Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2014

ΜΝΗΜΕΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

Στου Καρατζά την τρούπα
Γράφει ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
Στο  καιρό της μαύρης κατοχής (1941-1944) δύο ήσαν κυρίως τα προβλήματα του κοσμάκη.  Η αβάσταχτη πείνα και η διαρκής απειλή θανάτου από του κατακτητές, κυρίως από τους Γερμανούς.

Η πείνα στο χωριό μας ενδημούσε από παλιά, αλλά στην κατοχή έγινε ανυπόφορη για τους περισσότερους. Στην ύπαιθρο η απειλή και ο φόβος από τον εχθρό είχε διαβαθμίσεις.

Στα χρόνια 1943-44 οι Γερμανοί κατακτητές , λόγω και της Εθνικής  Αντίστασης είχαν περιοριστεί στα κέντρα της χώρας και από καιρού σε  καιρό, έκαναν επιδρομές στην ύπαιθρο χώρα για εκκαθαρίσεις και αντίποινα........


Στο πέρασμά τους άφηναν πίσω τους φόνους, πυρκαγιές και καταστροφή.  Έτσι η είδηση ότι «Γερμανικές φάλαγγες κινούνται με κατεύθυνση τον τόπο μας», προκαλούσε συναγερμό, ανατριχίλα και υστερικές φοβίες.

Όλο το χωριό ανάστατο, αφού ασφάλιζε κάπως τα λιγοστά υπάρχοντά του, όλες οι οικογένειες και τα ζώα τους , έπαιρναν τα βουνά και τα λαγκάδια για να σωθούν από τους βάρβαρους Ναζί.

Η οικογένειά μου ήταν τότε κι αυτή πολυμελής . Τέσσερα μικρά παιδιά δεν ήταν εύκολο να γυρίζουν στα βουνά. Εξάλλου σε μια προηγούμενη επιδρομή, τον καιρό της μάχης της Γλόγοβας  (20/4/44), περάσαμε τρέχοντας στον Άγιο Θόδωρο, στου Μπαρδάλα, στο Ξεροβούνι και λοιπές ταλαιπωρίες , που ενθυμούμαι καθαρά.

Τον Αύγουστο, θαρρώ, του 1944, βρεθήκαμε πάλι εμπρός σε μια φοβερή επιδρομή των Γερμανών! Μία Γερμανική φάλαγγα επρόκειτο να περάσει από Στρέζοβα - Κυράς Γεφύρι-Γλανιτσιά......!
Η είδηση διαπέρασε σαν ανατριχίλα το χωριό!. Κι άλλες φορές υπήρξαν παρόμοιες επιδρομές και αναστατώσεις και εν τούτοις  ποτέ οι πολίτες δεν εξοικειώθηκαν με την Γερμανική λαίλαπα. Ως γνωστόν οι μάνες τότε φόβιζαν τα παιδιά τους για να ησυχάσουν ή να κοιμηθούν με την απειλή!.  «ΟΙ Γερμανοί!..... Έρχονται οι Γερμανοί!....»

Τελευταία μάλιστα είχαν πολύ αγριέψει λόγω της Αντίστασης των Ελλήνων και των απωλειών που είχαν, απ’ αυτή.

Ολόκληρο το χωριό, γνωστό εξ άλλου για την αντιστασιακή του δράση, σωστό αγριεμένο μελίσσι, έτρεχε αλαφιασμένο να βρει τρόπο να σωθεί.

Ο πατέρας μου επίσης διαβουλευόταν με τη μάνα μου πώς να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα. Η ταραχή τους ήταν εμφανής!.  Για λίγο τον είδα να συζητεί με το γείτονά μας, τον Αγγελάρα, προφανώς για τη σωτηρία των οικογενειών μας. Ο Αγγελάρας είχε και κείνος τέσσερα παιδιά, πάνω κάτω της ίδιας ηλικίας με εμάς.

Σε λίγο βλέπω τον πατέρα, με βιαστικά βήματα να μπαίνει στο σπίτι. Έτρεξα από πίσω. Ήμουν δεν ήμουν δέκα χρονών παιδί. Τον κίνδυνο όμως τον αισθανόμουν και τον ζούσα ολόκληρον! Άκουσα καθαρά την απόφασή του: «Στου Καρατζά την τρούπα»!

Υπήρξε ζωηρή συζήτηση. Η μάνα μου φοβόταν, γιατί, όπως έλεγε: « Θα πηγαίναμε στου λύκου το στόμα»

Τελικά αποφασίστηκε: Οι δύο οικογένειες, εμείς και του Αγγελάρα, κάπου δέκα άτομα, θα πηγαίναμε να κλειστούμε σε μια μικρή σπηλιά, λίγο πιο μακριά από το χωριό.

Οι πατεράδες , Ντίνος και Αγγελής (που είχαν και την ιδέα) με τα πρόβατα θα πήγαιναν στον Άγιο Θόδωρο όσο να περάσει το κακό.

Το σχέδιο ήταν παράτολμο και αρκετά επικίνδυνο! Του Καρατζά η Τρούπα ήταν στην άκρη μια απότομης  πλαγιάς που κατέληγε στο ρέμα της Λιάσκοβας, στην τοποθεσία που λέγεται « Του Καρατζά».  Ήταν γνωστή σε πολλούς χωριανούς, αλλά εθεωρείτο απίθανο να χρησιμοποιηθεί ως καταφύγιο, δεδομένου μάλιστα ότι απείχε λιγότερο από εκατό μέτρα από το δρόμο που θα περνούσαν οι Γερμανοί.

Εμείς όμως την παραμονή της άφιξης των Γερμανών πολύ πρωί και οι δύο οικογένειες, βρεθήκαμε μέσα στην τρούπα. Δεν θυμάμαι λεπτομέρειες για την  μας εκεί.

Ήταν  μια χαμηλή και στενή σπηλιά, που μπαίναμε μέσα με την κοιλιά και μπορούσαμε να καθήσομε μόνο αν διασταυρώναμε τα πόδια μας.

Τα εφόδια μας ήσαν μια η δυο πουγανιές ψωμί, λίγο τυρί, μυζήθρα και από μια βαρέλα, πέντε έξι οκάδες νερό η κάθε οικογένεια.

Στην αρχή νιώθαμε χαμένοι, πιεσμένοι και πολύ φοβισμένοι από το ημίφως της σπηλιάς, τους Γερμανούς που θα' ρχονταν, τα φίδια, το σκοτάδι, τα βράδια… από χίλια κακά. Ο αέρας λιγοστός, τα άτομα πολλά, οι αναπνοές δύσκολες. Όλοι μέναμε αμίλητοι και αμήχανοι γιατί νιώθαμε το φόβο να είναι πιο μεγάλος από πριν. Σιγά- σιγά όμως η ανάγκη μας προσάρμοσε στις συνθήκες και το πήραμε απόφαση: Εκεί θα μείνουμε όσο χρειαστεί!.

Εν τω μεταξύ τα παιδιά δεν μπορούν, ως γνωστό, να μείνουν πολλή ώρα, άπραγα. Γι’ αυτό τα μεγάλα παιδιά λίγο πριν το μεσημέρι, τραβηχτήκαμε μπροστά στη τρύπα, για περισσότερο φως και παίζαμε σιγά-σιγά το « Πετάει, πετάει»  Αυτό το παιγνίδι. Δεν θυμάμαι άλλο- επαναλήφθηκε μερικές φορές και τις άλλες μέρες. Τα μικρά παιδιά περνούσαν με ύπνο, φαί και αγκαλιές. Το πιο πολύ έκλαιγαν και φώναζαν. Αυτό μας τρόμαζε πολύ, γιατί μπορεί να προδιδόταν η θέση μας.

Οι μάνες αποκλεισμένες, απληροφόρητες για το κάθε ι, με οχτώ παιδιά, τα παιδιά τους, υπό ευθύνη τους, αντάλλασσαν λίγες κουβέντες  πιθανώς για το που να βρίσκονται οι άντρες τους, που να είναι οι Γερμανοί. Να' χουν περάσει το γεφύρι η ακόμη: Και φρόντιζαν πάντα τα μικρά παιδιά για να μένουν ήσυχα.

Όταν κάποτε γινόταν ησυχία στη σπηλιά, λαγοκοιμόσανται για να συμπληρώσουν ο λιγοστό ύπνο τους. Τα βράδια έβγαιναν έξω από τη σπηλιά και κατόπτευαν να μαντέψουν την κατάσταση, να προσευχηθούν και για κάμποση ώρα μιλούσαν σιγά. Τί έλεγαν; Ποιος ξέρει;

Εγώ τότε δεν καταλάβαινα την  ευθύνη τους, τις φοβίες τους, την αφόρητη πίεση που ένιωθαν. Τώρα ξαναβλέποντας την ίδια εικόνα και ενθυμούμενος την άγρια κατάσταση, καμαρώνω για τον ηρωισμό και την αντοχή τους. Δυο μάνες με οχτώ κουτσούβελα στου λύκου το στόμα!.

Η δεύτερη μέρα στη σπηλιά ήταν η κρισιμότερη. Περιμέναμε να περάσουν δίπλα μας οι Γερμανοί. Όλοι μέναμε αμίλητοι γιατί νιώθαμε το φόβο.

Μόνο ο μικρός μου αδελφός δεν είχε επίγνωση κινδύνου. Φώναζε, έκλαιγε και μας γέμιζε ανησυχία. Γι’ αυτό κάθε λίγο και λιγάκι η μάνα μου του έδινε νερό και μυζήθρα ακριβώς για να σωπάσει. Στην κρίσιμη ώρα κι αυτός με το βόλεμα έμενε ήσυχος.

Λίγο πριν το μεσημέρι αισθανόμαστε ότι η ώρα πλησιάζει. Η σιωπή μεγαλύτερη, ο φόβος μέσα μας θεριεμένος, τ' αυτιά μας τεντωμένα, το σώμα μας έτρεμε, τα σαγόνια μας χτύπαγαν ασταμάτητα.

Και να!  Ακούγεται βοή! Οι καρδιές μας πάνε να σπάσουν.

Σε λίγο η βοή έγινε ποδοβολητό! Ήσαν οι Γερμανοί καθώς το μεσημεράκι περνούσαν δίπλα από του Καρατζά την Τρούπα! Ακούγαμε καθαρά πολύ ώρα το θορυβώδες πέρασμά τους και η ανάσα τους κοβόταν. Τρομάρα και φόβος απερίγραπτα.!  Ακούστηκαν μάλιστα και κουβέντες. Είπαν πως πάνω από την τρύπα, δύο μέτρα μακριά μας, έστησαν οι Γερμανοί φυλάκιο, ώσπου να περάσουν.

Το κακό κράτησε περίπου μια ώρα. Ύστερα σιωπή! Πάει αυτό ήταν! Λίγο λίγο ήρθε η πινογά μας.Η μάνα μου έσπρωξε λίγο τα πουρνάρια που είχαμε βάλει μπροστά στην τρύπα για παραλλαγή. Έτσι αναπνεύσαμε καλύτερα και είδαμε και λίγο φως της ημέρας.

Το απόγευμα είμαστε πιο ήσυχοι, ανακουφισμένοι. Τη νύχτα κοιμηθήκαμε. Οι Γερμανοί στρατοπέδευσαν στο χωριό και έβγαλαν φυλάκια.

Η άλλη μέρα μα βρήκε περισσότερο ήρεμους, αλλά ανυπόμονους να βγούμε από την τρύπα. Οι μάνες όμως, απληροφόρητες για τις κινήσεις του εχθρού, φοβούνταν και δεν μας επέτρεπαν. Γενικά μόνο τα βράδια βγαίναμε προφυλαχτά, για τις ….ανάγκες μας.

Όλα καλά! Αλλά κατά το μεσημέρι δημιουργήθηκε ένα σοβαρό πρόβλημα! Στις βαρέλες δεν υπήρχε στάλα νερό!

Αυτό ήταν συμφορά! Τα μικρά παιδιά διψούσαν και άρχισαν τα κλάματα. Η αλμυρή μυζήθρα τους έκαιγε το στομάχι. Τώρα τι κάνουμε;

Γύρω υπήρχε ησυχία, ο τόπος ξερός. Λίγο νερό υπήρχε μόνο στο βάθος της ρεματιάς. Μετά από πολλούς δισταγμούς, οι μάνες Γιούλα και Ασήμω αποφάσισαν:

Τα δυο μεγαλύτερα παιδιά, ο Χρίστος και η Πανούλα, με τις βαρέλες, θα κατέβουν προσεχτικά στο ρέμα να τις γεμίσουν με νερό και σιγά- σιγά να τις ανεβάσουν στην τρούπα.

Η αποστολή ήταν δύσκολη, γιατί το κατέβασμα ήταν επικίνδυνο. Δεν υπήρχε στη δασωμένη εκείνη κατηφόρα ούτε και ίχνη μονοπατιού. Και το ανέβασμα πάλι με τις βαρέλες γεμάτες νερό!......   Αλλά η ανάγκη μεγάλη.

Κάναμε το σταυρό μας και με τις βαρέλες στον ώμο ξεκινήσαμε! Λίγος ήταν ο φόβος μας και το κατέβασμα όχι τόσο δύσκολο. Γιατί εγώ και η Πανούλα ξέραμε από  τέτοια μέρη.

Ζούσαμε και γυρίζαμε όλα τα κατσάβραχα του χωριού, εννοείται και ξυπόλητοι, όπως και τώρα.  Ύστερα από αρκετή ώρα, προσεχτικής κατάβασης, φτάσαμε επιτέλους στο γάργαρο νεράκι.!  Λαχτάρα να πιούμε και να γεμίσουμε τις βαρέλες.

Με δυο δρασκελιές ακόμη ήμαστε στο νερό και ότι  κατεβάζαμε τις βαρέλες απ’ τον ώμο  και να ριχτούμε με το στόμα στο νερό.

Οπότε: μπαμ, μπαμ, μπαμ….. ακούστηκαν ριπές όπλων πολλές και καθώς η ρεματιά έφερνε τον αντίλαλο έμοιαζε με μάχη.  Επειδή οι ριπές άρχισαν ακριβώς όταν φτάσαμε στο ξέφωτο της ρεματιάς, εμείς νομίσαμε ότι μας είδαν οι Γερμανοί και έβαλαν εναντίον μας. Αμέσως πισωγυρίσαμε με τις βαρέλες αδειανές και κρυφτήκαμε στο δάσος. Συγχρόνως μια ανθρώπινη φωνή ακούστηκε και ο αχός της χαράδρας την έφερνε δυνατή στ΄ αυτιά μας. Τότε τα χρειαστήκαμε!  Η παιδική φαντασία δούλεψε και πιστέψαμε, ότι έρχονται  να μας πιάσουν. Μάλιστα πιστέψαμε ότι ανακάλυψαν την τρούπα και τώρα έρχονται σε μας!!... 

Όλα πλέον χάθηκαν!..

Αλλά μετά από λίγο έγινε σιωπή! Περιμέναμε. Η σιωπή συνεχίστηκε και τίποτε πλέον δεν ακούστηκε!.  Αναθαρρήσαμε!  Σίγουρα άλλη ήταν η αιτία των πυροβολισμών, όχι εμείς. Ούτε το ξεδιαλύναμε ποτέ αυτό το μυστήριο.

Σε όλη αυτή την ανατριχιαστική σκηνή ζήσαμε εγώ και η Πανούλα ολοζώντανο το φόβο θανάτου. Νομίσαμε ότι είδαμε το χάρο με τα μάτια μας.

Μετά από ώρα πολλή, αποφασίσαμε να επιστρέψουμε από άλλη διαδρομή. Έπρεπε όμως να περάσουμε μια επικλινή άσπρη πέτρα, πολύ επικίνδυνη.

Αν γλιστρούσαμε, θα πηγαίναμε παιδιά και βαρέλες, σίγουρα στην κακάβα.  Το επιχειρήσαμε όμως και είχε αίσιο τέλος.

Από κει με χίλιες προσπάθειες, βοηθώντας ο ένας ον άλλον ανεβήκαμε σιγά- σιγά. Αισθανόμαστε όμως απελπισμένα γιατί δεν φέρναμε νερό. Το θεωρούσαμε μεγάλο κακό, αλλά ούτε σκέψη να ξαναπάμε στο ρέμα. Εξάλλου δεν είχαμε χρόνο , νύχτωνε. Ναι, αλλά πως θα αντέξουν τ’ αδέρφια μας χωρίς νερό; (Ούτε ξέρω πως άντεξαν).

Τελικά ταλαιπωρηθήκαμε πολύ ώσπου να φθάσουμε, σώοι και αβλαβείς, κατά το μούρτσο πιά, κάτω από τη σπηλιά, οπότε ήρθε η πινογά μας.

Στις οικογένειές μας όμως στην σπηλιά, παιζόταν άλλο δράμα!

Συνδυάσανε τους  πυροβολισμούς με το φτάσιμό μας στο ρέμα και πίστεψαν ότι έβαλαν οι Γερμανοί εναντίον μας.!

Χριστέ μου! Τι κλάμα, τι οδύνη, τι οδυρμοί!  Γινόταν στη σπηλιά! Μάνες και αδέρφια σπάραζαν μέσα σ’ αυτή τη φυλακή.

Και οι ώρες ήσαν ατέλειωτες. Όσο αργούσαμε να φανούμε, τόσο εδραιωνόταν οι φόβοι τους ότι είμαστε!........

Ώσπου βράδιασε και οι μάνες βγήκαν έξω να ιδούν, να ακούσουν, να προσευχηθούν!.....  Και ω του θαύματος, μας διέκριναν κάτω από τη σπηλιά, μέσα από τα πυκνά φυλλώματα, καθώς πλησιάζοντας κάναμε τον σχετικό θόρυβο.

__Για σώπα μωρή, κάτι ακούω από κάτου, είπε η Ασήμω.

__Ναι , κι εγώ κάτι ακούω, συμφώνησε η Γιούλα.

__Μάνα εμείς είμαστε, ακούστηκε η φωνή μου.

__Μαυρούλα τα παιδιά μας  είπαν και οι δυο σπαράζοντας και αγκαλιάστηκαν  σφιχτά.

Τώρα πιά βλέπαμε και ακούγαμε και δεν μπορώ να περιγράψω τι γινόταν στη σπηλιά. Κλάματα, χαρές, σταυροκοπήματα, προσευχές. Οι αγκαλιές, τα φιλιά και τα δάκρυα, έμειναν ανεξίτηλα στην ψυχή μου.

Μας πίστευαν νεκρά για μισή ημέρα και τώρα μας είδαν μπροστά τους κουρασμένα, αλλά ψύχραιμα. Μετά από πολλή ώρα  …..τραγικών  σκηνών έξω από την τρύπα σιγοπήγιασε κάπως η κατάσταση και όλοι αλαλιασμένοι, και χωρίς νερό που δεν ζήτησε κανένας πιά, κοιμηθήκαμε ανακουφισμένοι.

Την άλλη μέρα οι Γερμανοί έφυγαν από το χωριό.  Εμείς όμως δεν ξέραμε τίποτε. Απέναντι στ ‘ Αρδούνια  είδαμε έναν άντρα να κινείται και μετά άλλον έναν. Νομίζω ακούστηκε και μια φωνή:  « Οι Γερμανοί έφυγαν»  Εμείς μέναμε στην θέση μας πειθαρχημένοι, αλλά κάπως χαλαρά. Θυμάμαι, το ηλιόλουστο κείνο πρωϊνό της τέταρτης πλέον ημέρας της φυλακής μας. Ήμουν έξω και κάτι ψαχούλευα. Αίφνης ακούω στα δέκα-πέντε μέτρα, μέσα από τα κλαδιά μια φωνή.

Χρίστο! Όσο να στρίψω το βλέμμα μου φάνηκε!  Ήταν ο πατέρας μου. Ερχόταν αλαφιασμένες και ανυπόμονος να ιδεί την οικογένεια και τον πρωτότοκο γιό του!

Άλλες συγκινήσεις, άλλα φιλιά μα και ευτυχία και σιγουριά γιατί επιβεβαιώθηκε η φυγή των Γερμανών. Ο Αγγελάρας είχε μείνει με τα πρόβατα στον Άγιο Θόδωρο.

Σε λίγο και οι δυο οικογένειες, σώες και αβλαβείς, έσμιξαν χαρούμενες και ευτυχισμένες στο χωριό, στα σπίτια τους.

Μια ακόμη καταιγίδα πέρασε. Από τότε πολύς χρόνος κύλησε, η μνήμη όμως είναι ζωντανή παρούσα. Όλοι έμαθαν αργότερα πως κλεισθήκαμε στου Καρατζά την τρούπα. Μιλούσαν για μεγάλη αποκοτιά. Στο χωριό έγινε θέμα. Σχεδόν έγινε ανέκδοτο και αστεϊσμός. Ο Κυριάκος ο Πατσιέβης όταν με συναντούσε στο δρόμο, αστειευόμενος με αποκαλούσε για καιρό «ασβό» ή «αλεπού» η «αρουραίο» Δεν με πείραζε καθόλου.

Εγώ διατήρησα ανέπαφη στην καρδιά μου εκείνο το βίωμα {παραμύθι για τους νεότερους] και τα ποικίλα συναισθήματα εκείνων των ημερών σαν μοναδικά στη ζωή μου.

Τα κατέγραψα όπως τα θυμάμαι. Μάρτυρες μου οι ελάχιστοι επιζώντες αυτού του χρονικού.

 

 

 

 

 

1 σχόλιο:

  1. Αυτό το αφήγημα μας περιγράφει την ζωή όλης της Ελλάδας και των ανθρώπων της κείνη την εποχή. Όπου και αν ζούσαν οι άνθρωποι, έτρεχαν να κρυφτούν σε καλύβια, σε σπηλιές σε δάση, στην ύπαιθρο. Ζούσαν με φόβο, ανέχεια, δυσκολία, πείνα και καταπίεση. Τόσο παραστατικά και πρωτότυπα τα περιγράφει ο φίλος μας που σήμερα δεν είναι κατανοητά στους νέους ανθρώπους. Πάντως με τον ωραίο τρόπο που αφηγείται ο κος Χριστόπουλος με έκανε να χαρώ και να πικραθώ για ιστορίες που γίνανε τότε......

    ΑπάντησηΔιαγραφή