Πέμπτη, 2 Απριλίου 2015

Π Α Λ Ι Ο Π Υ Ρ Γ Ο Σ


Του Βαγγέλη Κ.Χριστοπούλου
Σε μια από τις  βόρειες χαμηλές πλαγιές του Μαινάλου, σ’ ένα πλάτεμα με χούνες, λάκκες και καταράχια είναι χτισμένος ο συνοικισμός της ιστορίας μας, ο  Π α λ ι ό π υ ρ γ ο ς.
Πήρε το όνομά του από τον  Φράγκικο πύργο που υπήρχε εκεί  κοντά, του  οποίου τα ερείπια  παραμένουν ακόμα και σήμερα .
Ο Παλιόπυργος ήταν  ένας μικρός αγροτοποιμενικός συνοικισμός, η αρχή του οποίου χάνεται στο βάθος του χρόνου. Σημαντικός και αγαπημένος για όσους από μας ζήσαμε  εκεί.....
 Το ίδιο και για  όσους τον γνωρίσαμε από κοντά. Είναι περίπου εφτακόσια μέτρα μακριά από την όμορφη κοιλάδα του  ποταμού Λάδωνα. Σήμερα η κοιλάδα εκείνη, στα δυτικά του Παλιόπυργου είναι μια πανέμορφη λίμνη, «η λίμνη του Λάδωνα».
Οι άνθρωποι που ζήσανε εκεί, μπόρεσαν και δάμασαν τη γη. Σκάβοντας   με τα πενιχρά μέσα που είχαν, την εκχέρσωσαν  και την  έκαναν πολύ καρπερή.
Είχαν χωράφια που έβγαζαν το σιτάρι τους,  αμπέλια που έβγαζαν το κρασί τους και είχαν πολλά δέντρα φυτέψει για να εξασφαλίσουν τους καρπούς  και τα φρούτα τους.
Απαραίτητα ήσαν και τα κοπάδια τους από γιδοπρόβατα και γελάδια για να παράγουν τα διάφορα  κτηνοτροφικά προϊόντα. Και τα υποζύγια για τις κουραστικές δουλειές τους. Ο Παλιόπυργος, ένα ηλιόλουστο χειμερινό κατώμερο, τα είχε όλα απλόχερα.
Μια ματιά με την φαντασία μας στο βάθος του χρόνου, βλέπουμε τους Παλιοπυργήσιους που έχυναν τον ιδρώτα μέσα στο λιοπύρι του καλοκαιριού και  κρουστάλλιαζαν το καταχείμωνο, να οργώνουν να σπέρνουν και να θερίζουν χωρίς σταματιμό, χωρίς ξεκούραση.
Η μικρή ιστορία του συνοικισμού γράφεται με λίγες αφηγήσεις   ανθρώπων του, που σήμερα  ζουν. Οι περισσότεροι κάτοικοί του, που ξέραμε,  έχουν δια παντός  αποδημήσει.
Άφησαν όμως τα σημάδια τους. Ο ίδιος ο χώρος που έζησαν είναι μια ζωντανή ιστορία. Την νοιώθεις, ακούς τον ψίθυρο των σπιτιών,  τον αναστεναγμό των χωραφιών και των δέντρων, που ετοιμόρροπα να πέσουν απ’ τα γηρατειά, σου θυμίζουν τους κτήτορές τους.
Λέμε π.χ.  στο Πρίνο του Πάτση, στη Συκιά του Τασιουκλή στις Παλιότεντες, το Αλώνι του Γιερέντη, στη Γουβίτσα του Καπαλή.  Ο πρίνος,  η συκιά, το αλώνι, η γουβίτσα   δεν είναι τίποτε άλλο  παρά το απομεινάρι  που παρουσιάζει, αποκαλύπτει ,ξεχωρίζει ,μνημονεύει σημαντικούς και μη  ανθρώπους του Παλιόπυργου.  Έτσι είναι εύκολο να καταλαβαίνουμε για ποιόν μιλάμε.
Ανάμεσα λοιπόν στις πανύψηλες μυγδαλιές, τα πρίνια και τ’ άλλα δέντρα οι Παλιοπυργήσιοι  είχαν στεριώσει τα καλύβια τους με πέτρες που αφθονούσαν.
Κάθε καλύβι είχε την δική του αυλή περιφραγμένη με μαντρότοιχο και μέσα εκεί στεγάζονταν τα ζωντανά του:  τα πρόβατα, οι κατσίκες, τα μουλάρια, τα γαϊδούρια, οι κότες, το γουρούνι…
Τα πιο φτωχά καλύβια ήσαν και αποθήκες, που μύριζαν ζωοτροφές και ζωοκοπριές. Εκεί ήταν αποθηκευμένος ο σανός, το κριθάρι μέσα σε παλιοκάσονα μαζί με όλα τα ανάχρια και μόμιλα του σπιτιού.
Στον περιβάλλοντα  χώρο βρίσκονταν ο φούρνος, το κοτέτσι, χώρος να μπαίνουν τα ξύλα  κλπ. Τα καλύβια τα έφτιαχναν χαμηλά με μικρού ανοίγματος πορτοπαράθυρα, κυρίως για να είναι ζεστά τις ημέρες του χειμώνα. Αρκετά καλύβια είχαν  ένα ενιαίο χώρο. Η μια πλευρά του καλυβιού ήταν υπερυψωμένη από τον υπόλοιπο μέρος. Είχε  σανιδένιο πάτωμα και τρία τέσσερα σκαλοπάτια να ανεβαίνουν επάνω οι άνθρωποι.  Εκεί  ζούσαν, κοιμούνταν, είχαν το τζάκι και τα υπάρχοντά τους. Κάτω στον υπόλοιπο χώρο ήσαν τα ζώα τους.
 Στο Παλιόπυργο, όπως είπαμε, άκμαζε η κτηνοτροφία και έδινε πλούτο και άνεση. Στα χωράφια και τα πλάγια, πρόβατα και γίδια σκόρπια, έκαναν μεγάλη αίσθηση με τα τροκάνια τους και ο τόπος αχολογούσε και γινότανε ήμερος.
Σήμερα λίγα κοπάδια και άλλα  ζωντανά βόσκουν  στον Παλιόπυργο κι αυτά περιστασιακά. Του Κώστα του Ντόκα, του Γούνη , του Λαγιόγιαννη,  του Ξερικού του Πανάγου και του Γιάννη του Βάλαγκα.  Μαζί τους συχνά είμαι κι εγώ σαν επισκέπτης, που μ’ αρέσει να γυρνώ τα βουνά, ν’ ακούω τα βελάσματα και τα τροκάνια και να πιάνω κουβέντα με τα πράματα, με τα μαντριά και τις στρούγκες.
Ποτέ δεν φαντάστηκα ότι θα βρισκόμουν  στον Παλιόπυργο και θα μιλά νοερά έστω, με τόσους  πολλούς ανθρώπους, στ’ αλώνι του Αντρίκα!!!  Όπως τονΤασιουκλή, τον  Ζάννη τον Πανιούρη !!! τις Παλιοπυργήσιες γυναίκες και τόσους άλλους.


 __Για μη βιάζεσαι, Ζάννη. Αν πας στο καλύβι ξαναέλα σε λίγο, εδώ στ’ αλώνι. Έχω ειδοποιήσει πέντε έξι ακόμα να κουβεντιάσουμε.
__Τρέχει τίποτα σοβαρό, Τάσιο;
__Τι να τρέχει;  Ότι έχεις να κάνεις, κάντο. Πήγαινε στο καλύβι και όταν ιδείς να μαζευτούνε και οι άλλοι, έλα από δω. Για τα ξύλα σας θέλω.
__Καλά, τότε πάω  να δέσω το ζω στην αυλή και γυρίζω σύντομα ,  γιατί βλέπω ο Λάγιος με το  Γούλα να’ ρχονται.
__Τους είπα να φωνάξουν και τα παιδιά τους, που είναι νέα και δυνατά και μπορούνε.
Πλησίασαν κοντά στον Τάσιο, ο Λάγιος με τον Γιώργη.
__Τάσιο, οι πρώτοι είμαστε που ήρθαμε; Δεν έχει έρθει  άλλος κανείς, τους έχεις ειδοποιήσει;
__Κάτσετε στις καθίστρες, θα ‘ρθούνε και οι άλλοι. Ο Πανιούρης εδώ κοντά είναι, κατεβαίνει τη σκάλα, όπου νάναι φτάνει.
  Να!  ξανάφανε κι ο Τέλης ο Ρήγος με το Λαμπίτσα και φώναζαν του Φωτιόγιαννη και η φωνή τους ακουγόταν στ’ αλώνι.
__Όρε Γιάννη!, Γιάννη, ακόμα εφτού είσαι;  Δεν σε κάλεσε ο Τασιουκλής που περιμένει στ’ αλώνι; Δεν θα ‘ρθεις;
__Να τον πάρει ο έξω απ’ εδώ, όλο νόμους μας βάζει κι όλο για ισιότητα μιλάει.  Αν δεν έρθω θα βάλει τις φωνές, κοτάω να μην έρθω; 
__Φωτιόγιαννη, εσύ τα μιλάς μαζί του, συχνοτίζεστε  και με το κόμμα. Δεν ξέρεις τί μας θέλει;
__Ότι και να μας θέλει, βάζει τη λογική χάμου και θέλοντας και μη τον ακούμε.
Το αλώνι είχε άπλα μεγάλη και ο κάθε ένας που έφθανε, καθότανε σε κούτσουρα που ήταν για σκαμνιά, και σε πέτρες.
Δυο τρείς φορές την βδομάδα μαζεύονταν να ειπούν τα νέα του χωριού, να καλαμπουρίσουν, να γελάσουν και να περάσουν την ώρα τους.
Σήμερα και ο Λιάς  ο Ζντρούς ήρθε και ο Αντρίκας ήρθε και ο Πλιαμήκας ήρθε. Τον αδερφό του, τον Πάτση, δεν είδε στ’ αλώνι ο Τάσιος και έβαλε την φωνή.
__Πέστε του, ήρθε όλο το μικρομέγαλο και αυτός ακόμα δεν φάνηκε. __Δόντια βγάζει με την δοντάγρα και δεν αδειάζει! Αστειεύτηκε κάποιος.
 Δυο γυναίκες φορτωμένες με πουρνάρια πέρναγαν κοντά από τ’ αλώνι. Ήταν η γρια Ντόκαινα και η Δημαρού.
__Για σταθείτε μωρή ,τους είπε. Εκείνες ξαφνιάστηκαν.
__ Τι μας θέλεις Τάσιο, να μας βοηθήσεις στο φόρτωμα;
__Καθήστε να έρθω παρέκει να σας πω. Ακούτε. Ούλοι τούτοι δεν θέλω να ξέρουν τίποτα. Αν δεν έχετε αλεύρι, πηγαίνετε στην Ελένη να σας δώκει και αναπιάστε προζύμι όσο μπορείτε  γρήγορα να κάνετε ανεβατές τηγανίτες.  Μην αργείτε! Θέλω να τους υποχρεώσετε για να γίνει μια δουλειά σας αυτές τις ημέρες.
Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβει  η Δημαρού.

__Εμείς  που λέτε, δεν είμαστε τσιφλικάδες και μεγαλοχτηματίες. Όλοι είμαστε φτωχοί. Η δύναμή μας είναι η αλληλοβοήθεια.
__Τάσιο, πάλι κήρυγμα μας κάνεις με τους Μπολσεβίκους και την ισότητα που θα φέρουν στην Ελλάδα; Καλά χωρίσανε τα δικά τους, τώρα θα ‘ρθουν εδώ να χωρίσουν και τις πέτρες τις δικές μας, για να έχουμε ισότητα;
__Εγώ θέλω να φτάσουμε στο σοσιαλισμό, απέ να ιδείτε πώς αλλάζουν οι μεγαλοτσιφλικάδες και η πλουτοκρατία. Αλλά τι να χαλά το σάλιο μου με σας τους αναλφάβητους;

 Όπως η συζήτηση προχώραγε, όλοι τους είχαν πιάσει το μισό αλώνι και κάθονταν. Εκτός από τον Τασιουκλή που είχε ξεσπαθώσει και μίλαγε για την πλουτοκρατία, μίλαγαν ξεχωριστά οι δυο τους ,ο Γούνης με τον Ζορμπά.
__Μη τα φέρεις όλα, διάολε. Ακούστηκε να λέει ο Ζορμπάς. Θα τα φάμε όλα ,θέλουμε και για αύριο.
__Για να τα φάμε τώρα που είμαστε όλοι μαζί τα έχουμε. Να πάμε και μια φορά σύμφωνα με τις εξαγγελίες του Κ.Κ.Ε, απάντησε ο Γούνης γελώντας.
__Τότε συ πήγαινε να φέρεις το σακί με τα καλαμπόκια κι εγώ θα φέρω το κοφίνι με τα σύκα και την τσίτσα με το ρακί να βρέξουμε το στόμα μας.
Όλοι τρίβανε τα χέρια τους που ήταν απόγευμα και μέχρι κείνη την ώρα δεν είχαν βάλει τίποτα στο στόμα τους. Ο Τάσιος συνέχιζε τα δικά του.
__Άμα θέλει το κράτος σταματά να βάζει φόρους στα ζα μας.
__Ο Τάσιος καλά λέει ,είπε ο Πανιούρης. Μήπως μας έχουνε φτιάξει δρόμο για τον Κουρπό, να φέρνουμε νερό με τα ζα;  Δρόμο έχουμε για το χωριό;  Μόνο ξέρουνε να έρχονται και να μας τα παίρνουν. Και τα λιανόματα που έχουμε και τα αυγά και τα τομάρια στο χωριό τα παίρνουν και τα εμπορεύονται. Δέκα πέντε φορτώματα απίδια και σύκα έχουν πάρει μέχρι τώρα από τα δέντρα μας. Εγώ  τα βλέπω που περνάνε μπροστά από το σπίτι μου.
__Ευτούνο είναι το λιγότερο. Εδώ πέθανε ο γέρος την άλλη φορά και τον βάλαμε απανωγόμι στο μουλάρι να τον πάμε στο χωριό. Ευτυχώς, επί προεδρίας Αντρίκα , έγιναν λίγο οι δρόμοι και περπατούνται κάπως.
__Να φωνάξουμε και τις γυναίκες μας. Οι κακομοίρες και αυτές θέλουν μια στάλα παρέα, πρότινε ο Λάγιος
__Άστες εκεί που είναι ,αντέτινε ο Γούλας, καλά είμαστε μόνοι μας.

Ο Ζορμπάς δεν άργησε. Έφερε το κοφίνι με τα σύκα και τη ρακή. Με την σειρά έπαιρναν την τσίτσα, καλόχαιρέταγαν και έπιναν ο ένας μετά τον άλλον.
Άναψαν και φωτιά, ήρθε και το σακί με τα  καλαμπόκια και η διαδικασία του ψησίματος άρχισε.
 __Τάσιο, για γλέντι μας κάλεσες εδώ;
Κείνη την ώρα ένα μανάρι ξανάφανε τρέχοντας και από πίσω ,με μια κλάρα, η γριά Γιαννού προσπαθούσε να το γυρίσει στο γαλάρι. Εκείνο, ο διάολος, χορτασμένο άκουγε βέλαγμα προβατίνας κι έτρεχε να ξεφαντώσει ελεύθερο. Τέλος πάντων, γύρισαν στην κουβέντα.
__Ο Τάσιος κάτι σημαντικό θα μας ειπεί.  Μπας και βρέθηκε κανένα παιδί να σιάξουμε καμιά τσιούπα κατά  τα καπνοχώρια; Μουρμούρισε ο Πανιούρης στο διπλανό του.
__Σοβαρό  είναι τούτο που θα σας ειπώ. Ντιριέμαι κιόλας, αλλά θα το ειπώ.
 Όλοι κοίταγαν κατάματα τον Τάσιο και κείνος θεώρησε κατάλληλη την ώρα και  τους είπε:
__ Σκέφτομαι, μες τη βδομάδα που έρχεται, την Πέμπτη, να πάμε στο κάμπο, στο Νησί,  να φέρουμε τα πατερά για τα  σπίτια.  Όποιος δεν μπορεί να το δηλώσει από δω πα. Ο καιρός άνοιξε, τα καλύβια στάνε σε εκατό μεριές. Κάτι παλιόξυλα που έχουμε κόψει στον κάμπο, θέλω να βοηθήκετε να τα φέρουμε.
__Αυτό ήταν όλο; Το ξέραμε και  περιμέναμε να μας το ειπείς ,πότε θα τα κουβαλήσεις.
Όλοι δέχτηκαν αφού κανένας δεν δήλωσε αδυναμία ή αρρώστια. Οι καπνοσακούλες πηγαινοέρχονταν, στρίβανε τσιγάρα και αλλάζανε χέρια.
__Τάσιο, τα πατερά θέλεις να ειπείς από τις λεύκες που κόψαμε.
 Ο Τάσιος κούνησε το κεφάλι του  καταφατικά χωρίς να μιλήσει.
__Το μεγάλο πατερό Τάσιο, θέλει δώδεκα νοματαίους για να ‘ρθεί εδώ. Την άλλη φορά που φέραμε του Τασιόρηγου αρρωστήσαμε, γιατί ήμαστε λίγοι. Ας μας έλειπε  και το τραγί  που φάγαμε μετά.
Έπειτα να λάβεις υπόψιν σου ότι δεν έχουμε όλοι το ίδιο ύψος.
__Και τι έχει να κάνει το κουβάλημα των πατερών με το ύψος; Ρώτησε με απορία ο Τάσιος.
__Πώς δεν έχει να κάνει. Ο Τέλης και ο Τασιόρηγος δεν κάνουν με μας τους κοντούς. Το βάρος θα πέσει όλο επάνω τους.
__Καλά θα ειπούμε και του Γιαρέντη και του Τυριρή και του Σαρρή και στα παιδαρέλια όλα.
__Όλοι θα έρθουνε, αρκεί να τους ειδοποιήσεις ογλήγορα να μην κλείσουνε άλλες δουλειές, ακούστηκε μια  γυναικεία φωνή.
__Εσύ μας έλλειπες  τώρα, της είπε.
__Γιατί μπάρμπα Τάσιο;  Δεν με θέλετε για παρέα;
__Πώς δεν σε θέλουμε;  Κόπιασε  και συ.
 Ήταν η Κοτσιώρο της Αγγέλως. Όταν έφτασε κοντά τους, κατέβηκε κάτω από τον γάιδαρο, έβγαλε την τριχιά από το κολιτσάκι και την κρατούσε στο χέρι της.
__Πάω κι έρχομαι, τους είπε.
 Πιο κάτω στο χωράφι της θα έδενε τον γάιδαρο σε ένα χερισάδι να βοσκίσει. Με ένα παλούκι στα χέρια και με μια πέτρα άνοιγε τρύπα στο χώμα. Βάραγε το παλούκι με δύναμη. Δυο τρείς φορές άλλαξε τόπο. Τελικά το στέριωσε καλά, έδεσε τον γάιδαρο και γύρισε στην παρέα.
Η παραμονή της εκεί  ήταν αρκετή και πολλά άκουσε και είδε από τη σύναξη στ’ αλώνι.  Φεύγοντας της έδωσαν να φάει  και καλαμπόκια. Τους ευχαρίστησε κι έφυγε.
Η τσίτσα κόντευε ν’ αδειάσει, όταν ήρθε η Ντόκαινα με την Δημαρού. Η μια κράταγε ένα μισοκαδιάρικο μπουκάλι με ρακί και η άλλη ένα ταψί με τηγανίτες. Το πετιμέζι απάνω τους έδινε το μελί χρώμα και τις γλύκαινε. Έκαναν ένα γύρω μοιράζοντας τηγανίτες και με το μπουκάλι όλοι χαιρετούσαν και έπιναν από μία.
__Τάσιο, άλλος έπρεπε να κερνάει, του είπε  ο γερο Φωτιάς, που κάτι μυρίστηκε.
__Άκου γέρο, και ας τ’ ακούστε ούλοι.. Πρώτα θα φέρουμε τα ξύλα για τη σκεπή της Δημαρούς, που έχει μεγάλη φαμελιά και μεγάλη ανάγκη και μετά τα δικά μου. Εγώ έχω καιρό, άλλο βράδυ θα σας κεράσω.
Οι δυο γυναίκες αφού κέρασαν,  άφησαν το μισοάδειο μπουκάλι χάμω και  το ταψί  στη μάντρα ,να παίρνει ο καθένας μόνος του, κι έφυγαν.

Η Τασιουκλίνα καθόταν έξω στην μικρή αυλή. Εκεί πέρναγε η Κοτσιώρο και της είπε για την μάζεψη των γερόντων, το φαγοπότι και την κουβέντα που είχαν.
__Τι να σου ειπώ θεια Ελένη, με τους προκομμένους.
__Τι είναι Κοτσιώρο μου; Τι έχεις να μου ειπείς;
__Κάποια τους πήγε τσίπουρο και πίνουν αβέρτα. Ψένουν αραποσίτια, τρώνε και γελάνε. Εμάς μας έχουν για υπηρέτριες.
__Μην τους ξεσυνερίζεσαι τους παλιόγερους. Κουρασμένοι και ταλαιπωρημένοι είναι, άστους να ξεσκάσουν λιγούλι κι αυτοί. Σάμπως έχουμε καφενείο εδώ να πάνε να διασκεδάσουνε!
__Μην είναι ν’ αναγγείλουν κανένα συμπεθεριό, μωρή; τη ρώτησε.
__Δεν άκουσα κάτι τέτοιο, να λένε. Λέγανε όμως για πατερά και ψαλίδια, που θα φέρουν από τον κάμπο.
Της είπε κι άλλα που κουβεντιάζανε στο αλώνι. Είχε κόψη η ώρα. Ένα παχύ σύννεφο άσπρο σαν μπαμπάκι κύλησε στο Καρυτινό βουνό κι  ο ήλιος δεν φαινόταν αν  είχε πέσει. Την χαιρέτησε κι έφυγε.
Οι πόρτες των γύρω καλυβιών άνοιγαν και έκλειναν, να μπει  η φωνή των ανδρών τους μέσα, κάτι ν’ ακούσουν και κάτι να μάθουν.
Το μικρό Νίκο που γύρισε στο καλύβι, τον ρώτησε η μάνα του:
__Είδες τον πατέρα σου στ’ αλώνι;
__Ναι μάνα ,τον είδα. Τραγούδαγε με τον μπάρμπα-Γιάννη και γέλαγαν.

Οι φαμελιές όλες ήταν αγαπημένες. Καμιά φορά μάλωναν για τις ζημιές που γίνονταν στα χωράφια, με τις κότες που ξενογεννούσαν, με τα γουρούνια που ήταν ελεύθερα και κανένα μαρτίνι που ζήμιωνε  τους κήπους. Ήταν βέβαια  φυσικό  να γίνονταν ζημιές. Λέγανε όμως δυο κουβέντες και τελείωναν. Δεν κρατούσαν θυμό.
Μια φορά μόνο ο Παλιόπυργος κόντεψε να γίνει όλος μαλλιά κουβάρια.
Ο Τέλης έκανε μήνυση του Βάλαγκα για μια ζημιά. Τότε ο Αγγελάρας έκανε μήνυση του Τέλη για να υποστηρίξει τον γαμπρό του.
Στον Αγγελάρα ήθελε να κάνει μήνυση ο Τασιόρηγος ,για να υποστηρίξει τον αδερφό του και εκείνου ήθελε να κάνει μήνυση ο Ντόκας, για να υποστηρίξει τον φίλο και γείτονά του. Δεκαπέντε οικογένειες ετοίμαζαν μηνύσεις, η μία στην άλλη ,μέχρι που δεν εύρισκαν κόλλες αναφοράς!
Παρά  λίγο να γίνει ο Παλιόπυργος «στάχτη και μπούλμπερη», αν δεν επενέβαινε ο Τασιουκλής να τους μιλήσει  και να τους συγκρατήσει.
__Τι κάνουμε εδώ, θα τον βουλιάξουμε τον Παλιόπυργο; Αυτά μας ορμήνεψαν οι πατεράδες μας, να βγάζουμε  τα μάτια  μας μόνοι μας .

 Έτσι το κακό πήρε τέλος και η ηρεμία επανήλθε στο συνοικισμό . Οι οικογένειες μεγάλωναν και όλες είχαν από τρία τέσσερα παιδιά η κάθε μία.  Τα παιδιά  ήσαν δουλευτάρικα. Γη  ήθελαν να δουλέψουν για να χορτάσουν ψωμί.
Έπαιρναν κι έσπερναν μισιακά χωράφια, ποτιστικά στον κάμπο, φύλαγαν μισιακά γιδοπρόβατα και ο ένας βόηθαγε τον άλλον.
Άνοιξαν παρτίδες με άλλα χωριά, μιας και ο τόπος δεν έφτανε να ζήσουν όλοι και πάντρευαν καμιά τσιούπα να αδειάζει ο τόπος, όπως έλεγαν ,και να χωράνε οι υπόλοιποι να κοιμούνται.
Τι σεβασμό και αγάπη είχαν τα παιδιά στους γέροντες γονείς τους!  Δεν άλλαζαν οι συνήθειες με τίποτα. Το αριστερό παραγώνι ήταν για καθισιό και για ύπνο στις γριές. Οι νύφες το ξέρανε  απ’ την αρχή και δεν απαιτούσαν καμιά αλλαγή.
Ο καθένας την δουλειά του, την οικογένειά του . Δεν παρέβλεπαν  όμως να βοηθούν και το γείτονα. Πήγαιναν στο χωριό για ψώνια. Να μην φέρουν σε άλλους  παραγγελιές  και πράγματα πρώτης  ανάγκης; (σπίρτα, πετρέλαιο, αλάτι) . Ο Θεός θα τους κάψει! Οι κουρασμένοι και τυραννισμένοι άνθρωποι του Παλιόπυργου κείνο το βράδυ   το έριξαν στα έξω. Έσμιξαν, είπαν όσα χρειάζονταν, απέ είχαν  διάθεση για πείραγμα, για τσίγκλισμα, για καλαμπούρι. Ήρθε και η ρακή με το σπίρτο της και ξέχασαν τα προβλήματα της καθημερινής ζωής, τις έγνοιες και τις σκοτούρες.     Όλοι είχαν πιεί κείνο το απόγευμα.      
Kι ο Τασιουκλής ακόμη που επιβαλόταν δια του λόγου του και τον δέχονταν και τον σέβονταν
Δεν ήταν πολύ αργά, είχε όμως βραδιάσει για καλά. Το πούσι  που είχε απλωθεί ανάμεσα στα καλύβια και τα δέντρα συντόμεψε την αναχώρησή τους.
Άλλως τε η φωτιά κατακάθισε και το φως ήταν λίγο. Είχαν φάει σχεδόν τα φαγώσιμα και η ρακή,  που τους είχε φέρει σε ευθυμία, είχε τελειώσει κι αυτή.
Ο Γούνης φόρεσε την τραγιάσκα του, έσφιξε την πλατιά ζώνη του και καληνύχτισε. Τον περίμενε η Φώτω στην πόρτα του καλυβιού.
Το ίδιο έκαναν και οι άλλοι. Είχε περάσει η ώρα και οι γυναίκες άκουσαν τις φωνές στους δρόμους και περίμεναν στα κεφαλόσκαλα των καλυβιών.
__Τι ώρα είναι τούτη Γιώργη, που γύρισες; του είπε η γυναίκα του. Κι ο  Σαρρής, που θίχτηκε η υπερηφάνειά του, της απάντησε.
__Ξεφορτώσου με, που άργησα!
__Τι νέα μας φέρνεις Πάνο, απ έξω;
Ο Γιερέντης το είπε στην γυναίκα του .
__Ο Τάσιος θέλει να φέρουμε από τον κάμπο τα πατερά από τις λεύκες για το σπίτι της Δημαρούς και του δικού του. Όλοι σκόρπισαν. Ο Τέλης κατηφόρισε στο καλύβι του και η νιόγεννη σκύλα, που ξέχασε να την ταίσει ,του γαύγισε και εκείνος την άφησε,  μπήκε στο καλύβι του και μετά από λίγο της έφερε  ένα ξεροκόμματο ψωμί.
Ο Βάλαγκας φτάνοντας στο καλύβι του, έσπρωξε μια κοτρώνα που κράταγε κλειστή τη μεγάλη λιασιά και μπήκε μέσα. Στην αυλή τριάντα ζευγάρια μάτια άστραψαν. Ήσαν τα πρόβατα που δεν καταδέχονταν να του κάνουν τόπο να μπει  στο καλύβι του. Αγάπαγε σαν τους άλλους Παλιοπυργήσιους αυτά τα ζώα, που ήταν το βασικό μέσο ζωής τους. Απ’ έξω άκουσε το κλάμα του μικρού του παιδιού. Μπήκε μέσα κούνησε λίγο τον μικρό να μορώσει , γιατί η γυναίκα του ζύμωνε και τα χέρια της ήταν πιασμένα.
Κι ο Τάσιος μπήκε στο σπίτι του μισοζαλισμένος.
__Γέρο, άλλοι δουλεύουνε και άλλοι κάθονται. Σήμερα που είχα δουλειά , δεν ήρθες να με ξαλαφρώσεις και μένα την έρμη.
__Παράπονο έχεις Ελένη; Κάθε ημέρα δεν φεύγω για δουλειά;  Παράπονο έχεις;
Άλλοι είναι που κάθονται.
__Κάπως δεν σε βλέπω καλά,Τάσιο .  Έχεις τίποτα;
__Σαν να  με γουργουλάει η κοιλιά μου.
__Τί έπαθες γέρο; Μην σε πλάκωσαν τα ψητά αραποσίτια στο αλώνι, τα σύκα και το τσίπουρο;
__Πού το ξέρεις εσύ τι κάναμε στ’ αλώνι;
__Όλα μαθαίνονται και τίποτα δεν κρύβεται. Να είσαι καλά γέρο, και να το διασκεδάζετε όσο μπορείτε.
__Αμ, δεν πήγα για διασκέδαση. Έγινε όμως κι αυτό. Τα κανόνισα την Πέμπτη θα φέρουμε τα ξύλα της σκεπής και τα δικά μας και της Δημαρούς.
__Μπράβο γέρο! Βοηθάτε τη φτώχεια και τους ανθρώπους να μας συγχωράνε, μεθαύριο που θα πεθάνουμε.
Το αλώνι έμεινε  άδειο εκείνο το βράδυ, αλλά συχνά γινόταν η πλατεία τους. Γέμιζε με άντρες, γυναίκες και νιους. Τι  όμορφες  εικόνες, τι σκηνές, τι χειρονομίες πηγαίες μέσα από την ψυχή τους,  που βλέπεις να  γίνονται μεταξύ των ανθρώπων του Παλιόπυργου.  Τι  θαυμάσιες ψυχές, τι ατέλειωτες καλοσύνες ανταποδίδουν  με πραγματική αγάπη ο ένας στον άλλον!
Οι μέρες πέρασαν, ξημέρωνε Πέμπτη. Δέκα πέντε άνθρωποι μαζεύτηκαν το πρωί στον Αγιώργη. Το αγιάζει μαστίγωνε τα κορμιά τους, καθώς κατέβαιναν το κακοτράχαλο δρόμο  γλιστρώντας και παραπατώντας μέχρι που έφτασαν στον κάμπο.
Δέκα νομάτοι φορτώθηκαν το μεγάλο πατερό της Δημαρούς και οι άλλοι πήραν τα μεγάλα ψαλίδια.
Υπομονετικοί, βαρυφορτωμένοι,  ανέβαιναν τον ανήφορο και όταν κουράζονταν πολύ, απίθωναν τα μεγάλα ξύλα χάμου για να συνέλθουν. Μετά ξαναέπαιρναν τα βαριά ξύλα και προχωρούσαν.
Περπατούσαν με τους ώμους και το σώμα γέρνοντας μπρός, με το κεφάλι σκυφτό και τα μάτια καρφωμένα στο έδαφος.
Για μια στιγμή ο Γιάννης κλονίστηκε πάνω στις λείες και μισοτριμμένες πέτρες.
__Σταματάτε ρε, ακούστηκε η μισοπνιγμένη απ’ την κούραση και τον πόνο φωνή του. Όλοι σταμάτησαν και είδαν τ’ ανέκφραστα μάτια του λαβωμένου, που είχε στραμπουλίξει το πόδι του. Το έργο πάντως το έφεραν σε πέρας οι υπόλοιποι.  Ήταν μια μεγάλη ταλαιπωρία, αλλά οι άνθρωποι εκεί την αψηφούσαν κι αυτή και άλλες  πολλές τέτοιες για να βοηθάει ο ένας τον άλλον και να εξυπηρετούνται.
Τα βράδια  στις γειτονιές τελείωναν ευχάριστα για όλους και η άλλη μέρα και η παράλλη ήσαν χαρά Θεού. Οι αυλές, οι δρόμοι γεμάτοι παιδάκια. Δυο τρία μικρά αγκαλιασμένα γελώντας, τραγουδώντας τράβαγαν προς τον Αγιώργη και στα κοντινά αλώνια.
Τα σχολιαρόπαιδα, είκοσι παιδιά με τα λιγοστά βιβλία στο τράστο, παίρνουν το δρόμο απ’ το Μπουντρούμι  για το χωριό.
Ανεβαίνουν μονοπάτια, γιδόστρατες, περικοπά μέσα από τα πλάγια στις δροσιές του Μπρασιά . Πρέπει να φτάσουν στο σχολειό. Θέλουν να προλάβουν και την προσευχή. Οι μανάδες ξέβγαζαν τα παιδιά μέχρι έξω τα καλύβια. Καμάρωναν τα παιδιά τους και έδιναν οδηγίες να προσέχουν στο δρόμο και στα μεγαλύτερα να προσέχουν τα μικρότερα. Ήταν πάνω από μια ώρα να φτάσουν  στο χωριό και άλλο τόσο να γυρίσουν.   Τότε είχαν πρωί και απόγιομα σχολείο. Με λίγο ψωμότυρο πέρναγαν την ημέρα. Μια «μπουκιά» παιδάκια ήσαν και είχαν πάρει την ζωή τους στα χέρια τους. Μέσα στο καταχείμωνο, στο κρύο, στη βροχή, στον αέρα κατάφεραν να γίνουν αετόπουλα, άφοβα, δυνατά παιδιά σαν άντρες.
Τυλιγμένα στα μισολειωμένα παλτουδάκια τους, στα χαλασμένα παπούτσια τους, κουβάριαζαν το λιπόσαρκο κορμί τους  και χουχούλιαζαν τα χέρια τους να ζεσταθούν.
Από νιάνιαρα βάζανε στόχο, τι θα γίνουν σα μεγαλώσουν!  και ρώταγε το ένα το άλλο:
«Εσύ τι θα γίνεις;  «Δάσκαλος», απαντούσε.  Εσύ; «Γιατρός ή τσοπάνης» έλεγε το άλλο.
Γι αυτό έχουμε πολλούς τσοπάνηδες Παλιοπυργήσιους από τότε που διαλέγανε σαν παιδιά το επάγγελμα.
Ανέβαιναν ψηλά την πλαγιά.  «Χιόνι θα ρίχνει εκεί ψηλά στο χωριό» έλεγαν και χαίρονταν με την ασπράδα που θα ‘βλεπαν.
Και όπως ανέβαιναν στο Μπρασιά, ξαναρώταγαν το ένα το άλλο.
__Εσύ τι θα  γίνεις, Γληγόρη;
__Εκτελωνιστής έλεγε, χωρίς να ξέρει τί σήμαινε.

Αχ, καϋμένε Γρηγόρη! μας έφυγες γρήγορα. Κι εσύ φίλε Ζορμπόγιαννη!

Τα παιδιά γύρισαν βρεγμένα από μια δυνατή μπόρα και κουρασμένα, απ’ το σχολειό. Τα χαρόνια βρασμένα στο τέντζερη, ήταν έτοιμα για φάγωμα. Φάγανε πήρανε και από ένα καλαμπόκι βρασμένο μέσα στα χαρόνια και δεν αργούσαν ν’ αρχίσουν το διάβασμα.
__Ξεκινάτε το διάβασμα, δεν είναι ώρα για χάσιμο, τους είπε η γιαγιά. Δεν έχει λάμπα το βράδυ, το πετρέλαιο τελείωσε. Πρέπει να πάτε διαβασμένα αύριο στο σχολειό.
 Στον Διογένη η μάνα του, του έκανε τη χάρη ν’ ανάψει τη λάμπα. Το φυτίλι  όμως είχε χαλάσει και μύριζε πετρέλαιο και το λαμπόγυαλο είχε μαυρίσει. Το διάβασμα έγινε όμως με κάποια ευκολία ,παρόλα που τα μαθήματα της Πέμπτης Δημοτικού ήσαν αρκετά δύσκολα.
Ο ήλιος ήταν ψηλά. Στην αυλή το τετράχρονο άλογο του Πανιούρη δεν κρατιόταν. Έβαλε την μουσούδα του στο λεβέτι με τον  στάλακα, ρούφηξε νερό όσο να σβήσει την δίψα του. Ξανάσκυψε  μύρισε το νερό και σήκωσε το κεφάλι του χλιμιτρίζοντας στον ήλιο του Παλιόπυργου,  που μεσουρανούσε.
Λίγο μετά ξανάφανε η τσίλικη φοράδα του Λαμπίτσα, φορτωμένη με δυο μεγάλα σακιά γέννημα. Ξεφυσούσε και ο ιδρώτας έτρεχε από το στήθος και το σβέρκο της.

Ξεφόρτωσαν τα μεγάλα σακιά με  τον Πανιούρη που πήγε να τον βοηθήκει  και ήπιαν ένα ρακί στα όρθια, που τους έφερε η Σταθούλα.
__Ποια, τι νέα από τη Στρέζοβα μας φέρνεις ,Λάμπη;
__Να, ποια είναι τα νέα μου: Στον πόρο, ψηλά στο Ποδογορινό, κοντά στο κομμένο γεφύρι, μέχρι τριάντα κεφάλια γελάδια,  ήταν μοναχά τους κι αγνάντευαν στα δικά μας αραποσίτια. Ευτυχώς που το ποτάμι είχε πολλά νερά, το γεφύρι χαλασμένο και δεν κάνανε δώθε να γίνουν ζημιές.
__Δεν είναι πεινασμένα  ευτούνα, Λάμπη, αλλιώς δεν γλυτώνανε τα  αραποσίτια μας.
Εκεί που έπιναν το δεύτερο ρακί και κάθονταν για λίγο ν’ ανασάνει κι ο Λάμπης, μια γλυκιά φωνή ήρθε από πέρα. Ένας γλυκός ήχος τραγουδιού φούσκωσε την καρδιά τους!
__Ποιο θηλυκό είναι που τραγουδάει τόσο ωραία, Πάνο;
__Δεν την γνωρίζεις; Η μεσαία του Σπηλιώτη είναι ,του συγγενή μας.
__Τι σου είναι η ζωή. Σαν χθες το έχω ότι γεννήθηκε. Πώς ξεπετάγονται τα βυζανιάρικα από την μια ώρα στην άλλη. Και πού πάει τέτοια ώρα!
__Ψωμί του πατέρα της που φυλάει τα πράματα.
Ο Πάνος τέλειωσε και το δεύτερο τσίπουρο, χαιρέτησε κι έφυγε. Στο διπλανό καλύβι μια γεννημένη γουρούνα μουσούλαγε στον κορύτο και αναποδογύριζε μια σκάφη με νερό. Πείναγε, είχε μικρά και ήθελε να κατεβάσει γάλα.
Η Σταθούλα φώναξε στο Γιάννη:
__Γιάννη, να πας να φέρεις το θέλημα, να κάνω δουλειά. Ακόμα εδώ είσαι;
__Τώρα μάνα, θα πάω.
__Να ειπείς στη θεια σου να σου δώσει λίγα κρεμμύδια, να τα πάρει ο πατέρας αύριο μαζί του. Μην ξεχάσεις να φέρεις δυο σπίρτα ν’ ανάψω τη φωτιά.
Ο Γιάννης σαν έφτασε στην θεια του την Μαρία, εκείνη τον καλοδέχτηκε και τον φίλησε.
__Έλα Γιάννη μου, όλοι καλά είστε; Δεν θα ‘φαγες τίποτα και θα πεινάς, να σου βάλω γάλα να τρίψεις;
Ο Γιάννης πείναγε, μα ντρεπότανε να το ειπεί.
Στο σπίτι του Καπαλή όλα ήσυχα. Τα παιδιά μόνα τους στο σπίτι, γιατί οι δικοί τους είχαν κατέβει στον κάμπο.
Έβαλαν το σκαμνί κοντά στο ντουλάπι κι ανέβηκαν πάνω. Στο ψηλό ξύλινο ράφι της ντουλάπας μια μπουκάλα την έφεραν κάτω κι ένα κασονάκι με γλυκά.
Έφαγαν τους κουραμπιέδες που ήσαν μέσα και μετά ξεσφράγισαν την μπουκάλα και έπιναν τσίπουρο!
__Ότι έχουμε να πάθουμε, θα πάθουμε, έλεγε ο μεγαλύτερος γιός και έπιναν τσίπουρο μέχρι που μέθυσαν. Και μετά;   Τίποτα δεν έγινε μετά. Οι δικοί τους προσπαθούσαν να ξεμεθύσουν τα παιδιά, μην πάθουν τίποτα χειρότερα.
Μέσα σε τέτοιες σκηνές και καταστάσεις ζούσαν οι Παλιοπυργήσιοι. Λάτρευαν και αγαπούσαν ο ένας τον άλλον. Η καθημερινές ιστορίες στοργής και αγάπης επαναλαμβάνονται στα καλύβια.
__Θεια Παναγιώτα, καλημέρα.  Τι κάνεις;
__Τι να κάνω Βασίλω  μου, δεν βλέπεις ; ζω για να παιδεύομαι.
__Αύριο θα πάω στον Κουρπό πρωί-πρωί. Θα πλύνω δυο ρούχα του παιδιού και να φέρω και το έρμο το νερό που τελείωσε.
__Να πας τσιούπα μου.Να πάς Βασίλω μου και το παιδί φέρτο σε μένα.
__Σ’ ευχαριστώ θεια Παναγιώτα, μου λύνεις τα χέρια με το παιδί. Δεν είχα τί να το κάνω. Λείπει και η ξαδέρφη μου να το παραθαρρέσω.
__Εδώ θα είμαι Βασίλω μου, δεν σου πηγαίνω πουθενά. Φέρτο το παιδί να ‘χω κι εγώ  συντροφιά. Είναι καλό  το παιδί σου, δεν κλαίει.
Μια μικρή κοινωνία καλά οργανωμένη που ζούσε  με τις χαρές, τις λύπες της, τις καλές και άσχημες στιγμές της μέχρι πριν από λίγα χρόνια, οπότε ήρθε δυστυχώς η πλήρης κατάρρευση!
Μια κουκουβάγια ακούστηκε λυπητερά τρεις φορές  στην ερημιά του Παλιόπυργου.
Ήταν πάνω σε μια μισογκρεμισμένη στέγη. Από κει πέταξε στην κορφή ενός κυπαρισσιού.



Με άλλο φτέρακο πάει  στον πύργο τ’ Αγιώργη κι αγνάντευε κάτω στο κάμπο τα πνιγμένα, άσπαρτα χωράφια ,πλημμυρισμένα απ’ το νερό της Λίμνης.
 Ο γέρο πόντικας, όταν έφυγε η κουκουβάγια απ το πρώτο της στέκι, μάζεψε τα παιδιά των παιδιών του και το μεγάλο του σόι πέρασαν σύριζα στην μάντρα του δρόμου και χώθηκαν, όλο το τσούρμο, στα άλλα καλύβια της πέρα γειτονιάς. Είχαν γίνει και κείνα χαλάσματα και δεν είχαν γάτες κι ανθρώπους να τα ενοχλήσουν.
Σαν πνίγηκε κι ο κάμπος και φεύγανε σιγά σιγά οι άνθρωποι, ο τόπος ερήμωνε.
Πάνω απ’ τον καταγάλανο ουρανό του Παλιόπυργου, δυο αετοί, ώρες τώρα, κάνουν βόλτες και πότε- πότε σταματούν και κοιτάνε προς τα κάτω. Δεν βλέπουν τον κόσμο που ήξεραν κι ανέβηκαν ψηλά να αγναντέψουν προς την Κουκούλα και το χωριό.
Η ερημιά δεν τους κράτησε για πολύ. « Πάμε να φύγουμε», είπε ο ένας στο άλλον. «Ούτε άνθρωποι, ούτε πράματα, ούτε  πουλιά υπάρχουν εδώ ,που γνωρίζαμε».

Στον Αι Γιώργη, στο μεγάλο  προαύλιο χώρο του, μπροστά και μέχρι το ερειπωμένο Κάστρο  συχνά περπάταγαν και κουβέντιαζαν οι Παλιοπυργήσιοι, όταν ο συνοικισμός ήταν στις δόξες του.
Άλλοτε καθισμένοι στα τουράκια του εξωκκλησιού, στα βράχια και στο ίδιο το λείψανο του Πύργου, αναπολούσαν τη δόξα και το μεγαλείο του, τη σημασία και την ιστορική αποστολή του.
Αλίμονο όμως! Η τραγική μοίρα της μοναξιάς και της εγκατάλειψης του Κάστρου ακολουθεί σήμερα και τον συνοικισμό του Παλιόπυργου.
Τα σπιτοκάλυβά του εγκαταλειμμένα, έχουν εδώ και κάμποσα χρόνια τη μοίρα του καστρόπυργου. Άλλα έγιναν και άλλα θα γίνουν ερείπια. και τα Οι περισσότερες σκεπές έχουν πέσει και άλλες περιμένουν το χρόνο να σωριαστούν ολοκληρωτικά. Οι πόρτες και τα παράθυρα χάσκουν ανοιχτά και η φθορά έρχεται ραγδαία. Στους τοίχους  ανοίγουν χαραμάδες  από πάνω προς τα κάτω. Το νερό μπαίνει μέσα και τα ντουβάρια αρχίζουν να γέρνουν. Εδώ εκεί έχουν πέσει σοβάδες και πέτρες γεμίζουν τον χώρο.
Τα πατώματα, όπου υπάρχουν, χάσκουν από την υγρασία και τη φθορά του χρόνου και από τις  άλλοτε όμορφες πελεκητές πέτρινες σκάλες δεν μπορείς να μπεις μέσα στα σπίτια, έχουν γίνει επικίνδυνες! Στα γκρεμισμένα καλύβια βλέπεις απ’ έξω  με θλίψη τα απομεινάρια του νοικοκυριού: την γωνιά με την κατάμαυρη ημιστρόγγυλη καπνοδόχο,  τα παραγώνια δίπλα  με  ένα ξύλινο χαλασμένο κρεβάτι που κάθονταν οι άνθρωποι στην φωτιά και κοιμούνταν λίγα χρόνια πριν!  Στο σάπιο και σκοροφαγωμένο πάτωμα βλέπεις δυο στρατιωτικές αρβύλες παραμορφωμένες από το χρόνο και την αχρηστία. Εδώ -εκεί ξεχαρβαλωμένα σκαμνιά, ένα σοφρά, ένα σίδερο χρήσιμο τότε για το τζάκι. Σ’ ένα   καλύβι  ο αργαλειός στημένος σε μια γωνιά με το ξυλόχτενο και το χτένι και τρία μέτρα βιλάρι με ένα κομμάτι υφασμένο πανί, στέκει ακόμα και διηγείται την ιστορία του. Πιο πέρα  σε άλλο, το παλιό ανεμίδι και η ανέμη, μασούρια με νήματα  σε ένα κοφίνι.
Ήσαν όλα χρηστικά σκεύη  των ανθρώπων, που στην δική μου γενιά έζησαν μ’ αυτά, και φεύγοντας δεν ήθελαν ή δεν μπόρεσαν να τα πάρουν μαζί τους, ώστε να αποδιώξουν την μεγάλη οδύνη που προξενούν  βλέποντας τα σήμερα!
Τα ίδια τα αντικείμενα αρνούνται να πεθάνουν στο πέρασμα του χρόνου. Συνεχίζουν να υπάρχουν ασάλευτα εκεί, δείχνοντας την ύπαρξη ζωής και δράσης των δικών μας ανθρώπων.
Το περπάτημα σήμερα ανάμεσα στα σοκάκια και στα χαλάσματα του Παλιόπυργου, δίνει ένα άλλο πικρό συναίσθημα.
Σε κάθε σπίτι βλέπεις την μισογκρεμισμένη σκάλα  που δεν σε καλεί πλέον να ανεβείς όπως πρώτα και την πόρτα εισόδου  κομματιασμένη απ’ την φθορά του χρόνου, να τραμπαλίζει απ’ το φύσημα του ανέμου μ’ ένα σκιαχτερό θόρυβο!. Σε έναν τοίχο  της αυλής δυο κρίκοι σφηνωμένοι και κατασκουριασμένοι! Εκεί φαίνεται δένανε οι νοικοκυραίοι το μουλάρι ή το βόιδι.
Γυρίζοντας προσδοκάς να  ακούσεις την νοικοκυρά, τον νοικοκύρη, το παιδί να σου πούνε ένα γεια. Μα κανέναν χαιρετισμό δεν ακούς εδώ! Έχεις την αίσθηση στην άλλη αυλόπορτα, στο άλλο σπίτι , θα σου μιλήσει κάποιος. Αισθάνεσαι μια κρυφή ελπίδα πως θα μιλήσεις με τους πατριώτες, συγγενείς Παλιοπυργήσιους! Κάπου εδώ είναι και όπου να ‘ναι θα ξαναφάνουν. Του κάκου δεν φαίνεται τίποτα!
Στο τέλος αναρωτιέσαι:  Μα κανένας δεν είναι εδώ; Και ένας κρύος ιδρώτας και μια αγωνία και μια θλίψη σε συνεπαίρνει! Η σιωπή ανάμεσα στα χαλάσματα σε ανατριχιάζει, σε παγώνει,σε φοβίζει!

Όπου αίφνης ακούς τα τροκάνια στα πρόβατα του Ντόκα και τις φωνές της Γιαννούλας, που φωνάζει τις κότες για τάϊσμα.
Γύρω και μέσα στον ερειπωμένο Συνοικισμό οι  ελιές, απιδιές    και οι συκιές  δεν έχουν την περιποίηση και τα γλυκόλογα των αφεντικών και μισοξεραίνονται.
Οι  μυγδαλιές, την άνοιξη που χάλαγε ο τόπος από  τις μυρουδιές και τα λουλούδια  τους, έχουν κι αυτές αγριέψει. Τα χωράφια σταμάτησαν να υποτάσσονται στην θέληση των ανθρώπων . Τα βάτα και τα  αγριοχόρταρα γέμισαν τις αυλές και αναρριχώνται στους μισογκρεμισμένους τοίχους των καλυβιών.   
Ένα σπίτι, φρεσκοφτιαγμένο, περιποιημένο στέκει μόνο στην ερημιά και ανάμεσα στα χαλάσματα. Είναι του Κώστα του Γούλα ,που και αυτός αριά και που κατεβαίνει να το επισκεφθεί.

Κάναμε την επίσκεψη με τον Γούνη και τον Μάγκα ανάμεσα στα χαλάσματα χωρίς κανέναν σκοπό. Πατήσαμε τις  χορταριασμένες αυλές, είδαμε  τους μισογκρεμισμένους  τοίχους, ανακαλύψαμε σημάδια και πράγματα των ανθρώπων που κατοικούσαν εκεί. Δόγες από ένα βαρέλι, στεφάνια από μια βαρέλα, δυο πιρούνια σκουριασμένα, ένα κανάτι χαλασμένο, ένα αλέτρι, ένα πριόνι, ρούχα σκονισμένα παλιά και κατεστραμμένα από το χρόνο. Υφαντά διάφορα τ’ αργαλειού. Ένα μπαούλο φαίνεται σε μισογκρεμισμένο σπίτι. Οι πλευρές του είναι φτιαγμένες με μονοκόμματα σανίδια πλατάνου!  Πολλά πράγματα χρήσιμα τότε για να μας δίνουν πόνο τώρα.
Στα τζάκια, στις αυλές των σπιτιών και στους δρόμους του Παλιόπυργου είδαμε να περπατούν και να μας μιλούν νοερά οι άνθρωποι του Παλιόπυργου. Γιατί τώρα δεν υπάρχουν!
Καθίσαμε σε μια μάντρα και λέγαμε μικρές ιστορίες για όσους Παλιοπυργήσιους θυμόμαστε και όσους προλάβαμε να γνωρίσουμε, γιατί δεν έχουν μετρημό  οι άνθρωποι αυτοί, ούτε οι καλοσύνες τους.
Με την φαντασία μας τους δίναμε φωνή, κίνηση, ζωή. Ποιος ξέρει μπορεί και να μας καμάρωναν που τους τιμούσαμε έτσι.
Πώς να ξεχάσεις  τέτοιους  καλούς ανθρώπους και την όμορφη μικρή τους πατρίδα;
 Με ανυπομονησία περιμένω το άνοιγμα του καιρού.
Θα ξαναγυρίσω εκεί.
Θέλω να ξαναδώ τις Παλιοπυργήσιες να τα λένε στις αυλές ή από τις χαμηλές μαντρούλες με το γνώριμο πρόσωπο, με τα ίδια γλυκά μάτια, με το ίδιο ντύσιμο, το μαντήλι δεμένο στο κεφάλι  όπως  τις ήξερα.
Θέλω να κάτσω σε πολλές μεριές  να χαιρετήσω και να ακούσω την ζεστή  φωνή των Παλιοπυργήσιων. Ας είναι απόντες! Τους χρωστά και θέλω να τους πω, κρυφά και φανερά δυο γλυκά λόγια.
Να ιδώ το πρωινό φώς που λούζει το χώρο και τις τελευταίες ηλιαχτίδες του ηλιοβασιλέματος που γαληνεύει τις ψυχές και τ’ αλώνι.
Σίγουρα θα ξαναπάω εκεί, να απαλύνω την απέραντη μοναξιά!!.

B GIRAKAS 16.3.2013

2 σχόλια:

  1. Απόλαυσα ένα πλήρες χρονικό για τη ζωή και τη δράση
    του Παλιόπυργου, όταν ο αγαπητός μας συνοικισμός
    ήταν στις δόξες του. Στη συνέχεια με μελαγχόλησε αφάνταστα
    η ανατριχιαστική περιγραφή της σημερινής εικόνας του Παλιόπυργου,
    ένα πνιγηρό περπάτημα ανάμεσα σε ερείπια και χαλάσματα, που κείτονται
    κατά μήκος μιας ειδυλλιακής τοποθεσίας! Οποία αντίθεση!
    Όλα τα ελέγχει ο πανδαμάτωρ Χρόνος!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Γνώριζα και τους θυμάμαι καθαρά και με αγάπη όλους τους παλιοπυτγήσιους που αναφέρονται στο κείμενο του Βαγγέλη. Με τα λίγα χαρακτηριστικά που αναφέρει για τον καθένα, νομίζω, αποδίδει χοντρικά και την προσωπικότητα και τον τύπο καθενός. Βέβαια οι άνθρωποί μας αυτοί έχουν σχεδόν όλοι μακαριστεί. Ας είναι αιώνια η μνήμη τους!..
    Η επόμενη γενιά των Παλιοπυργήσιων πώς να πορεύεται άραγε; Κρατάνε στη μνήμη τους τον τόπο που γεννήθηκαν; Τους χαιρετώ και τους ερωτώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή