Πέμπτη, 13 Αυγούστου 2015

Τ Ο Π Α Ν Η Γ Υ Ρ Ι Σ Τ Ο Μ Π Ο Υ Λ Ι Α Ρ Ι

ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ Κ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
Ήμουν τυχερός φέτος που βρέθηκα στο χωριό Μπουλιάρι και άκουσα  από  τις  ρίζες της την  αγνή δημοτική μουσική. Ήταν μια πρόκληση, ένα κάλεσμα του τόπου και των ανθρώπων του. Ο Σύλλογος Μπουλιαριτών  διοργάνωσε  φέτος, όπως και κάθε χρόνο, στη γιορτή της Αγ. Άννας  25.7.2015 το πανηγύρι.

Είχε παραδοσιακά όργανα, όπως κλαρίνο και κιθάρα , δημοτικά τραγούδια και παραδοσιακούς  χορούς.

Τα  γορτυνιακά χωριά και οι συνοικισμοί  συνεχίζουν ακόμη  και σήμερα να είναι απροσπέλαστα. Μόνο με τζιπ και αγροτικά αυτοκίνητα μπορείς να πας εύκολα εκεί.

Δεν είχα ιδεί από κοντά το χωριό άλλη φορά και με έτρωγε η επιθυμία να βρεθώ κάποτε κοντά του. Και νά,   που μου δόθηκε η ευκαιρία.

Τυχαία από το διπλανό τραπεζάκι του καφενείου,  άκουσα την συζήτηση.

__Θα πάτε αύριο στο πανηγύρι; Κάποιος ρώτησε την παρέα που έπινε τσίπουρα.

__Ποιό πανηγύρι ρε παιδιά; Ρώτησα.

__Στου Μπουλιάρι  αύριο.

__Τι;  γίνεται εκεί  πανηγύρι;

__Βέβαια. Θέλεις να έρθεις;

__Γιατί δεν θέλω; Θέλω!  Απάντησα και η θέση μου στο αγροτικό αυτοκίνητο του Μηνά του Γούνη έκλεισε. Μέσα μου ξυπνάνε κοιμισμένες ιστορίες του χωριού μου από τα  παλιά.

__Αύριο εννέα η ώρα ραντεβού στο καφενείο του Μαγκόγιαννη.  Μηνάς  Γούνης- Ηλίας Καρτέρης – Κώστας Παπαντώνη κι εγώ Βαγγέλης Χριστόπουλος.

Αφήσαμε στη διάθεση του οδηγού, να επιλέξει την διαδρομή που θα ακολουθούσαμε.

 Από το βράδυ εκδήλωσε το ενδιαφέρον του να πάμε μέσω Άρβιτσας. Ενός συνοικισμού με λίγα καλύβια αγροτοτσοπάνηδων  παλιότερα  των Λαγκαδίων, με πλούσιες πηγές και περιβόλια. 

Μέσα από τον Βαλτεσινιώτικο κάμπο και τα ελατοσκέπαστα βουνά φτάσαμε στην Άρβιτσα με τα πολλά και κρύα νερά.

Κατηφορίζουμε πλαγιές και φαράγγια με προορισμό το χωριό Μπουλιάρι. Αριστερά και δεξιά του δρόμου σκαρφαλωμένα καλύβια τσοπαναραίων.

Όλος ο τόπος εξασκεί μια μαγεία στο πνεύμα του ανθρώπου και αληθινά πιστεύω πως δεν υπάρχουν καλύτερα τοπία. Τα πυκνά και πανύψηλα έλατα, οι  πλούσιες και κρύες πηγές, τα καταπράσινα περιβόλια, η  χλόη της φύσης που ακόμη δεν έχει ξεραθεί , τα πανύψηλα βράχια και τα βαθύσκιωτα φαράγγια, κάνουν μια ιδιόμορφη ομορφιά που ξετυλίγεται σε αυτά τα  γορτυνιακά μέρη.

Το όνειρο της διαδρομής διακόπτεται,  από την μικρή ορατότητα σε σημεία  σημεία από τον στενό χωμάτινο δρόμο και τους μαύρους κομμένους τεχνικά βράχους για το πλάτεμά του .

Ο φόβος κατρακυλίσματος κάποιου βράχου είναι συνεχής.

Περνάμε από το γιδομάντρι  του Λαγκαδινού  τσοπάνη Χουντή.  Είναι ώρα που αρμέγουν  τα γίδια.

Αρκάδες ποιμένες εν όψει. Κουδουνίσματα, βελάσματα, αναχαράγματα των  ζώων, στους ίσκιους των πρίνων, καρδάρες και λεβέτια με γάλα να κρέμονται στις φούρκες . Τώρα ζω και εγώ στην Αρκαδία! Θαυμάζω τον καταγάλανο ουρανό, την φωτεινότητα του τοπίου, το ζωογόνο δροσιστικό αεράκι.

Στην καλύβα, στον τοίχο της , δυο κάτασπρα δέρματα  ζώων είναι απλωμένα, πιασμένα με καρφιά. Μου θύμισαν την πρωτόγονη εποχή που έντυναν οι άνθρωποι  την γύμνια τους  ή τα έστρωναν  χάμω,  κάθονταν και κοιμούνταν.

Βλέπω τους ποιμένες της Αρκαδίας όπως τους ζωγράφισε ο Γάλλος Πουσσέν, στο φυσικό τους περιβάλλον που κάνουν αγώνα για ζωή.

Είναι  μεγάλη ποικιλία των εικόνων του Μαινάλου:  χαράδρες, φαράγγια, κοιλάδες,  λιβάδια  με άφθονα χρώματα μας κάνουν να χαιρόμαστε. Μας αποζημιώνει η εναλλαγή του ήλιου, με τις ατέλειωτες φωτοσκιάσεις  πάνω στις δασωμένες περιοχές. Στο τέλος μιας χαράδρας στα κιτρινισμένα από τα ξερά χόρτα  απέραντα καταράχια, φαίνεται επιβλητικό το εξωκλήσι  της  Παναγίας  της  Καβουλιώτισσας.   Τι  να πρώτο σκεφθείς , τι  να πρωτοθαυμάσεις και τι  να πρώτο φανταστείς!!.  Εδώ ήταν λημέρια αρματολών και κλεφτών που βόηθησαν  στην απελευθέρωση της Ελλάδας.  Εδώ ο τόπος,  γεμάτος θρύλους και γεγονότα, έχει τον δικό του ουρανό, τα δικά του απάτητα βουνά, τις δικές του θρυλικές σπηλιές που κρύβονταν  τα γυναικόπαιδα  από τους Τούρκους . Που είχε ορμητήριο ο λήσταρχος Λύγκος.

Καθώς προχωρούμε για τον προορισμό μας, αητοί φτερουγίζουν ψηλά, αγέρωχοι και μόνοι κατακτητές. Αγναντεύουν και κείνοι τις γραφικές εικόνες και την κίνηση στα βουνά και τα φαράγγια για να βρουν την τροφή τους.

Και ύστερα  η ρίγανη τούφες τούφες, αφήνει την μυρουδιά της και πλημμυρίζει  τον αέρα. Σε ένα ξάγναντο, φωνάζω τον φίλο οδηγό.

__Ε! Μηνά;  Σταμάτα.

__Τι έπαθες;  Με ρωτά.

__Δεν βλέπεις την λίμνη; Το γλυκό φως του ήλιου απλώνεται πάνω της και το βλέμμα μας την αποθανατίζει, μαζί  με την   φωτογραφική μου  μηχανή. Η ομορφιά της  από ψηλά δεν έχει ταίρι!.

Σε τρία άλλα σημεία τον σταμάτησα να θαυμάσω και να καμαρώσω την ομορφιά της Γορτυνιακής φύσης.  Στο βάθος φαράγγια με κάθετους  βράχους  και δύσβατα περάσματα, που μόνο το μάτι μπορεί να εισχωρήσει. Φαίνεται ότι  και ο οδηγός και οι δυο άλλοι το απολάμβαναν.  Εγώ πάντως οφείλω να τους ευχαριστήσω για την παρέα τους, την καλή συζήτηση και την χαρά που μου έδωσαν.  Μέχρι εδώ όλα θαυμάσια και δεν φθάσαμε ακόμη στον προορισμό μας.

Κάτω από γκρεμούς επιτέλους φαίνονται οι συνοικισμοί Μπουλιάρι και Φτεριά (Κιάρνη). Το φως λούζει τα κάτασπρα σπιτάκια με τις κεραμιδή σκεπές τους, σκαρφαλωμένα στην πλαγιά του Μαινάλου. Απέναντι τα αφροδίσια όρη και η Θεά  Άρτεμη ήταν δίβουλη σε ποιο βουνό,   σε ποια κορφή και ποιο χωριό  να κατοικήσει. Όλα είναι πανέμορφα.  Σε αυτήν μοιάσανε οι Μπουλιαρίτισσες, ευλογημένες από την μεγάλη Θεά του κυνηγιού, στην δύναμη στην ομορφιά στην καπατσοσύνη.

Φτάνουμε στον προορισμό μας. Πάνω στην κορυφή μικρού λόφου συναντάμε το καλοφτιαγμένο από τους ίδιους τους κατοίκους  πνευματικό κέντρο. Στο βάθος είναι η επιβλητική εκκλησία της Αγίας Άννας  και στο ενδιάμεσο των δυο κτιρίων μεγάλη πλακοστρωμένη πλατεία, με πέτρινα ολοστρόγγυλα καθίσματα  γύρω από τα πρίνια που κρατούν ίσκιο στον χώρο.

Η λειτουργία συνεχίζεται και από τα σοκάκια του οικισμού ανεβαίνουν οι κάτοικοι φορώντας τα καλά τους ρούχα. Άνθρωποι ευσεβείς, με έθιμα αγνά , πάνε να προσκυνήσουν την εικόνα της Αγίας Άννας. Τάματα πολλά.  Σφαχτά, κουλούρες γύρω από τον άμβωνα, άρτοι  και το μεγάλο τάμα των ανθρώπων να αγαπούν, να λατρεύουν και να προσκυνούν την Αγία Άννα, προστάτιδάς τους.

Εύκολα γίνομαι  φίλος με τους ανθρώπους  της μικρής κοινωνίας,  σαν περπατώ στα στενά καλντερίμια . Εκείνοι χαρούμενοι  χαιρετιούνται στους δρόμους και τις αυλές. 

Οι περισσότεροι είναι ξενιτεμένοι και συναντιούνται σήμερα,  εδώ στο πανηγύρι τους. Οι τριάντα μόνιμοι κάτοικοι, υποδέχονται τους υπόλοιπους με αγάπη και χαρά και όλοι μαζί γιορτάζουν και χαίρονται. Χαρούμενα μας καλωσορίζουν , μας ρωτούν από πού ερχόμαστε και δείχνουν την χαρά τους στην παρουσία μας.

Εκείνο που κλέβει την καρδιά μας είναι ο όμορφα διαμορφωμένος χώρος, με την εκκλησία και το πνευματικό κέντρο. Οι απέραντες πλαγιές και η φαντασμαγορική θέα της λίμνης του Λάδωνα, με τις διακλαδώσεις της , τους κόλπους και τους χρωματισμούς της, που φαίνονται από κει, είναι κάτι το αλησμόνητο.

Στην συνέχεια ο θαυμασμός μας είναι ανεπανάληπτος όχι μόνο για την φυσική ομορφιά  μα και για τους ανθρώπους της.

 Σε λίγο που θα τελειώσει η εκκλησία,  θα ξεδιπλώσουν τις χορευτικές τους ικανότητες  με την υπέροχη δημοτική μουσική και το τραγούδι.

Κανένας δεν μπορεί να κουραστεί από την μουσική και τα τραγούδια των Μπουλιαραίων. Είναι τόσο όμορφη, τόσο φυσική και τόσο πραγματική. Είναι παρμένη από το τραγούδι των πουλιών το θρόϊσμα των φύλλων και  το κελάρυσμα  των νερών. Έχουν ποιμενικά ήθη  από παλιά που δεν έχουν νοθευτεί. Θέλουν να κάτσουν παρέα στα πέτρινα τουράκια αράδα αράδα, να λένε και να ακούνε  τα τραγούδια των πατεράδων τους.  Είναι τα τραγούδια που  τους παρασύρουν στην ψυχική και σωματική ικανοποίηση.

Άκουσαν την ψαλμωδία των παπάδων και των ψαλτάδων και τώρα θα συνεχίσουν με το κλαρίνο και την κιθάρα μέσα στο φυσικό τοπίο που εμπνέει τους ανθρώπους  να τραγουδούν γλυκά .

Τους αρέσει να λένε τα τραγούδια στόμα με στόμα ,όπως παλιά. Έτσι έμαθε τους Αρκάδες ο Θεός Πάνας. Κι εκείνος εδώ κοντά τους ζούσε στο δικό τους Μαίναλο,  στο χωριό τους.  Τότε ο ήχος της φλογέρας του αντιλαλούσε στις κορυφογραμμές  όπως και τα τραγούδια των Μπουλιαριτών  τώρα, που γλυκαίνουν, ηρεμούν  και μαλακώνουν τις ψυχές μας. Όλα είναι έτοιμα  για το μεγάλο γλέντι. Ξεκινάει πρώτα, κι  ακούγεται  το γλυκόλαλο κλαρίνο και συνεχίζει η κρυστάλλινη φωνή του μικροκαμωμένου ντόπιου τραγουδιστή.

Η καρδιά μας σκίρτησε από μια μυστηριώδη συγκίνηση της μουσικής και των στοίχων του πρώτου τραγουδιού:

                        Ποια σκύλα μάνα το ‘λεγε «τ’ δέρφια δεν πονάνε;»

                        Τ’ αδέρφεια σκίζουν τα βουνά ώσπου ν’ ανταμωθούνε.

                        Μά ‘ρθε καιρός και σμίξανε σε φουμερό τραπέζι

                        Χρυσά μαντίλια βγάλανε τα μάτια να σκουπίσουν

                        Κι ένας τον άλλον έλεγε κι ένας στον άλλον λέ:

                        __Πως τα περνάς, βρε αδερφέ, κει τα μαύρα ξένα

                        Τα ξένα θέλουν φρόνηση, θέλουν ταπεινοσύνη.-

 

Είναι το τραγούδι της ξενιτιάς και του ανταμώματος και της ορμήνιας. Αυτό το τραγούδι δείχνει την άσβεστη αγάπη των αδελφών, όσα χρόνια και αν περάσουν και όση έχθρα  ενδεχομένως κι αν είχαν.

Όποια και αν ήταν η αιτία του χωρισμού, ήρθε η ώρα της συνάντησης και γεμίζουν τα χρυσά μαντήλια με δάκρυα.  

Όλων τα χείλη προφέρουν το δεύτερο τραγούδι « Τρείς μήνες έχει η άνοιξη και τρείς το καλοκαίρι…..» Ο Κούλης ο Στάθης χορεύει με βήματα σταθερά, μεθοδικά, αργά.

Το ποτήρι  με το κρασί στο κεφάλι του λικνίζεται, σαν το σώμα του. Κρατάει όμως ισορροπία και δεν πέφτει.

Όλοι καμαρώνουν τον γέρο λεβέντη που χορεύει και τα μάτια όλων είναι στραμμένα επάνω του. Μια νέα  τον κρατάει και τον ζηλεύει για τον χορό. Προσπαθεί μάταια  να τον φτάσει στην τέχνη του χορού.

Τί περιγραφή να γίνει με τον ωραίο χορό τους, τα τσαλίμια τους, την απελευθέρωση της ψυχής και του σώματός τους;

Ο  καλοσυνάτος Μπαλάσης Βαγγέλης,  που πριν  μια ώρα με καλωσόρισε στο χωριό του, ήρθε η σειρά  του τώρα  να σύρει  το χορό.  Το ίσιο κορμί του, λύγιζε με πλαστικότητα και τέχνη. Χορεύει  στον τόπο  τα τραγούδια και φέρνει φούρλες.  Χτυπάει τις φτέρνες των ποδών του και κει που λες θα πέσει σε ξεγελάει και επανέρχεται με νέα σκέρτσα και φιγούρες.

Η μουσική τον απελευθερώνει από τα βάσανα  της ζωής. Με όρθιο το κεφάλι και τα μάτια καρφωμένα ψηλά ,  το σώμα ακολουθεί την μουσική και  χορεύει μεθυστικά.

Πληρώνει με χρυσό νόμισμα τους οργανοπαίχτες. Πρώτα σταματά τον χορό και ασπάζεται τον κλαριντζή και ύστερα τον τραγουδιστή που ικανοποιούν στο έπακρο την ανάγκη του για χορό. Αυτή είναι η πληρωμή στα όργανα. Αναστατώνεται ο εσωτερικός κόσμος του χορευτή και παρ’ όλα αυτά στέκεται ευγενής, σταθερός, γοητευτικός στο ρυθμό του βηματισμού, πρωτότυπος και πρωτόγνωρος για μας που βλέπουμε αυτή την μαγεία του χορού.  Δεν είναι ο μόνος.  

Και σαν έρχεται η σειρά άλλου πρωτοχορευτή, του δάσκαλου Νίκου Μπαλάση,  δραστήριου αλλά και ισόβιου προέδρου του συλλόγου των Μπουλιαριτών, χορεύει.

Ξεδιπλώνει όλη την τέχνη του εσωτερικού του κόσμου. Μας δίνει μαθήματα χορού όπως έκανε χρόνια στα σχολιαρόπαιδά του. Μπράβο στον δάσκαλο και στους άλλους, που χόρεψαν  και δεν έμαθα τα ονόματά τους και σε αυτούς που συνέχισαν μετά τον χορό, όπως στα αδέρφια Τσίρμπα που χορεύουν ασταμάτητα και δεν θέλουν να σταματήσουν να χορεύουν.  Μα έχουν και δίκιο να μην θέλουν να βγουν από το χορό.  Γίνεται το αντάμωμα του αδελφού  από την μακρινή Αυστραλία και οι άλλοι από εδώ.

 

Εδώ στο Μπουλιάρι,  κοντά στις κορυφές του Αϊ Λιά και του Δόκανου, εξακολουθούν οι Τσιρμπαίοι και οι υπόλοιποι, να δίνουν  Ρεσιτάλ χορού.

Σε  αυτό το απόμερο από τον άλλο κόσμο  μα πανέμορφο φυσικό τοπίο, χρόνια οι Μπουλιαραίοι σμίλεψαν τα τραγούδια τους. Τα προήγαγαν και τα έφεραν μέχρι τις μέρες μας  τραγουδώντας τα όπως και οι πατεράδες τους, στο πανηγύρι τους.

Σε λίγο αδειάζουν τα καθίσματα, οι χορευτές πληθαίνουν. Γίνονται δυο φιδίσιοι γύροι και ύστερα τρείς και όλοι γυρνοβολάνε στην πίστα μπλεγμένοι.

Δεν έχεις ποιόν να πρώτοκαμαρώσεις από τους τρείς πρωτοχορευτές και ποιόν να θαυμάσεις. Τώρα μια γυναίκα με το ευλύγιστο σώμα της σύρει  μπροστά τον χορό. Ο ιπποτικός χορευτής του άλλου γύρου πάει δίπλα της για λίγο, την καμαρώνει , κοντοστέκεται να προχωρήσει μπροστά εκείνη και να ξεδιπλώσει την ομορφιά του δικού της χορού. Με τον χορό οι άνθρωποι κάνουν ένα Λαοκόντειο σύμπλεγμα.

Οι τελευταίοι γίνονται και πρώτοι και όλοι μαζί χορεύουν στον ίδιο ρυθμό, όπως τα φύλλα του δέντρου που κουνιούνται , με την ίδια ένταση του αέρα. Βλέπουμε μια συνεχόμενη παλμική, ομοιόμορφη κίνηση.

Νέες και γέροι, άνδρες και γυναίκες , ανάμικτα πιασμένοι χέρι με χέρι χορεύουν με χάρη και ευθυμία. Τα γέρικα μάτια λάμπουν , τα πόδια φτερουγίζουν, πρόθυμα σαν ακούγεται το ερωτικό τραγούδι « Για μια Λιδορικιώτισσα , πολύ καημό απόκτησα…»   Νέα βεργολυγίσματα, νέα σκιρτήματα καινούργιος ρυθμός.

 Τέσσεροι γέροι,  καθησμένοι σε ένα τραπεζάκι, θυμούνται λαμπρές ατέλειωτες βραδιές, που είχαν περάσει χορεύοντας, στο προαύλιο της εκκλησίας τους στη γιορτή  της Αγίας Άννας. Θυμούνται παλιά,  μεθυσμένοι από τον χορό, και τις παρεξηγήσεις που συχνά γίνονταν πάνω στο χορό,  τις κάνες των όπλων να τρέμουν και  οι  σφαίρες μπορούσε και  να μην αστοχήσουν!

Περήφανοι άνθρωποι, έχουν το τραγούδι και τον χορό μέσα τους.

Τα τραγούδια αυτής της μέρας αποπνέουν άρωμα και λεβεντιά στους βουνίσιους Αρκάδες στους Γορτύνιους,  στους Μπουλιαρίτες.

 Και του χρόνου, φίλοι ,Γορτύνιοι κι Αρκάδες!   

 B GIRAKAS  9/8/2015

  

 

1 σχόλιο:

  1. Ζήτω αυτό το site!
    Ο Βαγγέλης χτύπησε πάλι κατακαλόκαιρο!
    Πανηγυρικό το κείμενο. Μπράβο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή