Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2015

Α Π Α Γ Ω Γ Η

Του  Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου

Κόντευε μεσημέρι. Ο ήλιος έτσουζε  και τα γίδια βόσκοντας είχαν πάρει συνέπαγα  την καταπράσινη πλαγιά, κατηφορίζοντας στο κεφαλόβρυσο.
Ο Πάνος, από το πυκνό δάσος,  βγήκε σ’ ένα ξάριο, ακολούθησε το περικοπό δρομάκι και πρώτος έφτασε  στην πηγή, που είναι στην άκρη του κάμπου.
Έπλυνε τα χέρια του, γέμισε τις χούφτες του με δροσερό νερό και τo ‘ριξε στα μούτρα του, για να διώξει την κάψα του προσώπου του.

Ήπιε δυο τρείς γουλιές, έβρεξε  ένα  ξακρίδι ψωμί σμιγαδένιο,  που είχε μαζί του, στον μπούρμπουλα και κάθισε σε μια κοτρώνα να δαμάσει την πείνα του.
Πιο κάτω το ποτάμι ακοίμητο, βουίζοντας , ακολουθούσε το δρόμο του στον κάμπο της Ρουπακίνας.
Πέρασαν από μπροστά του, εργάτες  κι αφεντικά του κάμπου: Μπαρουναίοι, Κατσιαλεπαίοι, Μπουρνάς, Μακεδόνας , κουρασμένοι αλλά χαρούμενοι. Άλλοι καβάλα, άλλοι με τα πόδια. Τα μουλάρια ήταν  φορτωμένα  αραποσιτόκλαρες, μουχρίτσα και  φαγώσιμα του κάμπου. Πότιζαν τα ζα τους νερό, έσκυβαν στην πηγή, έπιναν κι αυτοί, γέμιζαν τις βαρέλες και ανέβαιναν τον ανήφορο στα καλύβια τους,  για φαϊ και ξεκούραση
Γνώριμος ήχος μουλαριού ακουγότανε . Κατέβαινε στην απάνω στροφή,  στον μεγάλο πρίνο. Καβάλα η κοπελιά με τ ’άσπρο τσεμπέρι, με μια γλαντζινήσια λούρα στο χέρι και δυο βαρέλες κρεμασμένες μονόπαντα.
Άφησε ο Πάνος τα γίδια, γυρoρθήκανε στο μπούρμπουλα,  ήπιαν νερό και τα σαλάχιξε. Εκείνα πισοπάτησαν με προορισμό τα μεγάλα δέντρα,  στην τρανή λάκα του χωραφιού του για στάλο. Το μουλάρι πλησίασε στην πηγή και κείνος ρώτησε την  κοπελιά:
__Σήμερα άργησες να έρθεις!
__Τελευταία βολά   είναι που έρχομαι.
__Γιατί;  Άνοιξες πηγάδι στο καλύβι σου;
__Όχι, αλλά οι δικοί μου δεν θέλουν να έρχομαι  το μεσημέρι για νερό.
Ο Πάνος έτρεξε, μιας και κανένας δεν ήταν κοντά να τον δει, της έπιασε μαλακά το χέρι και την βοήθησε να κατεβεί.
Εκείνη τεντόνοντας το δεξί της χέρι, φάνηκε λίγο το άσπρο της στήθος.  Ο Πάνος  κοκκίνησε ολόκληρος ! Θεώρησε φταίχτη τον εαυτόν του για το άγαρπο πιάσιμο  Εκείνη κατέβασε το χέρι της και του είπε πονηρά.
__Για τον κόπο σου θα πληρωθείς!.
Γέμισε τις βαρέλες, βόηθηκε κι ο Πάνος στο φόρτωμα και πήρε το δρόμο του γυρισμού για το καλύβι της.
__Πες μου τι να κάνω;  Ν΄ ακολουθήσω κι εγώ τον ίδιο δρόμο; της ψιθύρισε.
__Κι άλλες φορές πήραμε τον ίδιο δρόμο. Ούτε που με κοίταξες. Λέξη δεν μου είπες.
__Το έχεις εύκολο;  Πολλά έχω να σου ειπώ. Σ΄αγαπάω, θέλω να σε κάνω γυναίκα μου.
__Πάνο, μπορείς να μου ειπείς τώρα ότι θέλεις. Εγώ τα τραγούδια  στο καλύβι που άκουγες για σένα τάλεγα. Μα μου φαίνεται ούτε βλέπεις, ούτε ακούς.
Τότε λύθηκε το μοσχάρι στον Πάνο. Τώρα ήταν βέβαιος ότι και η Σωτήρα τον ήθελε.
__Θυμάμαι τα τραγούδια σου στον μεγάλο πρίνο, κοντά στ’ αλώνι που χορεύαμε όλοι οι περαμερήσιοι κείνο το βράδυ. Για μένα τάλεγες;
__Για ποιόν άλλον λές εσύ;
Να ήταν τρόπος ο δρόμος να μην τελείωνε. Να την είχε δίπλα του, κοντά του. Λίγο έλλειψε να την φιλήσει κατάλακα. Δείλιασε , μάτια πολλά υπήρχαν γύρω.
__Πάνο, θα στα ειπώ όπως μου έρχονται από μέσα μου, από την καρδιά μου. Νοιάζομαι για σένα και κάνω πράγματα  και όνειρα που δεν τολμούσα να κάνω πριν.
__Πότε θα ξανά συναντηθούμε;  Οι δικοί σου φαίνεται πήραν είδηση για τις συναντήσεις μας. Γιαυτό απαγόρεψαν το μεσημέρι να κατεβαίνεις για νερό στο μπούρμπουλα.
__Έτσι υποψιάζομαι κι εγώ να είναι.  Εσύ πάντως ότι μου ζητήσεις για μένα είναι διαταγή.
__Να! έλεγα ότι πολλά μάτια παρακολουθούν και μπορεί  να μας βλέπουν όταν συναντιόμαστε. 
__Και τι  πρέπει να γίνει;
__Οι δικοί σου φεύγουν πολλές φορές για το χωριό. Θα είναι ευκαιρία να βλεπόμαστε στο καλύβι σου. Το καλύβι κρύβεται μπροστά προς το δρόμο με δέντρα. Από το άλλο μέρος είναι η πλαγιά με το μονοπάτι. Κανένας δεν έχει πέρασμα από κεί και δεν θα με βλέπου,  όταν έρχομαι.
__Πάνο, τα μάτια σου δεκατέσσερα. Μην σε πάρουν είδηση οι Γιοβαίοι,  χαθήκαμε!.
Έτσι άρχισαν οι συναντήσεις του Πάνου και της Σωτήρας. Αραιές στην αρχή, πιο συχνές αργότερα.
Όταν καταλάβαινε  ότι η Σωτήρα ήταν μόνη της στο καλύβι, πέρναγε μπροστά από το δρόμο.  Εκείνη έβγαινε δήθεν για δουλειά και τον ειδοποιούσε να την επισκεφθεί.
__Καλημέρα Πάνο, για πού τόβαλες;
__Μέχρι το Γιοβαίϊκο καλύβι πάω.
__Έλα μέσα ρε. Έλα μέσα. Μόνη μου είμαι.
__Πού είναι οι άλλοι;
__Να, ο γέρος πήρε ένα φόρτωμα αραποσίτι με το μουλάρι και κατηφόρισε στου Σφυρή το μύλο. Έμπα μέσα και μη φοβάσαι.
__Λοιπόν τι νέα; Προχθές πήγε η καρδιά μου στην Κούλουρη. Θα περάσουν ημέρες να συνέλθω.
__Αμ εγώ Πάνο!... Κάποτε όμως θα το μάθουν. Τι θα κάνουμε ;  Τι όμορφα θα ήταν να σμίγουμε χωρίς φόβο! .
__Κι αυτό θα γίνει, Σωτήρα.
__Πάνο, στο είπα πολλές φορές . Στο ματαλέω. Θα περάσεις καλά μαζί μου. Θέλω να γίνεις άντρας μου. Εκείνη έβλεπε τον Πάνο δισταχτικό, λίγο απόμακρο. Σαν κάτι να τον βασάνιζε. Εφτά μήνες είχαν περάσει από την πρώτη τους συνάντηση και σχεδόν είχανε γίνει στόχος στους γείτονές  τους. Αν το μάθαιναν  οι δικοί τους, τι θα κάνανε;
__Κι εγώ σε θέλω για γυναίκα μου, αλλά δεν χρειάζεται να βιαζόμαστε. Ο γέρος μου κάτι πήρε χαμπάρι. Περιμένω πρώτος να μου πιάσει κουβέντα. Πάντως αυτό τον καιρό θα έχουμε εξελίξεις.
__ Αύριο, να ξέρεις Πάνο, έχω μια δουλειά και  θα πάω στο χωριό.
__Θάρθω  απόκοντα κι εγώ και θα σμίξουμε περνάγοντας το γεφύρι , μετά του Μασκαρά το καλύβι. 
__Θα δώσουμε στόχο για σχόλια και κουτσομπολιά αν μας δει κανένας.
__Γιαυτό  το κάνω.   Σκόπιμα. Να μας δούν.

__Ρε, καλόπαιδο, στο χωριό δεν θα πας καμιά ημέρα από τούτες;
__Ναι  Θανάση. Θέλεις τίποτε;
__Έχω ξεμείνει από τσιγάρα, αλλά δεν έχω και λεφτά απάνω μου να σούδινα να φέρεις μια κούτα.
__Έχω γω λεφτά δικά μου και  θα σου φέρω τα τσιγάρα.
__Το καλύβι δεν είναι μακριά, πάμε παρέκει   να σου δώκω να ψωνίσεις.  Όλο γλυκοκοιτάγματα βλέπω . Αν σ’ αρέσει η τσιούπα πήγαινε και πάρτηνε.
__Τι σκαλίζεις στο μυαλό σου, Θανάση; Για ποια  μου λές;
Λες να μην σε βλέπω στον μπούρμπουλα που την συναντάς; Έχουμε άλλη ομορφότερη στην Περαμεριά;  Και είναι στην ώρα της. Έτοιμη νύφη. Είκοσι δυο χρονών θάναι.
__Άκουσα, Θανάση, φέρανε συμπεθεριό από την Στρέζοβα. Τι νάγινε; Έμαθες;
__Άμα θέλεις εσύ τ άλλα συμπεθεριά χαλάνε. Είναι φτωχούλα , αλλά τόσο βιός που έχετε σας φτάνει να ζήσετε. Αν δεν την θέλουν οι δικοί σου υπάρχει και άλλος τρόπος, να την πάρεις.
__Ποιός τρόπος; Θανάση.
__Να τόσοι και τόσοι τις κλέψανε. Εσύ δεν μπορείς να κάνεις το ίδιο; Σκιάζεσαι; Πέρασε από το κάτω νερό, την είδαν οι νεράϊδες  τη φτύσανε στο στόμα και τις έμοιασε. Είναι ομορφούλα ο διάβολος.
 Ο Πάνος καμάρωνε με όσα άκουγε. Πάνο, άκουσέ με. Είναι καλή η Σωτήρα και έξυπνη. Αυτές οι λακουβίτσες που κάνει στα μαγουλάκια της, όταν γελάει σε μουρλαίνουν. Πρόσεξε, θα στην κλέψουν άλλοι και θα σου λείψει. Άκου και μένα. Να την κλέψεις!. Θα βοηθήκω και  γω άμα χρειαστείς κάτι.
__Ο Βλάσης, Θανάση, δεν αστειεύεται. Την μάνα μου κάπως την φέρνω στα νερά μου.
__Όλα Πάνο, γίνονται άμα υπάρχει αγάπη και θέληση. Θα κάνεις και καλή συγγένεια. Ο αδελφός της, ο βιολιτζής είναι μάλαμα άνθρωπος. Λίγο τόχεις να είναι γύρω σου καλοί  και προκομμένοι ανθρώποι;.  Θα είναι το δεξί σου χέρι σε ότι χρειάζεσαι.
Τράβα και μη στέκεις ολότελα. Ο πατέρας σου θα απαυ
δήσει στην αρχή και μετά θα τα ξεχάσει όλα και θα σε συγχωρήσει. Όπως κάνουνε ούλοι.
Έτσι πήρε την απόφαση ο Πάνος.
Το σύνθημα δόθηκε. Η Σωτήρα θ’ ανέβαινε την άλλη ημέρα στο χωριό. Κοντά κι ο Πάνος και ας τον έβλεπαν οι δικοί του και όποιος ήθελε. Δεν θα’δινε λογαριασμό σε κανένα.
__Πατέρα, αύριο θ ανέβω στο χωριό, του είπε, σαν να ήταν αυτός το αφεντικό.
__Κάτσε Πάνο, να πας άλλη ημέρα, με περιμένει κάποια δουλειά και τα γίδια θέλουν τσοπάνη.
__Έχω κανονίσει τώρα  παρέα και δεν μπορώ να την κοροϊδέψω. Κάνε άλλη ημέρα την δουλειά σου, που θα είμαι εδώ.
__Με ποια παρέα θα πάς στο χωριό;
__Με του Κατσιαλέπη τα παιδιά, του απάντησε.
 Ούτε άλλο είπανε το βράδυ, ούτε συμφώνησαν κάτι.

Ο Πάνος συνάντησε τη Σωτήρα την άλλη  μέρα, όπως είχαν κανονίσει και τράβηξαν για το χωριό. Τι είπαν, τι έκαναν στο δρόμο, Θεός και ψυχή τους.
Ο Πατέρας του έμαθε για την παρέα του, ποιά ήταν και ότι κατάστρατα δυό φορές τη φίλησε.   Μία στο ένα μάγουλο και άλλη μία στο άλλο.
Τις ανησυχίες του τις κουβέντιασε με την γυναίκα του.


__Η διαβολογυναίκα,   καλά λένε έχει μια πλευρά παραπάνω,  το ξελόγιασε το παιδί μας. Έβοσκε τα γίδια του μονολογούσε και αγνάντευε προς το καλύβι της  στην Περαμεριά. Μίλαγε με όση δύναμη είχε.
Ποιος θα τον άκουγε στα πλάϊα του Θεού;  Μακριά από το δρόμο και τους ανθρώπους;
Η γριά του,  η Βλάσαινα, έβαλε στο τσακόνι ψωμί και τυρί.  Σε ένα καρδαράκι  έβαλε λίγες μπουρμπουλιστές χυλοπίτες, τα πήρε και ακολούθησε το μονοπατάκι να βρει το γέρο της. Ο Βλάσης  όταν την είδε ξαφνιάστηκε.
__Δεν σε περίμενα τέτοια ώρα εδώ γριά!.
__Ξέρω τη στενοχώρια σου γέρο και άκουσα καθαρά τι έλεγες.  Ο Πάνος παιδί είναι. Δεν καταλαβαίνει από τέτοια, μην το μαλώνεις.
__Τι λες γριά, τα παιδιά είναι έξυπνα σήμερα και ο Πάνος νογάει σαν μεγάλος. Τον βλέπω εγώ που στολίζεται και όλο προς το καλύβι της κοιτάει. Ξέρεις γριά , στην Στρέζοβα προχθές στο πανηγύρι, τι λες ότι πήρε; Ένα καθρεφτάκι και δυο τσατσάρες για την κωλότσιεπη.  Δεν μου κρύβεται  εμένα.
__Γέρο, η τσιούπα είναι καλή, μόνο που είναι φτωχή.
__Μα εγώ γιατί κάνω έτσι; Είναι φτωχή και ο Πάνος μας δεν έχει πάει στρατιώτης. Σκέφτεσαι τι θα γίνει αν μπλέξουνε;
__Γέρο, αύριο να βρεις τον πατέρα της και να του μιλήσεις καθαρά , πώς έχουν τα πράγματα:  Ότι είδανε  τα παιδιά και φιλιόσανται  κοντά στην πηγή, στο Κάτω Νερό. Να  ιδούμε τι θα σου ειπεί και κείνος. Μη τυχόν και τη μαζέψει.
__Τι να μου ειπεί, γριά;  Άλλο που δεν θέλει, να διώξει την φτώχια από πάνω του. Ο Πάνος είναι περιζήτητος γαμπρός, αν ειπούμε να τον παντρέψουμε. Έχουμε διακόσια γίδια, στανοτόπια με το καλύβι  στα Σελά.  Εδώ στην Περαμεριά το ίδιο.   Σπίτι στο χωριό, χωράφια γεμάτα μυγδαλιές, απιδιές, τα μουλάρια του . Την περιουσία μας όλη.  Σε ποιόν θα πάνε αυτά; Έτσι μού ‘ρχεται να τον αποκληρώσω. Δεν δίνω προίκα στις τσιούπες μας  για χατίρι του Πάνου.
Άστον να έρθει εδώ το βράδυ και θα λογαριαστούμε!.
__Γέρο, μην το μαλώνεις το παιδί. Με το μαλακό είναι καλύτερα.
Γύρισε η ημέρα κι ο Πάνος ξανάφανε, άκεφος, αμίλητος, στενοχωρημένος.
__Κάτσε Πάνο να φας. Νηστικός θα είσαι!.
__Δεν θέλω μάνα. Είμαι κουρασμένος.
__Σε βλέπω ανήσυχο και αφηρημένο. Μου φαίνεσαι αδιάφορος για το σπίτι μας, για τις δουλειές του!. Έχεις κάτι;
__Ναι, μάνα.!  Από καιρό έχω ένα πρόβλημα. Με βασανίζει η αγάπη μου για μια κοπέλα.
Το είχαν καταλάβει ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει και η μάνα του και ο πατέρας του. Άφησαν όμως τον ίδιον να εκδηλωθεί. Είχαν ετοιμαστεί και οι δυο να αντιδράσουν και να αποτρέψουν τα σχέδιά του.
__Ποιά είναι η κοπέλα που σου πήρε τα μυαλά; Μήπως είναι η Σωτήρα;
__Ναι μάνα, αυτή είναι.
__Αυτή την ψηλομύτα, την φαντασμένη πήγες να βρεις; Γυναίκα χωρίς βρακί θέλεις να πάρεις; Χαθήκανε οι καλές γυναίκες; Τώρα που δεν την θέλουν οι άλλοι, ήλθε σε σένα.  Ξέχασες ότι κουβέντιαζε και σαλιάριζε με τον Γιώργο;
Πωπώ ντροπές!..
__Μάνα, του κόσμου λόγια είναι όλα αυτά.
__Λόγια του κόσμου είναι ότι δέκα συμπεθεριά ήρθανε και δεν καλιάσανε πουθενά; Όλοι στρίψανε κι αλλούθε πάνε οι άλλοι. Αυτή ούτε για λούστρο δεν κάνει.
 Ο Πάνος μάθαινε από την ίδια για τα συμπεθεριά και τον διαβεβαίωνε ότι κανένα δεν θα στεριώσει. Γιατί άφηνε τους δικούς της να δέχονται συνοικέσια;  Σάματι ήταν του χεριού της;
__Τα πάρα λες μάνα. Δεν τα ξέρεις καλά τα πράγματα.
__Δεν ήρθε ο καιρός σου ακόμη. Αν αποφασίσουμε να παντρευτείς, έχει άλλα κορίτσια στο χωριό, νοικοκυρές, όμορφες, με βιός, με χωράφια με ζα….. Αν δεν σ’αρέσει καμιά τσιούπα από δώ, πάμε στη Στρέζοβα, στην Κερπινή στο Βαλτεσινίκο.
__Δεν γίνεται, μάνα, αυτό που σκέπτεσαι. Την αγαπώ και έχω κάνει όνειρα πολλά. Μερονυχτίς την σκέπτομαι.
__Ο πατέρας σου, να ξέρεις, δεν θα το δεχτεί.
__Ότι θέλει ας κάνει. Εγώ δεν θ΄αλλάξω.
 Μπαίνει στο καλύβι ο πατέρας του.
__Γύρισες, γιέ μου; Γύρισε και η παρέα σου;
__Γέρο, του προκομμένου  μας το μυαλό δεν γυρίζει με τίποτα. Δεν αλλάζει, την αγαπάει και θα την παντρευτεί! Πες του και συ τίποτε.
__Δεν θα κάνει ο Πάνος ότι θέλει!. Τώρα δεν είναι καιρός να παντρευτεί και η κοπέλα είναι φτωχιά. Το πολύ θα τον διώξω από το σπίτι!..
 Ο Πάνος άκουγε την μεταξύ τους συζήτηση.
__Και σεις, τότε που αγαπιόσαστε και δεν θέλανε οι πατεράδες σας, τι κάνατε;   Δεν αποφασίστε να παντρευτείτε; Δεν περνάς καλά με την μάνα;
__Άλλο εμείς, άλλο εσύ. Πάνο, η μάνα σου και εγώ είμαστε πολύ στενοχωρημένοι με όσα κάνεις και λες. Ή επιμονή σου σ’ αυτό το θέμα δεν έχει όρια. Το θέμα του γάμου το’χουμε κουβεντιάσει . Εμείς θ’ αποφασίσουμε ποια θα πάρεις. Το έθιμο δεν χαλάγεται.
__Τι λες πατέρα ; Εγώ αυτήν που αγαπώ θα πάρω και τελείωσε.
Δεν ήθελε πολλά ο Βλάσης.
__Δεν θες ν’ ακούσεις όσα σου λέμε εγώ και η μάνα σου! Αγριεύει, άναψε, κοκκίνισε και του φωνάζει.
__Χάσου από τα μάτια μου που θα πάρεις μια ξεβράκωτη. Να φύγεις από το σπίτι μου αν τολμήσεις να ξανά κοιτάξεις προς τα κει.
Ο Πάνος μπρός γκρεμός και πίσω ρέμα. Δεν αντιδρά στον πατέρα του. Κάθισε για λίγο αμίλητος και μετά του είπε.
__Σαν τι κακό κάνω; Σηκώθηκε κι έκανε μια βόλτα προς το γαλάρι.
Έπρεπε να ιδεί τη Σωτήρα. Είχε βγάλει απόφαση. Θα την έκλεβε!


Έφυγε η άνοιξη, τίποτα δεν κράταγε τους ξωμάχους εκεί στα χειμαδιά   Ανέβασαν τα γιδοπρόβατά τους στο χωριό, στα ψηλώματα, στην Κουκούλα,στα καταράχια του χωριού, στο Στρογγυλό. Να ιδούν κι αυτοί μια στάλα χωριό. Τα σπίτια τους τα είχαν, την σειρά τους την είχαν. Για το Βλάση χρήσιμο, Θα έλεγχε και την κατάσταση με τον γιό του.
Δέκα πέντε ημέρες είχε να την ανταμώσει! Στο διάστημα αυτό πολλά είχαν ακουστεί στο χωριό.  Αυτή, μέρα παρά μέρα, πέρναγε μπροστά από το σπίτι του. Πήγαινε στο ρέμα, στη Λιάσκοβα  για νερό .
__Πάνο, πήρες απόφαση; Μίλησες με τους δικούς σου; Τι έγινε; Τόλμησε να του ειπεί στην Πλεύρα που δήθεν τυχαία σμίξανε.
_Το πήρες  το γράμμα; Το διάβασες; Σου γράφω να είσαι έτοιμη.
__Αύριο θα πάω στο ρέμα.
Κοντά στο σπίτι του, στη μάντρα του γείτονα,  σε μια τρύπα , άφηνε γραμμένες τις σκέψεις του και εκδήλωνε την αγάπη του.
Αυτή  πηγαίνοντας  στο ρέμα μέριαγε την πέτρα και έπαιρνε το γράμμα. Σαν έφτανε κοντά στο μπαλκόνι του εκείνος έκοβε λουλούδια και της πέταγε.
Αυτή τη φορά πήρε το σημείωμα με προσοχή, να μη την ιδεί κανένας. Προχώρησε και στη σκάλα ήταν η Βλάσαινα.
__Καλημέρα θεια,  της είπε με όσο περισσότερη ευγένεια και γλύκα είχε η φωνή της.
 Χωρίς ν’ ανταποδώσει τον χαιρετισμό η Βλάσαινα κατέβαινε την σκάλα μουρμουρίζοντας .
__Κάτσε να σου ειπώ δυο λόγια. Να ξέρεις ότι εμείς δεν σε θέλουμε για νύφη μας. Ούτε ο γιός μας για γυναίκα του!.
__Δεν με θέλει;  Και πώς το ξέρεις;
__Να μην ξανα ενοχλήσεις τον γιό μου. Δεν είσαι για το δικό μας τζάκι.
Δεν πρόλαβε ν’ αποτελειώσει το λόγο της και μια φούντα βασιλικός προσγειώθηκε στο κεφάλι της. Ήταν απ αυτά που πέταγε ο Πάνος στην αγαπημένη του.
Δεν είχε δει την συνάντηση των δυο γυναικών. Πετάγοντας το βασιλικό χτύπησε στο ταβάνι του μπαλκονιού και  ελαφρά έπεσε στο κεφάλι της μάνας του.
Η Σωτήρα κράτησε τα γέλια της, χωρίς να ειπεί τίποτα και  τ άφησε ελεύθερα τα γέλια της  λίγο πιο κάτω στον πλάτανο.
Με λαχτάρα άνοιξε το γράμμα και το διάβασε. Λίγα κατάλαβε στην αρχή.  Μετά με την ησυχία της το διάβασε στο σπίτι. « Αγαπημένη μου, της έγγραφε. Συνάντησα πολλές δυσκολίες από τους δικούς μου. Αρνούνται την σχέση μας και τον γάμο μας. Πρέπει να ξέρεις: Τη Δευτέρα το απόγευμα στις έξι η ώρα με λίγα πράγματα θα σε περιμένω στην Πλεύρα. Σκοπός είναι να πάμε στην Αστυνομία να τελειώνουμε με αυτό το θέμα. Έχω έτοιμο το σχέδιο που θα κινηθούμε, μην φοβάσαι.»  «Πάνο, εδώ στο σπίτι μου για μένα,  νομίζεις ότι είναι καλύτερα;»  Αυτά ήθελε να του ειπεί. Πώς όμως;  Σήμερα το μεσημέρι την κάλεσε ο πατέρας της μπροστά και στον αδελφό της, να δώσει εξηγήσεις.
__Πατέρα, άκουσα κουβέντες. Όλοι στο μαγαζί σιγοψιθυρίζουν και περιμένουν από μένα ν’ ακούσουν. Τι συμβαίνει με την αδερφή μου!
__Ρώτησε την αφεντιά της, να σου ειπεί. Και μένα κάτι πήρε το αυτί μου. Δεν ξέρω πολλά.
__Αδελφός της είμαι. Έπρεπε να τα ξέρω όλα.
__Ας άνοιγες τα μάτια σου. Να μην φτάσουν τα πράγματα εδώ που φτάσανε.
__Έλα δω εσύ μωρή!  Έμαθες να παίζεις πίσω από την πλάτη μας. Ακόμη δεν βγήκες από τ’ αυγό. Τόσα συμπεθεριά ήρθανε, κανένας δεν σου άρεσε. Ήθελες  να μας ντροπιάσεις στο χωριό!
__Άκουσέ με, αδερφέ, να σου ειπώ.
__Δεν θέλω να μου ειπείς τίποτε άλλο. Μόνο ποιος είναι(!) γιατί θα σε σκοτώσω…
__Το παιδί το γνωρίζεις και εσύ κι ο πατέρας. Μου έταξε ότι θα με πάρει.
__Μην επιβαρύνεις τη θέση σου, παλιόθήλυκο(!) , μόνο πες μου ποιος είναι.
__Ο Πάνος του Βλάση είναι. Κι αμέσως την πήρανε τα κλάματα.
 Για λίγο ησυχία επεκράτησε. Κανένας δεν ήθελε να το πιστέψει. Για άλλον κατάλαβαν και είχαν υποψίες.
__Κι αυτός να είναι και όποιος να είναι, θα γίνουμε περίγελοι  του χωριού.
« Δύσκολα και άλυτα προβλήματα,  σιγοψιθύρισε ο πατέρας, που μόλις και  το άκουσε ο γιός του. Κάνει πιο πέρα το παιδί, πάει στρατιώτης, μπλέκει με καμιά άλλη και άϊντε πιάστονε.»
__Απο αύριο μη τολμήσεις και βγείς έξω από το σπίτι, κακομοίρα μου! Την φοβέρηξε ο αδελφός της.
 Εκείνη μαζεμένη, αθόρυβα, αμίλητη,  πήγε στο κρεβάτι της, σκέπασε με το απλάδι το όμορφο προσωπάκι της και έκλαιγε.
__Τώρα θέλουμε και μιξοκλάματα, είπε ο αδερφός της.

Το Σάββατοκύριακο έμενε και η Δευτέρα πλησίαζε. Φοβόταν μήπως κάτι δεν πάει καλά και ναυαγήσει η… δουλειά.
__Παναγία μου, βόηθα να πάνε όλα καλά. Κερί θα σ’ ανάψω σύντομα στην Χάρη σου.
Αλλά και στον Πάνο πολλά τα προβλήματα στριφογύριζαν στο κεφάλι του.
Είχε πουλήσει δεκαπέντε γίδια σε κάτι περαστικούς χασάπηδες από το έμπα του καλοκαιριού. Ο πατέρας του δεν ήξερε τίποτε γι’ αυτό. Είχε κάνει καλή προετοιμασία. Με τα λεφτά θα έκανε το ξεκίνημα, θα κάλυπτε τα πρώτα του έξοδα. Θα μπορούσε να πάει στη Δημητσάνα ακόμη και στην Τρίπολη, να κάνει τις δουλειές του.
Ο Θανάσης, γείτονας στο καλύβι του, συμβουλάτορας και καλός χωριανός πάντα τον συμβούλευε. Του είχε ειπεί ιστορίες για την κλεψιά και ήταν κατατοπισμένος. Μπορεί να μην ήξερε γράμματα, αλλά μίλαγε έξω από τα δόντια και ο Πάνος καταλάβαινε το κάθε τι.
Πάνο, του έλεγε, αυτοί που κλέβονται, πάνε στην Μητρόπολη. Βγάζουνε από τους παπάδες ένα χαρτί και το δίνουν στην Αστυνομία, να τους προστατέψει και να τους παντρέψει. Αυτό είναι όλο.
Ο Πάνος θυμήθηκε πώς του τα είπε ο Θανάσης την πρώτη φορά και τον πήραν τα γέλια. « Φράπ την γραπώνεις , άμα δεν θέλει η γυναίκα, της κλείνεις το στόμα να μην σε προδώσει και την σούρνεις στο πλάϊ κανά δυο ημέρες.  Ύστερα ημερεύει και έρχεται μόνη της γυρεύοντας». Εγώ δεν έχω τέτοιο πρόβλημα, σκέφθηκε.
Η Σωτήρα θα έρθει μόνη της.
 Την Κυριακή συνάντησε το φίλο του τον Γιάννη.
__Γιάννη, μια χάρη θέλω .
__Πάνο, ότι μου ειπείς.
__Την Δευτέρα θα λείπω από το χωριό και τα γίδια μου στην Κουκούλα θα μείνουν μόνα τους. Πρέπει κάποιος να τα μαζέψει. Ο πατέρας μου δεν μπορεί.
__Θα πάω εγώ, Πάνο, να τα μαζέψω.
__Γιάννη, θα τα μαζέψεις και θα τα πας στο μαντρί μου στο Στρογγυλό. Δεν θα το ειπείς σε κανέναν αυτό που σου αναθέτω. Ούτε στον πατέρα μου. Τ΄ ακούς Γιάννη;
__Έγινε, Πάνο, δεν θα μάθει κανένας τίποτα. Δεν μου λες εμένα να ξέρω τουλάχιστον πού θα πας; Και οι άλλοι ας μην ξέρουν.
__Δεν πρέπει, Γιάννη, ούτε συ να ξέρεις.

__Σωτήρα, γιατί δεν ξαπλώνεις όλο το μεσημέρι; Ξάπλωσε και κλείσε τα μάτια σου να περάσει η κάψα και ύστερα έχεις χρόνο για δουλειές.
__Δεν νυστάζω μάνα. Έχω και ένα πονοκέφαλο και δεν λέει να μ’ αφήσει.
Η μάνα της δυο τρεις φορές την είδε που πρόβαλε τα φουστάνια της. Πάντα πρόσεχε το ντύσιμο στον εαυτόν της και δεν της έκανε εντύπωση καμία.
__Ο αδερφός σου είναι πολύ στενοχωρημένος και όλα σου τα αδέρφια και όλοι μας, γι’ αυτό που έχεις κάνει.
__Γιατί  όλοι νομίζετε ότι μόνο εγώ φταίω.
__Γιατί , κόρη μου, η γυναίκα είναι η πιο αδύνατη σε όλη την ιστορία. Νομίζεις ότι έκανες καλά; Πώς θα πάρει τέλος αυτό το βάσανο, μου λες;  Δε θέλω να λογομαχήσω μαζί σου, ούτε να σε ελέγξω μπορώ.
__Μάνα, δεν μπορώ να σου μιλήσω. Έχω πονοκέφαλο δεν το καταλαβαίνεις;
__Εσύ έχεις βάλει τα καλά σου. Θα κάνεις καμιά επίσκεψη; Πού θα πας;
__Μάνα, θα πα μέχρι την Πλεύρα να με χτυπήσει λίγος αέρας. Έσκασα δεν μπορώ.
__Τρελάθηκες ,τσιούπα μου; Τέτοια ώρα στη Πλεύρα! Πάει τόχασες. Θα την χάσω τη τσιούπα μου. Της πήρε τα μυαλά. Πες μου σε παρακαλώ  είσαι στα καλά σου που φεύγεις τέτοια ώρα!. Τι θα ειπεί όποιος σε δει στολισμένη σαν νύφη στην Πλεύρα!.
 Η Σωτήρα είδε την αγωνία της μάνας της, τον πόνο της ,την αγάπη και την κατανόηση που της έδειξε. Θεώρησε σκόπιμο να της πει  τι θα έκανε, αν εξασφάλιζε την σιωπή της στους υπόλοιπους της οικογένειας.
__Μάνα, δεν έχω πολύ χρόνο για κουβέντα. Θέλω να μου υποσχεθείς, όσα σου ειπώ να μην μάθει κανένας τίποτε.
__Η μάνα σου πάντα κράταγε τα μυστικά σου. Τώρα που  το επιβάλεις, πρέπει να έχεις σοβαρά πράγματα να αποκαλύψεις. Πες μου λοιπόν τι συμβαίνει;.
__Σε μια ώρα έχω συνάντηση στην Πλεύρα με το Πάνο. Το έχουμε κανονίσει από ημέρες να βρεθούμε σήμερα στις έξι η ώρα.
__Πας, παιδάκι μου, να διαλύσεις το σπίτι μας; Δεν θα τον αφήσουν οι δικοί του να σε παντρευτεί. Όλα θα γυρίσουν εις βάρος μας. Τι κάνεις ευτού!.
__Άσεμε, μάνα, να τελειώσω αυτά που έχω να σου ειπώ. Μαζί θα πάμε στην Αστυνομία. Θα δηλώσουμε την πρόθεσή μας να παντρευτούμε και ότι μας συμβουλέψουν εκεί. Οι δικοί του δεν με θέλουν, μου το είπε ξεκάθαρα η μάνα του πριν λίγο καιρό, που πήγαινα στο ρέμα. Για να τον κερδίσω, δεν έχω άλλη επιλογή. Πρέπει και εσάς να βγάλω από δυσκολίες, από προίκες, γάμους, φασαρίες και έξοδα.  Θέλω να είσαι κοντά στον πατέρα αυτές τις ημέρες.
__Μακάρι να συμφωνούσαν και να σε ήθελαν, κόρη μου. Θα κάναμε τον γάμο όπως ονειρευόμουν. Τα έξοδα τα είχαμε μελετήσει με τον πατέρα σου. Κόρη μου, τώρα τι να ειπώ;  Κάνε ότι σε φωτίσει ο Θεός. Με την ευχή μου να πάνε όλα καλά. Έβγαλε από το γιούκο, λίγα χρήματα και της τα έδωσε. Καλά που μου το είπες διαφορετικά θα τρελαινόμουν και γι αυτό σε ευχαριστώ. Θα είμαι κοντά σου, κόρη μου. Έσκυψε και την φίλησε και ένα δάκρυ κύλισε στο πρόσωπό της.
Φεύγω, μάνα ,γιατί δεν με παίρνει η ώρα. Φεύγω με την ευχή και την αγάπη σου και μην στενοχωριέσαι, ο Πάνος είναι καλό παιδί.
Ο Πάνος μισή ώρα τώρα περίμενε στην Πλεύρα κοιτάζοντας γύρω του φοβισμένα. Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει. Όπου και να’ ναι θα ‘ρθει, έλεγε. Κι αν της έτυχε κανένα εμπόδιο, ο αδερφός της, η μάνα της! Τι γίνεται! Αυτά σκεπτόταν και η ανησυχία του μεγάλωνε…

Το μάτι του έπεσε καρσί επάνω της. Ξανάφανε στολισμένη, κουνιστή, χαμογελαστή, όλο τσαχπινιά και ζωντάνια. Φόραγε λελουδιαστή φούστα με άσπρο φόντο ,κόκκινες ανεμώνες, μέλισσες επάνω ανά  πέμπτη ανεμώνη με ενδιάμεσα κίτρινα κρινάκια. Επάνω φόραγε μπλούζα  άσπροπράσινη με δυο μαργαρίτες κεντητές δεξιά και αριστερά  στο ύψος του στήθους.
__Τέτοια συνάντηση θα την ζήλευαν πολλοί, της είπε. Όμως δεν έχουμε καιρό για χάσιμο. Δεν πρέπει να μας ιδεί μάτι. Σε λίγο καιρό η μπόρα θα περάσει. Σε είδε κανένα μάτι που ερχόσουνα;
__Κανένας δεν με είδε και είμαι ευτυχισμένη κοντά σου.
__Οι δικοί σου δεν κατάλαβαν καμιά σου κίνηση;
__Να σου ειπώ. Τη μάνα μου λυπήθηκα για την στενοχώρια που θα τράβαγε. Ήθελα κι εγώ  κάποιος δικός μου να το ξέρει και έφυγα με την ευχή της.
__Αλήθεια; Καλά έκανες. Τουλάχιστον θα έχουμε έναν σύμμαχο.
__Μου είπες ότι έχεις σχέδιο δράσης. Ποιο είναι;
__Να, περνάγοντας τις Γούρνες θα μπούμε στον κάμπο, μακριά από το δρόμο. Αν μας ιδούνε, δεν ξέρεις τι γίνεται!. Θα πάμε στις Ολομάδες, εκεί έχω ένα φίλο, τον Παπαγεωργίου. Αυτός έχει σπίτι να κοιμηθούμε. Μετά βλέποντας και κάνοντας. Πάντως προορισμός μας είναι η Αστυνομία. Αυτοί θα μας δώσουν τη λύση.
__Κάποιος φαίνεται να έρχεται από τον κάμπο. Αν είναι δικός μας θα το καταλάβει. Αν είναι ξένος ψυχραιμία. Θα ειπούμε ότι είμαστε αδέλφια και πάμε για κάποια δουλειά στο Βαλτεσινίκο. Χαιρετήθηκαν και έκαναν τον αδιάφορο για γνώρα με τον ξένο. Έτσι προχώρησαν το δρόμο τους.

Ο ξένος, και κείνος ακολούθησε το δρόμο του, μέχρι που έφτασε στην πλατεία του χωριού. Μπήκε στο καφενείο να πιεί καφέ και να ξεκουραστεί.
__Αλήθεια Τασία,  αυτός ο νέος που πήγαινε στις Γούρνες τον ανήφορο ήταν ο Πάνος του Βλάση;
__Πότε τον είδες;
__Ήταν δεν ήταν έξι η ώρα. Εσύ ερχόσουν από την Μπαλιζού. Από εκεί αν τον είδες.
__Είδα έναν, μάλλον ο Πάνος ήταν. Έμοιαζε. Εκεί στο χάλασμα του ψηλού και πήγαινε στη δημοσιά τον ανήφορο προς τις Γούρνες.
__Πήγαινε επάνω με μια όμορφη κοπελίτσα. Μόλις πλησίασα σοβαρέψανε. Ενώ λίγο πριν είχα ακούσει τα γέλια τους.
__Αυτός πρέπει να ήταν, δεν υπάρχει αμφιβολία. Κοπέλα όμως δεν είδα .
__Πού να πήγαιναν τέτοια ώρα τον ανήφορο.
__Όλοι  περιμένουμε να ακουστεί το «μπάμ». Δηλαδή να κλεφτούνε. Κάτι τέτοιο  πρέπει να’ γινε.
__Μα το παιδί δεν φαινότανε να έχει γένια καθόλου. Θα ήταν πίσω από δέκα οχτώ χρονών. Αλλά και η τσιούπα μικρή φάνηκε… Προβλήματα που έχει η αγάπη!.
Αυτά είπε και ήπιε μια γουλιά φρέσκοψημένου καφέ που του σέρβιρε η Τασία.
__Πώς ήταν η Κοπέλα, περιποιημένη, χαρούμενη; 
__Μια απλή κοπέλα είδα καλοντυμένη, με κότσο τα μαλλιά της.  Όταν σμίξαμε κόπηκε η μηλιά της και σχεδόν έτρεμε . Το πρόσωπό της άλλαξε δέκα χρώματα. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί συνέβηκε  αυτό. Τώρα εξηγούνται όλα. Κάτι μου λέει μέσα μου, ότι αυτοί οι νέοι ταιριάζουν  και κάνει ο ένας για τον άλλον.
__Δε θέλουν τη νύφη οι γονείς του γαμπρού και φαίνεται αποφάσισαν να κλεφτούν.
__Ξέρεις, μπορεί να κάνουν ότι έκανε η Γκόλφω με το Τάσο, άμα αχουγιάζουν τα παιδιά.
Η Τασία και ο Θανάσης που ήρθε εν τω μεταξύ  στο καφενείο χαμογέλασαν.
__Πατριώτη, αν ήταν να γίνει κάτι τέτοιο, θα πήγαιναν προς το Χελμό, όπως πήγε και η Γκόλφω.  Απ’  ότι βλέπεις ούτε προς την λίμνη δεν πάνε. Στην Αστυνομία πάνε να τελειώνουνε!
Το νέο μαθεύτηκε στο χωριό. Η συζήτηση πήγαινε και ερχόταν. Σαν να είχε χτυπήσει η καμπάνα. Ο Βλάσης κάποια στιγμή κατέβηκε στο κατώι του σπιτιού του και ένας Κερπινιώτης περνάγοντας τον χαιρέτησε και αντάλλαξαν ειδήσεις.
__Τι νέα καλόπαιδο; του είπε.
__Εσείς έχετε τα νέα εδώ. Εμείς δεν έχουμε  τίποτε.
__Δηλαδή τα δικά μας νέα ποια είναι;
__Να, άκουσα η Σωτήρα της Πάναινας κλέφτηκε με έναν ξενοχωρήτη.
__Καλό νέο μου’ φερες, του είπε και ανέβηκε γρήγορα τα σκαλιά του σπιτιού του να ειπεί τα ευχάριστα νέα στην γυναίκα του.
Άκουσα ευχάριστα νέα γυναίκα , στο καφενείο. Η  Σωτήρα κλέφτηκε με έναν ξένο. Γλυτώσαμε, γλύτωσε το παιδί μας!.
__Ας πάει στο καλό η τσιούπα να ζήσει.  Της κακομίλησα. Τελευταία την συμπάθησα όμως.
Έμαθες γέρο από πού είναι ο γαμπρός.
__Ξένος είναι. Δεν πήρε περισσότερα το αυτί μου.

Ο Πάνος και η Σωτήρα σχεδιάζουν τις πιο πέρα ενέργειες, κάτω από μια κορομηλιά του Βαλτεσινιώτικου κάμπου. Τι Ολομάδες, τι Βαλτεσινίκο, είπαν. Ότι έχει να γίνει, θα γίνει. Θα πάμε στον Αστυνόμο.  Αυτό αποφάσισαν.
__Αυτό το ρίσκο Πάνο, θα το αναλάβω εγώ, μόνη μου. Αν τα πράγματα πάνε καλά, σε ειδοποιώ και έρχεσαι.
__Μα  η Αστυνομία θα ειπεί ότι είμαι δειλός, ανίκανος, άχρηστος.
__Άκου να σου ειπώ. Αν μαθευτεί στο χωριό και ο πατέρας σου ειδοποιήσει την Αστυνομία θα σε δέσουν πιστάγκωνα και θα σε πάνε με συνοδεία στο χωριό. Δεν καταλαβαίνεις, είσαι ανήλικος και δεν μπορείς να κάνεις δικαιοπρακτικές πράξεις. Δηλαδή να συμφωνήσεις τον γάμο σου με την Αστυνομία.
__Αν είναι έτσι μπες μπροστά και κανόνιστα.
Μόνη της παρουσιάστηκε στην Αστυνομία, ομορφούλα όπως ήταν νέα, ξανθιά, κόκκινη σαν την παπαρούνα.
__Καλησπέρα σας, κύριε Αστυνόμε μου, είπε.
__Καλησπέρα, αλλά περιμένετε, άλλος είναι ο Αστυνόμος.  Αν δεν έχει δουλειά θα περάσεις στο γραφείο του. Ο Αστυνόμος ανταπέδωσε τον χαιρετισμό της και περίμενε να ακούσει το αίτημά της.
__Να ξέρετε κυρ Αστυνόμε μου. Είπε με μασημένα τα λόγια της.  Ήρθα εδώ από ανάγκη.
Ο Αστυνόμος ασχολιότανε μέχρι τώρα με τα πλούσια προσόντα της. Περίμενε ν ακούσει το πρόβλημά της. Εκείνη ξεκαθάρισε ότι  «ήταν εκεί με τον αγαπημένο της και ήθελε να την  βοηθήσουν να παντρευτεί τον μοναχογιό του τσέλιγκα,  τον Πάνο».
__Γιατί δεν τον έφερες εδώ; τη ρώτησε ο Αστυνόμος.
__Πρέπει να απαντήσω;
__Και βέβαια πρέπει να απαντήσεις. Όλα πρέπει να τα ειπείς.
__Γιατί,  Αστυνόμε μου, είναι ανήλικος και είπα μήπως δεν τον πιστέψετε και μας στείλετε πίσω στο χωριό άπραγους.
__Πόσων  χρονών είναι;
__Καν δέκα οχτώ, καν δέκα εννέα.
__Όπως τα λες είναι γέρος όχι ανήλικος. Πες μου κάτι άλλο. Τον αγαπάς;
__Όχι μόνο τον αγαπάω, αλλά τρελαίνομαι κι εκείνος μου ορκίστηκε ότι με αγαπάει!.
__Εγώ πώς μπορώ να βοηθήσω;
__Να, εξουσία είσαι στο τόπο μας, γνωρίζεις τους παπάδες, να γίνεις κουμπάρος και να μας στεφανώσεις.
 Ο Αστυνόμος άκουσε και τον Πάνο, διαπίστωσε ότι είχε ενηλικιωθεί και ότι την αγάπαγε και ήθελε να την παντρευτεί.
__Κύριε Αστυνόμε μου, έχουμε και άλλο πρόβλημα. Κανονικά πρέπει να σε λέω Κουμπάρε ή Αστυνόμε;
__Έξω, όπου με βλέπεις, θα με φωνάζεις κύριε Αστυνόμε. Εδώ όταν έρχεσαι και στα σπίτια μας, κουμπάρε. Αλλά μου είπες ότι έχεις κι άλλο πρόβλημα. Ποιο είναι;
__Δυο τρία βράδια να δώσεις εντολή να ετοιμαστεί το νυφικό κρεβάτι εδώ στο τμήμα και να μας έχεις υπό την προστασία σου!
__Μα φοβάσαι; Την ρώτησε περίεργος ο Αστυνόμος.
__Δεν ξέρεις από Βλάση. Φοβερίζει να μας σκοτώσει. Στις τρείς ημέρες, μας είπαν, θα του περάσει ο θυμός και τα πράγματα θα ξεδιαλύνουν.
Ο Αστυνόμος έπραξε όπως του είπαν οι φίλοι μας. Τους στεφάνωσε και τους παραχώρησε ένα δωμάτιο με στρωμένο στα άσπρα το νυφικό κρεβάτι.

__Αχ, καϋμένε Κυριάκο. Μου είπες νέα από την ανάποδη.
__Γριά, δεν το κατάλαβα. Μου είπαν ότι η Σωτήρα κλέφτηκε με παιδί από άλλο χωριό. Βλέπεις, άλλα θέλουμε εμείς και άλλα γίνονται.
__Ακούστηκε στο χωριό, ότι τα παιδιά κυκλοφορούν από Περαμεριά προς Σελά.  Δεν πηγαίνεις να ιδείς μπας και κάνεις τίποτα;
Δεν χάνει καιρό, παίρνει την γκλίτσα του, ειδοποιεί και τον πρωτοξάδερφό του. Ζώνονται τις μαχαίρες στη μέση, και  κατεβαίνουν Κοκολαγκάδι, Αγιολιά,Σύμπαινα.
__Ξάδερφε, ο Βάγγος μπορεί να φιλοξενήσει τα παιδιά στο καλύβι του;
__Τα παιδιά ή στο καλύβι στα Σελά είναι ή στην Περαμεριά. Εκεί πάμε να ψάξουμε.

Στο καλύβι δεν έχουν έρθει, ξάδερφε, είπε ο Βλάσης, δεν έχει ζυγώσει άνθρωπος εδώ , είναι όπως το άφησα την περασμένη Πέμπτη.
Στο Kάτω Nερό  στην πηγή που έφτασαν πηγαίνοντας για την Πέρα Μεριά, συνάντησαν τον κυρ Κώστα.
__Κυριάκο, έμαθα τα παιδιά τα πάντρεψε,  με τιμές και δόξες ο Αστυνόμος. Να ζήσουν και καλούς απογόνους.
__Πού τόμαθες, Κώστα;
__Καρακαλαίοι  από το Βαλτεσινίκο περάσανε με άλεσμα για το μύλο και μου το είπανε.
__Τι λες ρε Κώστα!  Εδώ ήρθε η είδηση κι εγώ δεν έμαθα τίποτε!
__Κυριάκο, ας είναι φτωχή η Σωτήρα, είναι καλή κοπέλα.  Εγώ την καμάρωνα όταν πέρναγε από εδώ και είχα υπ’ όψη  μου να κάνω κουβέντα για το γιό μου.
__Πάμε ξάδερφε να γυρίσουμε πίσω, μου φαίνεται η γριά έχει πικρό καφέ, να πιούμε.

__Πού είσαι κυρά Ταλία; ε, κυρά Ταλία;  
__Εδώ είμαι μωρή, είμαι έτοιμη να φύγω  για την Περαμεριά.
 Δεν ήθελε να συναντήσει άνθρωπο. Έτσι το είπε να ξεφορτωθεί τη γειτόνισσα.
__Είναι αλήθεια αυτό που έμαθα;
__Τι έμαθες;
Της είπε με απάθεια. Σαν να κοιμήθηκε ύπνο βαθύ τα δύο τρία τελευταία βράδια. Σαν να μη είχε μεγάλη στενοχώρια και έννοια, τι θα απογίνει η κόρη της.
Ήξερε να απαντήσει, αλλά δεν ήθελε να πει τίποτε για ό,τι συνέβαινε στο σπιτικό της.
Κατάλαβε η γειτόνισσα και δεν συνέχισε, ούτε την κουβέντα, ούτε  να μπει στο σπίτι όπως είχε εκ των προτέρων πρόθεση.
__Τι ξέρεις γυναίκα;  Είχες καμιά είδηση για τα παιδιά;
__Εγώ άντρα μου, το είδα το όνειρο, πως είχα δυο γουρούνες, η μια πήγε προς τα Σελά και η άλλη προς τις Γούρνες.
__Κάποιος μου είπε γυναίκα, πως ο Κυριάκος θα δεχτεί τα παιδιά στο σπίτι.
__Υπάρχει τέτοια εξέλιξη;  Παναγία μου βόηθα μας, και έκανε το Σταυρό της. Ποιος στο είπε άντρα μου αυτό το τόσο μεγάλο νέο;
__Ο  ομότεχνος του γιου μας, ο Μαρούτας. Με έναν όρο όμως: Να πάω στο σπίτι να συζητήσουμε το θέμα της προίκας.
__Άντρα μου, μην  κάθεσαι. Τώρα που είναι και βραδάκι πήγαινε. Κανένας δεν θα σε ιδεί. Και όμορφα με τον συμπέθερο. Τάξε του όσα έχουμε και ύστερα τον γελάμε.
Ξεκίνησε ο κυρ Παναγιώτης και αυτός ομοιώνυμος με το… γαμπρό του και μια και δυο στο βλασαίϊκο σπίτι. Τακ, τακ  χτύπησε την πόρτα. Ανοίγει η πόρτα και να ‘σου η Βλάσαινα.
__Να μπω μέσα ή να μη μπω;  και ένα χαμόγελο άνθισε στα πικραμένα ημέρες τώρα χείλη του. Ήρθα.  Δεν ξέρω αν θέλετε επισκέψεις .
__Έλα μέσα Πάνο, είναι και ο Κυριάκος μέσα.
__Καλησπέρα. Πώς να σε ειπώ. Κυριάκο ή συμπέθερο;
__Συμπέθερε θα με ειπείς στο τέλος, άμα τα κανονίσουμε στην προίκα. Αλλά και συμπέθερο να με ειπείς δεν πειράζει.
__Ακούγεται καλύτερα να φωνάζουμε ο ένας στον άλλο, συμπέθερε.
__Ας είναι έτσι. Λοιπόν συμπέθερε  Πάνο, τα παιδιά δεν ακούσανε κανέναν και κάνανε του κεφαλιού τους. Εμείς πρέπει να συναινέσουμε και να επικυρώσουμε το γάμο.
__Έτσι είναι συμπέθερε Βλάση, και συμφωνώ με όσα λες.
__Το βιός που θα αφήσω στο γιο μου το ξέρεις. Θέλω και συ να δώκεις κάτι για προίκα στην κόρη σου. Και ό,τι τάξεις συμπέθερε, θα το δώσεις. Μην μπλέξουμε και δεν ξεμπλέκουμε ύστερα και φρίζει ο κόσμος.
__Συμπέθερε Βλάση, τα έχω μελετημένα αυτά που θα δώσω στην κόρη μου.
__Να ακούσω κι εγώ συμπέθερε.
__Θα της δώσω πέντε στρέμματα χωράφι στην Περαμεριά και το ένα τέταρτο του αλωνιού με το θεμονοστάσι. Πέντε προβατίνες, δυο γίδες με τα τρία κατσίκια τους και, αν θέλεις, το γαϊδουράκι της μεγάλης γαϊδούρας, επειδή είναι από καλό σόϊ.
Ο Κυριάκος έστριψε το μουστακάκι του από χαρά, σηκώθηκε επάνω, έδωσαν τα χέρια τους και ευχήθηκαν, «να ζήσουν τα παιδιά»!. Το ίδιο έγινε και με την γριά του.
__Τελικά συμπεθερέψαμε και γίναμε συγγενείς Πάνο, του είπε η Κωστούλα, η Βλάσαινα.
__Κανονικά, συμπεθέρα, έπρεπε να είχαμε συγγενέψει τότε που ήμαστε ερωτευμένοι. Θα μου ειπείς άλλα τα χρόνια τότε….
Στον Κυριάκο μια αμφιβολία είχε ριζώσει στην ψυχή του. «Θα δώσει το χωράφι με το αλώνι όπως έλεγε ο συμπέθερος ή θα χάσει και τη γριά του».

__Κάλεσε τα παιδιά στο γραφείο μου, Χρίστο.
__Ποια παιδιά, κύριε Αστυνόμε.
__Τους κουμπάρους μου , τους νεόνυμφους.
__Καλημέρα κουμπάρε, είπαν και οι δυο μαζί. Είμαστε υπόχρεοι για την βοήθειά σου,  την φιλοξενία σου εδώ στο Αστυνομικό τμήμα. Και ευχαριστημένοι για τη νέα συγγένεια που κάναμε οι δυο μας και με σένα.
Το πρώτο βράδυ ήταν υπέροχο. Λίγο χαμηλοτάβανο το υπνοδωμάτιο. Εμείς έχουμε συνηθίσει στα καλύβια που μπαίνει ο αέρας από τα κεραμίδια σαν σίφουνας και αναπνέουμε ελεύθερα. Εδώ σκάσαμε.
__Εγώ γι αυτό σας κάλεσα. Να μου ειπείτε πώς περάσατε το πρώτο βράδυ. Δεν έχω μεγάλο σπίτι. Αλλά κανόνισα όσον  καιρό χρειασθεί να σας φιλοξενήσει ένας φίλος μου. Αν και δεν το βλέπω να χρειάζεται.
Αν θέλετε, καλώ τους γέρους σας εδώ να συμφωνήσουν και να σας δεχτούν στο σπίτι τους.
Αν αρνηθούν, σκέπτομαι με την δική σας συγκατάθεση, να τους μηνύσω και να τους κρατήσω δυο τρία βράδια εδώ στο διπλανό κελί προς γνώση και συμμόρφωση.
Τι λέτε; Συμφωνείτε;
Κάντε τώρα μια βόλτα έξω να πάρετε αέρα, σκεφτείτε το και εδώ είμαι να το κουβεντιάσουμε.

__Πάνο, άϊντε καϋμένε Πάνο.
__Αδερφή, εδώ είσαι; Πότε ήρθες;
__Έμαθα τα κατορθώματά σου και ήρθα μαζί με το Μαρούτα να σε ιδούμε. Κι από μένα το ‘κρυβες και φοβόσουνα Πάνο;  Δεν λέω, μου το είπες  ότι θα κλέψεις την τσιούπα, αλλά έλεγα ότι αστειεύεσαι. Τώρα έτσι που σε βλέπω εδώ, σε πιστεύω.
Πια έκανες γάμο με παπά και με κουμπάρο; Ήτανε Βαλτεσινιώτες στην εκκλησία,  Πάνο;
__Πολύς  κόσμος! Αλλά όλοι γελάγανε. Σαν να μην είχανε ιδεί γάμο.
__Τα ίδια γινότανε και με μένα, Πάνο. Αν μου ξάνα τύχει, αν χωρίσω με το Μαρούτα, τέτοιο γάμο εδώ στο Βαλτεσινίκο δεν πρόκειται να ξανά κάνω. Εμένα ήταν καλός ο Αστυνόμος τότε που κλέφτηκα με τον Μαρούτα. Μας πήρε και κοιμηθήκαμε στο σπίτι του, γιατί ήταν τίγκα τα κρατητήρια, δηλαδή τα δωμάτια, από κλεψιές και ξυλοδαρμούς.
Μας έβαλε σε μια μικρή καμαρούλα και δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε.
Εδώ τι κάνεις τώρα, Πάνο;
__Περιμένω να έρθει το Λεωφορείο να πάμε στην Τρίπολη για τα μέλια, που λένε.
__Σήκω ρε, πάρε και την λεγάμενη και τραβάτε σιακά στα γίδια σας και στα καλύβια σας και κοιμηθείτε όπου βρίσκετε, που μου θέλετε και τέτοια χαλιουρίσματα!. Μούρλανες τους γέρους, το κατάλαβες; και δεν έχουν στασιό.
__Ο πατέρας έμαθα, ψάχνει για ντουφέκι.
__Το ντουφέκι το θέλει για τη μάνα σου. Έμαθε τον έρωτά της με τον συμπέθερο που είχε στα παιδικά της χρόνια.
Έτσι το ελαφρύνανε λίγο το πρόβλημα και γελάσανε όλοι

__Καλώς την νύφη μου, φώναξε μόλις είδε την Σωτήρα. Την αγκάλιασε και τη φίλησε.
Τα έχω περασμένα πρώτη νυφούλα μου.  Μαλώματα, φοβερίσματα, και μετά κλέψιμο, Αστυνομία, κρυφόγελα από ξένους. Έκανα κι εγώ γάμο σαν τον δικόνε σας και ξέρω από τέτοια. Μην στενοχωριέσαι. Να ζήσετε χαρούμενοι και ευτυχισμένοι.
__Πάνο, δε στο έλεγα ότι είναι πολλοί που κάνανε τέτοιο γάμο και θα έχουμε παρέα;
__Ήρθα  να σας ιδώ και να σας προτείνω την φιλοξενία σας στο αρχοντικό της Μάρως, της πεθεράς μου,  για όσο καιρό χρειαστεί.
Θα συνηθίσει και θα το πάρει απόφαση ο πατέρας και «τω Θεώ δόξα», να λέτε. Όπου και νάναι τελειώνει το μαρτύριό σας.
Φίλοι μου, στην κυρά Μάρω καλά περάσανε τρείς ημέρες. Την Τετάρτη κανένας δεν άντεχε μόνος. Ούτε οι γέροι, ούτε οι νεόνυμφοι…. 
B GIRAKAS 







 



 

 

 

 

 

 

 

 

 














1 σχόλιο:

  1. και ο Παππούς μου ο Τσιριμόγιαννης είχε κλέψει την Γιαγιά μου.
    Την ιστορία δεν την ξέρω ακριβώς,αλλα θα προσπαθήσω να ξυπνήσω τις αναμνήσεις αυτές απο την Μητέρα μου.
    Δημήτρης Χ (εγγονός Τσιριμόγιαννη)

    ΑπάντησηΔιαγραφή