! Το άλλο της Ποταγίνας, που ήταν κοριτσάκι, δυο ζευγάρια χέρια το διεκδικούσαν να το πάρουν στην αγκαλιά τους. Σκουφιά πεσμένα τριγύρο του πολλά!

--Ευλογημένοι, ηρεμήστε, τους φώναξε ο παπα-Πάνος, βλέποντας τη διεκδίκηση του παιδιού και ακούγοντας το γοερό κλάμα του. «Μη τραβάτε το τσιουπί, έτσι θα το ξεχεριάσετε.»

--Το ΄πιασα πρώτα εγώ παπούλη, φώναξε ο Λιακοθόδωρος. Ο Μπουρνόβας μετά το ακούμπησε.

--Συνεννοηθείτε να το βαφτίσετε μαζί, να γίνετε και συγγενείς, γιατί σε τέτοια ούλο μαλώνετε εσείς. Όπως και έγινε.

--Θεια-Ποταγίνα, τους καλύτερους κουμπάρους έκαμες. Καλά που δεν το ‘πιασε η Χοντρογιαννούλα το τσιουπί να πάρει από δαύτηνε!

Την πλησίασαν οι κουμπάροι με το μωρό στα χέρια.

--Κουμπάρα να μας ζήσει. Βοήθειά του ο Άγιος, να ζήσει να το χαιρόμαστε και σιδερένιο από κάθε αρρώστια και βάσανα. Κι έβαλαν το κατιτί στον κόρφο του μωρού γι’ ασήμωμα. Σχεδόν τις ίδιες ευχές έλεγε  κι ο άλλος κουμπάρος, μέχρι που ακούστηκε η φωνή του παπά:

--Για ησυχάστε τώρα να συνεχίσουμε τη λειτουργία:

 «Ως των αιχμαλώτων ελευθερωτής……..» ξεκίνησαν οι ψάλτες το απολυτίκιο του Αγίου.





Στ’ απόμακρα μέρη του χώρου της εκκλησίας ακούγονται τα κουδούνια των ζώων, που είναι δεμένα από τα καπίστρια, σκυλιά γαυγίζουν  και τα τάματα  στον Άγιο,  αρνιά και κατσίκια, βελάζουν.

Πίσω από το ξωκλήσι  του Αϊ-Γιώργη, τριάντα μέτρα αλάργα, ένα κομμάτι από το τείχος του κάστρου προεξέχει αγέραστο από τα χρόνια της Φραγκοκρατίας….

Τέλειωσε η εκκλησία. Χαιρετούρες στους Γιώργηδες, ευχές, φιλιά, αγκαλιές σ’ όλο το προαύλιο.  Όταν καταλαγιάζουν και οι ευχές παίρνουν τέλος, γίνονται μικρές βόλτες προς το κάστρο,  αγνάντιο στον κάμπο, αγνάντιο στο Λάδωνα να απολαύσει την ομορφιά το μάτι.

Τα όργανα άρχισαν  κι ο χορός ξεκινάει. Ο Γιώργης πρώτος θα χορέψει τη μια του αδερφή,  τη μεγαλύτερη, που έχει σειρά και για γάμο, την άλλη ύστερα και τις ξαδέρφες στη συνέχεια.

__Γιώργο, ακούει εμπιστευτικά στο αυτί του μια φωνή, ο πατέρας σου «κάνει στα μάτια» , θέλει χορό. Πάρτονε μέσα.

Έβαλε και το γέρο πατέρα του μπροστά να χορέψει. Με την φούρλα που έκανε και το χτύπημα της φτέρνας, του ‘πεσε η καινούργια τραγιάσκα. Ο ξάδερφός του που καθόταν όξω από το χορό τον πείραξε:  « Γέρο, σου ‘πεσε, δεν είσαι για τέτοια».

 Ο γέρος ετοιμόλογος απάντησε: «Του χρόνου δεν θα μου… πέσει πάλε, θα γίνω νέος».

Στο τέλος ήρθε και η σειρά του Γιώργη. Ξαναμμένος, θα βγάλει το σακάκι του και, με μελετημένες κινήσεις, θα  χορέψει το τραγούδι που ζήτησε με μαστοριά, με τέχνη.

Θέλει να ξεχωρίσει από τους άλλους. Τι γίνεται μες την καρδιά του, κανένας δεν ξέρει.

Ξέχωρα από  κείνα τα πενηντάρικα που έριξε στα  όργανα όταν χόρευαν οι δικοί του, θα κολλήσει ένα ολόκληρο κατοστάρικο στο κούτελο του βιολιτζή.

Το χορό κερνάνε με κρασί οι συγγενείς και οι φίλοι. Με την ίδια κούπα πίνουν όλοι οι χορευτές και από το ίδιο κανάτι και χαιρετούν.

Κάποιες κοπέλες γύρω από το χορό συλλογισμένες περιμένουν με αγωνία να τις καλέσει, κάποιος που έχουν βάλει στο μάτι,  για χορό.

Όλος ο τόπος απ’ το πρωί βουίζει, από χαρούμενες φωνές, από την ψαλμωδία, το χτύπημα της καμπάνας , τα κελαηδήματα των πουλιών, τα τραγούδια και την μουσική των οργάνων.

Ο τόπος μοσκοβολά άνοιξη και η άνοιξη μας καλεί να χαρούμε, να γιορτάσουμε τον Αγιώργη.

Ο κόσμος πολύς. Ο χορός σε ένα μεγάλο κύκλο δεν καλύπτει τη ανάγκη των πανηγυριωτών, που θέλουν να χορέψουν και να ξεσπάσουν. Φτιάνουν και δεύτερο κύκλο χορού. Δύο κύκλοι ο ένας μέσα στον άλλον κινούνται ρυθμικά, με χάρη, με μαεστρία με κέφι.

Μα και οι άλλοι, που είναι απέξω, χτυπούν ρυθμικά τα χέρια και τα πόδια τους ενώ το κορμί τους  λικνίζεται   δεξιά και αριστερά. Είναι η  τέλεια αποθέωση.

--Λαδή, Μακρή, δε ρίχνει φράγκο κανένας μισή ώρα τώρα. Χορεύουν όλοι μαζί. Σταμάτα το κλαρίνο λίγο. Τζιάπα θα χορεύουν;

--Βάρα χάμω να χορέψει ο κόσμος, Γληγόρη! Πανηγύρι έχουμε,

να ευχαριστηθούν. Καλά λεφτά πήραμε.

Θα μαζέψουμε και στο χωριό το βράδυ.

--Λαδή, Μακρή, άμα χορτάσουν χορό τώρα, ποιος θα χορέψει το βράδυ;

--Μακρή, σα να ‘χει δίκιο ο Γληγόρης, μπόρεσε να συμπληρώσει ο Ντρούλιας.

Όλο το πρωϊνό μοιράστηκαν λαχνοί στον κόσμο του πανηγυριού. Ήρθε η ώρα να κληρωθούν τ’ αρνιά και τα κατσίκια που ήταν τάμα των τσοπαναραίων, να πιάσει ο Άγιος λεφτά, να του φτιάξουν καινούργια σκεπή. Θα κληρωθούν και οχτώ κουλούρες κεντημένες και στολισμένες με ζαχαράτα και πολλά καλούδια.

Δέκα νέοι, που το λέει η ψυχούλα τους, έχουν πάει  στ’ αμπέλια. Θα πάρουν μέρος στο τρέξιμο. Οι τρείς  που θα ‘ρθουν πρώτοι στο αγκωνάρι της εκκλησιάς θα είναι οι νικητές.

Ο πρώτος για έπαθλο θα πάρει το λάγιο αρνί και οι δύο άλλοι από  μια κουλούρα.

Ο κόσμος με λαχτάρα περιμένει  τους νικητές  του αγώνα δρόμου ….. Αίφνης! Φωνές παιδιών ακούστηκαν:

__Έρχονται!  Έρχονται!...

Πρώτος ξανάφανε ο Κώστας ο Ντελήμανος, γελαστός, με το χέρι σηκωμένο ψηλά χαιρετώντας το πλήθος που χειροκρόταγε ασταμάτητα.

Δεύτερος ακολουθούσε ο Παμεινώντας της Κίτσιαινας, που προσπαθούσε να πλησιάσει τον πρώτον και τρίτος κατάκοπος παραπατώντας ερχόταν ο Βασίλης ο Κόλλιας. Ήταν μια έκπληξη, γιατί ήταν πολύ γερό παιδί!

Ακολουθούσαν και οι υπόλοιποι με τελευταίον τον υπέρβαρο  Γιωργαλά του Καπαλή….Στη συνέχεια έγινε η απονομή των επάθλων με πολλά χειροκροτήματα και αστεία…

Οι  ώρες περνούν γρήγορα. Οι πανηγυριώτες έχουν κι άλλες υποχρεώσεις. Πρέπει να επισκεφθούν τους συγγενείς και τους φίλους τους στα Καλύβια.

Κοντοστέκονται λίγο. Οι οργανοπαίκτες παίζουν και τραγουδούν το τραγούδι της Λάμπρως.



Σαράντα δυο τουρκόπουλα την Λάμπρω κυνηγάνε,

 η κόρη πάει και στάθηκε μεσ’ τα’ Αγιωργιού την πόρτα

Άγιε μου Αγιώργη  φύλαμε απ’ των Τουρκών τα χέρια

Σου τάζω λίτρες το κερί κι οκάδες το λιβάνι

κι εφτά βουβαλοδέρματα κι αυτά γεμάτα λάδι

κι η πόρτα εραγίσθηκε και μπαίνει η κόρη μέσα…………..



Οι γεροντότεροι σιγά- σιγά φεύγουν από τον Αγιώργη πρώτοι, αφήνοντας πίσω τους νιους και τις νιες να χορεύουν. Μπαίνουν στις αυλές των καλυβιών, άλλοι στου Φωτιά, άλλοι στου Πόταγα, του Πάτση, του Τασιουκλή, του Τέλαρου, του Ντόκα, του Σαρρή, του Γούλα του Γούνη του Δημαρά, του Σπηλιώτη, του Ζάνη του Λάγιου του Τιριρή……. σε όλα τα καλύβια.  Παντού φωνές, ευχές, χαρές, αστεία, γέλια.

__Γεια σου Νώντα . Τι κάνει η φαμελιά σου; Χρόνια πολλά τα πανηγύρια σας.

__Δόξα να ‘χει ο Αγιώργης μας. Περάστε απ’ το κονάκι μας να σας φιλέψουμε. Ο γέρος με ρώταγε.  Περιμένει να σας ιδεί. Η ξαδέρφη μου η Γαρούφω δεν ήρθε στον Αγιώργη;.

__Ήρθε, έμεινε στο χορό με την παρέα της, τελειώνοντας θα ‘ρθει προς τα δω.

__Πού είσαι Ντίνοοοοοοο!  Έλα σιαδώ ν’ ανταμώσουμε. Ένα χρόνο έχω να σε ιδώ. Από πέρσι  τ’ Αγιωργιού!.

__Καλά λες Κωστούλα. Καλά που είναι και  το πανηγύρι, αλλιώς  θα είμαστε ο καθένας στο καβούκι του.

Τα καλύβια γιομίζουν κόσμο. Μοσκοβολάει ο τόπος , από τα ψητά κρέατα στους φούρνους, τις καλοψημένες χορτόπιτες και τις νόστιμες γαλόπιτες.

Η Θεια μου η Ελένη με βάζει να καθίσω σε ένα σκαμνάκι. Μου δίνει και μια μπόλια να την απλώσω πάνω στο καινούριο μου παντελόνι να μην το λερώσω. Οι άλλοι κάθονται σε καρέκλες, άλλοι στο μπαούλο και σ’ ένα θερίο κασόνι  πάνω σε δυο απλωμένα  προσκέφαλα.

Τα ταψιά με τα φαγητά πάνω στο χαμηλό τραπεζάκι αχνίζουν, μοσκοβολούν.

__Δεν έχουμε πιάτα για όλους. Να φάτε ανά δύο σε κάθε πιάτο . Δίνει οδηγίες η Θεια μου. Δίνει  όμως στους γεροντότερους και σε μας τα παιδιά ξέχωρα καπάκι, σαγάνι, ότι έχει.

__Στον ανιψιό σου το Βαγγέλη έδωκες και μπόλια και πιάτο,  την πειράζει ο γέρος. Θέλω κι εγώ.

__Δεν έχει για σένα. Είσαι γέρος και το φαί που τρως τζιάπα πάει, τον πείραξε αστειευόμενη.

__Φάτε, φάτε, φώναξε η θεια μου, έχετε δρόμο μπροστά σας, να βγάλετε τον ανήφορο. Κάντε το σταυρό σας και ξεκινάτε.

__Χρόνια πολλά και του χρόνου, είπαμε σχεδόν όλοι, ο ένας μετά τον άλλον και ριχτήκαμε πρώτα στο κρέας σαν τα λιοντάρια.

Οι μεγάλοι ήπιαν και το κρασί τους και μείς οι μικροί από λίγο,  μιας και το καλούσε η μέρα,  μέχρι που κοκκίνισαν τα μάγουλά μας.

Η χαρά και το κέφι στα Καλύβια ήταν μεγάλη,  ώς που ακούστηκε η φωνή της Βασίλως της Νάσιαινας.

__Τι φωνάζουνε Βασίλω; Τι άκουσες;

__Την τσιούπα της Αγγέλως έριξε το γαϊδούρι και είναι ακόμη χάμου . Πια έσπασε κανένα πλευρό, δεν ξέρω!.

__Πώς έγινε,  έμαθες;

__Δώθε που ‘ρχότανε καβάλα, λένε, πρόγκιξε ο γάιδαρος,από μια γεννημένη γουρούνα με τα γουρνόπλα της του Ντόκα και τη βρήκανε αναίσθητη, τάβλα χάμω!  Άλλος είπε ότι ο γάιδαρος πήδηξε από μια μισογκρεμισμένη σούδα να βρει μια γαϊδούρα. . Δεν μπόρεσε η τσιούπα να τον ελέγξει από την καπιστριάνα και την έριξε χάμου.

__Σε ποια μεριά έπεσε η τσιούπα; Τίνος ήταν το χωράφι;

__Κοντά στον Αγιώργη έγινε το κακό. Κάνανε δώθε οι άνθρωποι του πανηγυριού που ακούσανε τις φωνές, σταμάτησαν και τα όργανα και την παραστέκουνε.

__Η τσιούπα  είπε τίποτα;

__Άμα σηκωθεί θα πάει στον Αγιώργη να βάλει κερί που την φύλαξε και δεν σκοτώθηκε. Και θα ειπεί στον πατέρα της να τον πουλήσει γιατί δεν στέκεται πουθενά άμα βλέπει γαϊδούρα.

__Πώς δεν σκοτώθηκε πάνω στα κοτρόνια το τσιουπί;

Η γριά Ντίνα, που άκουσε όλη την κουβέντα, τους είπε κάπως δυνατά  τη δική της γνώμη.

«Μπροστά από το γαϊδούρι πήγαινε το άλογο το Πανιούρη. Φαίνεται κάποια αλογόμυγα  πήγε στο γάϊδαρο κι  εκείνος αφήνιασε.  Μια μπουκιά τσιουπί ,δεν μπορούσε να κουμαντάρει το βαρβάτο γάιδαρο    και το ‘ριξε χάμου».

 Ήταν το μόνο δυσάρεστο γεγονόςτου πανηγυριού, που όμως δεν είχε, ευτυχώς,κακά αποτελέσματα.



Ο κόσμος αποχαιρέταγε  με φιλιά και ευχές τους Παλιοπυργήσιους,  συγγενείς και φίλους, για την φιλοξενία και την αγάπη τους.

__Και του χρόνου, Κωστούλα μου, να σας έχει ο Αγιώργης καλά. Να βοηθήκει ο Άγιος τη φαμελιά σου και τις τσιούπες σου, να βρουν καλούς γαμπρούς

«Ο Αγιώργης να σας δίνει δύναμη και κουράγιο».

  Με αυτές  και με άλλες ευχές και  φιλιά αποχαιρετιόσανται . Ξεκίναγαν για την επιστροφή στο χωριό με τα πόδια ή  καβάλα στα μουλάρια, στα άλογα, στα γαϊδούρια. Κοίταγες προς το δάσος δεξιά- αριστερά και αγαλλίαζε η ψυχή σου.

Η όμορφη φύση, η πρασινάδα, τα λουλούδια, οι ανθισμένες μυγδαλιές σε μετέφεραν σε άλλο κόσμο!

Πώς να μην μερακλωθούν και να μην τραγουδήσουν οι πανηγυριώτες! Τίποτε δεν τους έλλειπε. Και την ευλογία του Άγιου είχαν και χορτασμένοι από φαγητό κι  ποτό ήσαν .

Τις χαρμόσυνες φωνές, τα γέλια, τα πειράγματα, διαδέχονταν τα τραγούδια των κοριτσιών, πού μάγευαν με την φωνή τους τ’  αγόρια κι αυτή την ίδια την άνοιξη.

Τραγούδι δεν είχαν χορτάσει! Αλλά  είχαν μπροστά τους χρόνο, στο δρόμο που πήγαιναν και στο χωριό που θα έφταναν.



Τώρα  πια, όλο το χωριό που ήταν στο πανηγύρι,  είχε πάρει  τους ίδιους  δρόμους  της επιστροφής.

Στα δυνατά ζα κράταγαν τα χαλινάρια οι καβαλάρηδες ν’ ανεβαίνουν τον ανήφορο αργά,  να μπορούν ν’ ακολουθούν και οι πεζοί και τ’ αδύνατα ζώα.

__Δώστου  κανά δυό στα καπούλια του  παληογάϊδαρου, θα μας πάρει βράδυ Αγγέλω, της είπε η Σπυρούλα.

__Δεν το βαρώ. Αν τα στυλώσει, εδωπά θα ξενυχτήσουμε. Δεν του μιλά καθόλου!

Κόσμος ανέβαινε σε πορεία τον ανήφορο.  Οι περισσότεροι πεζοί, ιδρωμένοι, κουρασμένοι, βαρυστομαχιασμένοι, όλοι όμως ευχαριστημένοι.

Άλλοι έβαζαν τα σακάκια τους στην αμασχάλη, στον ώμο. Αυτοί που ήταν καβάλα πρόσφεραν με ευχαρίστηση τη θέση τους στους αδύνατους, στις γριές, στα ξυπόλητα παιδιά.  Οι μαγαζάτορες, τελειώνοντας το πανηγύρι, μάζεψαν όπως-  όπως τους πάγκους με την πραμάτεια τους να  ‘ρθουν στο χωριό πρώτοι και να καλοδεχτούν εκεί τους πανηγυριώτες. Εδώ θα συνεχιζόταν το γλέντι με τους καλύτερους οργανοπαίχτες: τον Μακρή, τον Ντρούλια και τον Γληγόρη, βοηθούμενοι από την νέα κουμπανία, που θα ‘παιρνε  μαθήματα και θα βοηθούσε: Τον Μπρουκλόγιαννη, το Ζιολή και το Μαρούτα.

Ο ήλιος ήταν μια τριχιά ψηλά. Οι πρώτοι πανηγυριώτες αντίκριζαν το χωριό. Έστρεφαν τα μάτια τους στον Αγιώργη  κι αυτοί και οι άλλοι που ακολουθούσαν. Επικοινωνούσαν νοερά και τον ευχαριστούσαν για την αμέτρητη χαρά που τους πρόσφερε σήμερα.

Ποιος ξέρει του χρόνου…………..

 B Girakas 27.3.2012










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου