Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015

ΤΑΞΙΔΙΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ (Δάφνη-Βεσίνι 2015)



ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ Κ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
Είκοσι μία Οκτώβρη.
 Καλεσμένος ταξιδεύω, να επισκεφθώ το  όμορφο Βεσίνι.
 Ο πρωινός ήλιος  διώχνει τα αραιά σύννεφα στον ουρανό.  Καθώς κατηφορίζω προς την λίμνη του Λάδωνα, μια ασπριδερή καταχνιά ανεβαίνει  και σούρνεται μέσα στις ρεματιές πρώτα,   και ύστερα αναρριχάται  στα βουνά και στα φαράγγια. Δροσοσταλιές στους κλώνους και τα φύλλα των δέντρων από την πρωινή ψιχάλα.  Πέρασα  την Λίμνη  από την καινούργια γέφυρα, καμάρωσα της Κυράς το Γεφύρι, που ήταν ξεσκέπαστο από το νερό και έφθασα στην Περαμεριά. Περνάω έξω από το Γιοβαίϊκο σπίτι και η Χρυσούλα, μια περιποιημένη και καλοσυνάτη πατριώτισσα, με προσκαλεί ευγενικά να πιούμε καφέ.

Άλλαξε ο κόσμος!  Παλιά που πέρναγα συχνά από κει  οι γυναίκες ήσαν μπουμπουλωμένες σαν τις χανούμισσες και οι άνδρες φορούσαν τραγιάσκες λογιών λογιών.
Ευχαρίστησα τη φιλόξενη γυναίκα και τραβάω το δρόμο μου, άργησα! Ο ήλιος κεντάει τη φύση κι εκείνη, είναι  ήσυχη τώρα, από τον σαματά που κάνανε παλιά  οι άνθρωποι, τα ζώα και τα πουλιά με φωνές, με κουβέντες, με σφυρίγματα, με ψίθυρους και κελαηδισμούς.
Μια απόκοσμη γαλήνη απολαμβάνω στη διαδρομή μου!
Μόνο σε ένα κλωνάρι τρικοκιάς τρία σπουργίτια τιτιβίζουν  και, σαν φτάνω στην Πουρναριά, πέντε  κατάμαυρες κουρούνες κάθονται επιφυλακτικές στα σύρματα της ΔΕΗ και, με τα χάντρινα μάτια τους, με παρακολουθούν, καθώς  έβγαζα την φωτογραφική μηχανή.

 Το Φθινόπωρο στις  δόξες του!  Πολλά φύλλα, πολύχρωμα κατά γης σπαρμένα. Στη μεγάλη λεύκα μια κλάρα γεμάτη φύλλα ακόμη. Αγνοούν το φύσημα του αγέρα, ανθίστανται, τραγουδούν με το χτύπημα μεταξύ τους και χορεύουν.
Πιο πέρα, από άλλο κλαδί  δέντρου, δυο  φύλλα  στριφογυρίζοντας στον αέρα, σαν να με καλωσορίζουν, και ύστερα  χαιρετούν την ζωή  και πέφτουν στην μάνα γη.
Πλησιάζω στην Δάφνη. Η καρδιά μου χτυπά δυνατά και η θύμησή μου άθελα, ανασταίνει εικόνες από την εκεί φοίτησή μου στο Γυμνάσιο.
Πέρασα μέσα από  το ιστορικό κέντρο , την καρδιά του χωριού.
  Αχ! Καρδιά μου! σιγά σιγά να απολαύσω τις γωνιές και τους δρόμους με τα καλντερίμια της.  Οδηγώ αργά και μηχανικά γιατί στη σκέψη μου ήρθαν πολλές θύμισες φυλακισμένες στην ψυχή και το μυαλό μου. Νοστάλγησα να την ιδώ  και να την  καμαρώσω την  Δάφνη μου.
 Και τώρα όπως  την  βλέπω μόνη και έρημη, παρακμασμένη και άσχημη,   απογοητευμένος και στενοχωρημένος,  την προσπερνάω.
Ωστόσο χάιδεψα με το βλέμμα μου τρυφερά τους άδειους δρόμους, τις έρημες αυλές  των σπιτιών και τα κτήριά της με τα κλειστά παράθυρα. Μίλησα νοερά και με λίγους ανθρώπους της ,  και να! Αντίκρυ μου  το Γυμνάσιο, που με  κράτησε στοργικά στην αγκαλιά του  έξι όμορφα χρόνια!  Το προσπέρασα  γρήγορα γιατί μου φάνηκε πια απόμακρο και κείνο.
Βγαίνοντας από το χωριό πάτησα γκάζι, γιατί ήθελα να αφήσω πίσω μου μια βαριά και θλιβερή εικόνα και γρήγορα έφτασα στα Βεσιναίϊκα καλύβια. Στο κεφαλόβρυσο με τις πέστροφες,  στο ιστορικό χάνι του Καλαθά, με περίμενε  ο φίλος και συμμαθητής μου, Νίκος Ροδόπουλος.
__Χρόνια και καιρούς  Νίκοοο!
Εκείνος με πλησίασε με απλωμένα χέρια, με αγκάλιασε, τον αγκάλιασα και φιληθήκαμε.  Κοιταχτήκαμε κατάματα και μυστικά συμφωνήσαμε, ότι έπρεπε να είναι πιο συχνή η επικοινωνία μας.
 Κάτω από τα θεόρατα και πολύκλαδα πλατάνια, σε αυτό το μαγευτικό τοπίο, ήπιαμε καφέ, που μας σέρβιρε η εξαίρετη Ιωάννα.
Μικρές σταγόνες νερού στολισμένες με τα χρώματα του ήλιου, έπεφταν από τα φύλλα του πλατάνου  στο κεφάλι μας και μείς συνεπαρμένοι, μιλούσαμε για τα παλιά με πάθος και νοσταλγία. Η γλώσσα του Νίκου λύθηκε και άρχισε να μιλάει η καρδιά.
__Ο Κώστας έγινε καθηγητής, φαινόταν από τότε , είχε κλήση για κει. Η Νίκη παντρεύτηκε καλά!. Η Μάχη βρίσκεται στην  Αυστραλία… Όπως τα έλεγε με έκανε να νοιώσω πως ζούσα τα μαθητικά χρόνια.
Οι πέστροφες, σαν σαΐτες μέσα στα  πεντακάθαρα  νερά του κεφαλόβρυσου, ερωτοτροπούν και χορεύουν. Άλλο ένα  σημείο αναφοράς. Αυτές τις μέρες έβρεχε. Σήμερα ο ουρανός είναι χωρίς σύννεφα και ο ήλιος  μου έκανε το χατίρι να είναι  ολόχαρος.  Ύστερα από  αρκετή ώρα συζήτησης, μέσα από τις  γλυκές φθινοπωρινές ευωδιές,  πήραμε το δρόμο για το  χωριό του φίλου μου, το Βεσίνι.
Αυτές τις ώρες  αγαπάω ιδιαίτερα τον ήλιο. Τον ήλιο που μου έκανε το χατήρι να είναι ολόλαμπρος.  Με τη βοήθειά του ξανοίγεται στον ορίζοντα ένας καινούργιος κόσμος με πρωτοφανέρωτες για μένα εικόνες.  Καθώς ανηφορίζουμε, δέντρα με καρπούς, λουλούδια, φυλλώματα πολύχρωμα, καθάρια νερά, κωνικές βουνοκορφές, τοπία θεϊκά ξετυλίγονται μπροστά μας!
Σε λίγο φτάσαμε στο όμορφο χωριό και στο ωραίο σπίτι του Νίκου. Καλή και φιλόξενη υποδοχή από τον ίδιο και την γυναίκα του την Νατάσα. Αλλά και η Φύση μου προσέφερε  μια αξιοθαύμαστη θέα, χωρίς τελειωμό!
 Σαν φάγαμε,  εγώ και  η  γυναίκα του φίλου μου, η Νατάσα και το σκυλάκι της, ανηφορίζουμε μέσα στο χωριό,  στα εξωκλήσια και στο δάσος για να περιηγηθούμε τα πολλά αξιοθέατα του τόπου.  Είδαμε την πέτρινη βρύση με τις κορύτες της, την  όμορφη εκκλησιά της Μεγαλόχαρης, τα εξωκκλήσια, Αγίας Τριάδος και Αγίας Παρασκευής.
 Μπροστά μου ξεδιπλώνεται, λες, όλη η γη! Τα λιβάδια σαν μπαλώματα ξεχωρίζουν με τα δέντρα και τους θάμνους, που έχουν για  σύνορα   φράχτες. Φαίνονται δαντελένια δάση, γυμνές κορυφές, απάτητα βουνά, φωτεινές κορυφογραμμές και ο γαλάζιος ουρανός!
Πιάνω το ήλιο με την φούχτα μου και κλείνω τα μάτια μου, να τυπωθεί στο μυαλό μου αυτή η άγρια ομορφιά του τοπίου. Χαίρομαι για την ανέλπιστη ομορφιά. Αλλά είναι η συζήτηση και η παρέα της Νατάσας, που δεν με αφήνει για πολύ να μείνω στο όνειρο!
Από μια αχλαδιά κόψαμε κίτρινους καρπούς και μαζέψαμε κατακίτρινους κρόκους , λουλούδια που αφθονούν.  Ο φτερωτός μικρόκοσμος του δάσους  δίνει την παρουσία του με το πέταγμα από κλαδί σε κλαδί και το κελάηδημα του. Σε μια πλαγιά ένας αγρότης μαζεύει καρύδια και πιο πέρα ένα μεγάλο  γουρούνι  αμέριμνο σκάβει το χώμα.
 Εξακολουθούμε να βλέπουμε πανύψηλα  βουνά με κωνικές και  στρογγυλές κορυφές, καταπράσινες πλαγιές με χωριουδάκια διάσπαρτα, λες και ταξιδεύουμε με αεροπλάνο πάνω απ΄ τα βουνά της Γορτυνίας.
 Στο μεταξύ άλλαξε ο καιρός και σύννεφα κάλυψαν τον ουρανό. Λίγες σταγόνες νερού μας θυμίζουν ότι είναι ώρα  να επιστρέψουμε  στο σπίτι.
Σε λίγο φεύγω φορτωμένος μποστανικά. Αποχαιρετώ τους φίλους, χαρούμενος και ευτυχισμένος, με φωτογραφίες, εικόνες και την αγάπη τους.  Και με την υπόσχεση να ξανασμίξουμε σύντομα…..

Το ταξίδι μου δεν τελείωσε εδώ. Σήμερα με περιμένουν και άλλες εκπλήξεις και άλλες συγκινήσεις.
 Σαν επέστρεψα  στην Δάφνη, μια επιθυμία με κατέλαβε να δω τα παλιά μου λημέρια, την γειτονιά που έμενα στα μαθητικά μου χρόνια. Διέσχισα τον δρόμο προς  την Λαγκάδα,  που οδηγεί στην Ιερά Μονή Ευαγγελιστρίας. Μοναστήρι κτισμένο τον 13ο αιώνα περίπου. Ο φιδωτός δρόμος με έβγαλε στο πάνω χωριό, κοντά στο νεκροταφείο. Πάνω Ο Αι Μάμας, φθινοπωρινά στολισμένος,  η Κορακοφωλιά  με την στρογγυλόλακα και τέλος  δεξιότερα  το Μοναστήρι της Ευαγγελιστρίας.
Σε ένα παγκάκι διέκρινα τέσσερεις ανθρώπους, ίσως τα τελευταία απομεινάρια της πολυάνθρωπης συνοικίας.

__Έλα δω, να ιδούμε ποιος είσαι, ξένε; Άκουσα μια φωνή.
 Καθώς πλησίασα, τους χαιρέτησα και πήγα και έκατσα μπροστά  τους. Φυσιογνωμίες γνωστές από τα παιδικά μου χρόνια.
__Εσύ δεν είσαι η Βάσω; Ρώτησα την ηλικιωμένη γυναίκα, που καθόταν ανάμεσά τους.  Εκείνη ξαφνιάστηκε!
__Εγώ είμαι! Εσύ ποιος είσαι;
__Θα το μάθεις σε λίγο . Να μιλήσω πρώτα και με τους άλλους, η απάντησή μου.
Μα και οι άλλοι ήταν  γνώριμοι, άνθρωποι της παλιάς γειτονιάς μου.  Ο τόπος δεν είναι κατάλληλος για χωρατά και αστεία, η ώρα ακατάλληλη. Πιο πέρα είναι άλλοι γείτονες, φίλοι και γνωστοί που κοιμούνται.  Μίλησα με όλους και με την Βάσω την Κουτσιουρή  και με τ’ αδέρφια  Τάσο  και Γιάννη,  παιδιά του Φρουγκογιώργη.
Τους έσφιξα  το χέρι τρυφερά και τους είπα ποιος είμαι.
__ Αλήθεια  λες; Είσαι ο Βαγγέλης που ξέραμε; Ρώτησε όλο χαρά η Βάσω και μου έσφιγγε το χέρι.
 Μαζί τους ήταν και ο Λάμπης ο Σκουτέρης,  ο πρωτοξάδερφος, της θεια Θοδώρας ο γιός.  Σαν τελείωσα τις συστάσεις, όρθιος εκείνος περίμενε,  με πήρε στην αγκαλιά του και φιληθήκαμε.
Πήραμε το δρόμο για το σπίτι του.  Μπροστά μας είναι τα Κουτσιουραίϊκα σπίτια και δεξιά, στον κατηφορικό δρόμο, έχουν την εμπατή τα σπίτια της Φώτος, κόρης του Τάσου του Κουρέα, και πιο κάτω το σπίτι των συμμαθητριών μου, Αλεξάνδρας και Μπέμπας Ασημακοπούλου.



Στον ευθύ δρόμο αριστερά,  κατηφορίζοντας λίγα μέτρα πιο κάτω, είναι το σπίτι της Θεια Πηνελόπης. Της δεύτερης μάνας μου, που με προστάτεψε, με υπηρέτησε και δεν με ξεχώριζε από τον γιό της, τον Μήτσο. Μια καλοσυνάτη γυναίκα, πονεμένη και πάντα θλιμμένη.  Με φιλοξένησε στο σπίτι της για χρόνια. Δεν μπορώ να την ξεχάσω από την μνήμη μου,  γιατί τότε εγώ θα την σκότωνα.
  Τράβηξα μηχανικά το σύρτη της καγκελόπορτας  να επισκεφθώ το σπίτι που έμενα, το σπίτι  της. Μα ήταν κλειστό, δεν είδα τίποτε. 
Δεξιά είναι τα φρουγκέϊκα σπίτια, του Κώστα και της Νικολιάς, του Βασίλη Ρηγόπουλου και της Διαμάντως. Εδώ είναι το σπίτι της θειά Θοδώρας της Λιάραινας μιας Άγιας γυναίκας και ύστερα  της Χρηστίτσας και απέναντι της Βάσως της Κουτσιουρή και της συμμαθήτριάς μου, της Βάσως της Δεσινιώτη.
«Τα σπίτια έμειναν, οι άνθρωποι έφυγαν», είπα μέσα μου και μια απογοήτευση με κατέλαβε.
Βράδιαζε, ψιλόβρεχε, η μικρή βόλτα στους υγρούς δρόμους με γέμισε μελαγχολία. Από μέσα τα σπίτια, τα παράθυρα , τους δρόμους, τα μπαλκόνια, όταν ζούσα εδώ, άκουγα τις ευχές, τα τραγούδια,  τις κουβέντες, τα μαλώματα  και τα τσιρίσματα !!!!!  Όλο χαρές η ζωή τότε. Τώρα; Τώρα, δεν ακούω τίποτε! Μόνο την φωνή του Λάμπη, που με συνοδεύει. Ευτυχώς! που μου λέγει εδώ πιο κάτω είναι  το σπίτι του Τσιαντάκου και πιο πέρα  της Πούλιας.
__Τα θυμάσαι μπίτι;
Όσο πέρναγε η ώρα, ο τόπος και τα μάτια μου σκοτείνιαζαν.  Ένα παραθυρόφυλλο άνοιγε κι έκλεινε από το φύσημα του αέρα .  Ήταν άδεια  το  σπίτι και δεν υπήρχαν χέρι να το στυλώσει. Έτριζε λές και ήταν ο λυγμός της εγκατάλειψης.
Βλέπεις  κλειστά παράθυρα, πασπαλισμένα με σκόνη, βεράντες και μπαλκόνια με μαυρισμένα ξύλα και άνθρωποι πουθενά!
Τίποτα δεν σώνει πια, αυτή την άλλοτε ζεστή γειτονιά! Το βλέπω!
Οι κήποι δεν θα ξανανθίσουν και τα τριαντάφυλλα που κρέμονταν στις φράχτες παλιά,   πάνε!  Οι χαρές στα σπίτια και τους δρόμους στερέψανε και τα Κιρκινέζια δεν έρχονται να κάνουν φωλιές!  Φούρνοι δεν ανάβουν να βγάλουν ζεστό ψωμί και η ελπίδα εχάθη για μια καλύτερη ζωή . Πάγωσε η φωνή μου σαν μίλαγε με τον Λάμπη για το παλιό πατρικό του σπίτι.
Λίγο παρέμεινα ακόμη μέσα σε κείνους τους χιλιοπερπατημένους δρόμους. Ο πόνος είχε ξεχειλίσει  και  τα μάτια μου  γέμισαν δάκρυα. Ήταν σκοτάδι δεν τα έβλεπε ο ξάδερφος! Τα άφησα να τρέχουν ασταμάτητα και δεν απαντούσα σε ότι με ρώταγε.
Βρέχει ! Ο θόρυβος της βροχής καταφέρνει να πνίξει την βαριά μοναξιά.  Με τα δάκρυα και την βροχή αποχαιρέτησα την Δάφνη και γύρισα στο χωριό μου.
 B. GIRAKAS 22/10/2015



2 σχόλια:

  1. Πέρα από τις πλούσιες φυσικές εικόνες και τα άλλα ενδιάμεσα στοιχεία που αχόρταγα μας παραθέτει ο συγγραφέας, διακρίνει κάποιος αβίαστα και την συναισθηματική του φόρτηση να φθάνει μέχρι δακρύων!
    Όσοι έτυχε να έχουν ανάλογη πορεία με το Βαγγέλη, συμμερίζονται, φαντάζομαι, και δικαιολογούν τον συναισθηματισμό του.
    Ωραία μαθητικά χρόνια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Συγκινήθηκα διαβάζοντας το χρονικό της επίσκεψης σε μέρη που έζησα, που γεννήθηκα...(γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Βεσίνι, φοίτησα κι εγώ στο γυμνάσιο της Δάφνης)..το χάνι του Καλαθά, εκεί όπου ερωτοτροπούν τώρα οι πέστροφες ήταν ο προορισμός μας της μονοήμερης μιας και μοναδικής, εκδρομής για πολλά σχολικά χρόνια...
    Αναμνήσεις με κατακλύζουν
    ευχάριστες και τρυφερές
    ως σταγόνες δροσιάς
    στην αχανή έρημο της Πόλης
    αυτό το πρωινό διαβάζοντας
    το ταξίδι Σας
    ταξίδι στη μνήμη
    στην καρδιά και στο νου
    ανατολή ζωής
    στο νεφέλωμα του χρόνου.
    Μαρία Αργυρακοπούλου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή